Στο σπίτι των θείων

Ο Γιώργος κατέβηκε από το λεωφορείο και η ζέστη τον αγκάλιασε, αλλά ήταν πολύ προτιμότερη από το να περάσει κι άλλη ώρα ακούγοντας λαϊκούρες, έστω κι αν ο λεωφορειατζής είχε ελαττώσει την ένταση του ήχου. Έβγαλε το πακέτο με τα πέντε τσιγάρα που του είχαν απομείνει και άναψε ένα, με ένα από τα επίσης λίγα σπίρτα του. Κοίταξε γύρω του, ρουφώντας τον καπνό. Χωράφια. Άλλα μέσα σε ιδιόκτητες εκτάσεις, σπαρμένα με οπωροκηπευτικά και άλλα αφημένα στη μοίρα τους, να έχουν το ρόλο του βοσκότοπου των αιγοπροβάτων των κατοίκων του χωριού. Στο νου του ήρθαν μνήμες από τις μέρες που είχε περάσει σαν πιτσιρικάς εδώ, σαν ένα αγοράκι εφτά ετών που έτρεχε δώθε κείθε, κυνηγώντας το κοπάδι, ταΐζοντας κότες και παίζοντας με τις γάτες.
Ωραίες εποχές, ανέμελες. Έτσι θα μπορούσε να του πει κάποιος, αν ο εικοσιεννιάχρονος πλέον Γιώργος τού εξιστορούσε όλα αυτά. Αλλά αυτός ο κάποιος θα έπρεπε να περιμένει να ακούσει και τα άλλα, τα λιγότερο ευχάριστα. Αυτά που είχαν ζήσει και ο Γιώργος και τα ξαδέρφια του εδώ.

Είδε το πατρικό σπίτι του θείου Προκόπη και της θείας Γιάννας. Απείχε κάπου πεντακόσια μέτρα από τη στάση του υπεραστικού λεωφορείου. Ένα πετρόχτιστο οίκημα στο μέσο μιας έκτασης που συμπεριελάμβανε κήπο, μαντρί, ένα «πάρκινγκ» για το τρακτέρ και το αγροτικό και ένα μέρος του δάσους που έφτανε ως το βουνό. Κάποτε, εδώ είχε μείνει για δύο εβδομάδες. Ήταν καλά μόνο στην αρχή. Μόνο έως ότου οι θείοι του, που δεν είχαν παιδιά, αλλά φρόντιζαν τα παιδιά των συγγενών τους -και μερικά άλλα- βγάλουν τη μάσκα που φορούσαν. Τότε έπαψε να υπάρχει κάτι το ωραίο μέσα σε αυτό το σπίτι.

Και τώρα είχε έρθει ξανά, για να μείνει για λίγες μέρες ή και για περισσότερο. Δεν του άρεσε η ιδέα, αλλά οι συγκυρίες, εμμέσως πλην σαφώς, το επέβαλλαν.

Αναστέναξε, έσαξε το μικρό σακίδιο στην πλάτη του και άρχισε να περπατάει.
Δέκα λεπτά αργότερα, καθόταν σε μια παλιά καρέκλα στην κουζίνα και είχε ένα ποτήρι με νερό μπροστά του. Είχε δροσιά και μύριζε φαγητό που ετοιμαζόταν –ήταν και μία το μεσημέρι, βέβαια και εδώ οι άνθρωποι είχαν συγκεκριμένες συνήθειες. Το σπίτι ήταν γενικά καθαρό, αν και το δωμάτιο στο οποίο θα κοιμόταν, το ίδιο δωμάτιο όπου είχε κοιμηθεί κάποτε, έμοιαζε παρατημένο, τα κλινοσκεπάσματα με λίγη σκόνη, το κρεβάτι έτριζε και υπήρχαν μικροί ιστοί στις γωνίες του ταβανιού.
Όπως τότε, δηλαδή.

Τώρα απέναντί του ήταν η ξαδέρφη του, η Δέσποινα. Στεκόταν κοντά στις κατσαρόλες που έβραζαν. Φορούσε μακρύ γκρι φουστάνι που έφτανε ως λίγο κάτω από τα γόνατα και παλιά πασούμια. Η ποδιά της ήταν λερωμένη σε πολλά σημεία. Ο Γιώργος είχε να τη δει τουλάχιστον δέκα χρόνια, αλλά ήταν αρκετά βέβαιος πως τα γκριζαρισμένα μαλλιά και το σακουλιασμένο δέρμα της δεν ταίριαζαν με την ηλικία των τριάντα επτά της χρόνων. Η όλη της εμφάνιση ήταν αλλόκοτη, αλλά εκείνη, όταν τον πρωτοείδε και σίγουρα είδε το ξάφνιασμα στη ματιά του, δεν έδειξε να απογοητεύεται ή να θέλει να δώσει κάποια εξήγηση για την πάρτη της –και ο Γιώργος θεώρησε πως θα ήταν ευγενικό να μην τη ρωτήσει.
«Ώστε θέλεις να μείνεις εδώ», του είπε, καθώς αλάτιζε το φαγητό. Ακόμα και η φωνή της είχε αλλάξει. Δεν ήταν νεανική, αλλά βραχνή και βαριά.
«Ναι. Έμαθα πως πριν δύο μήνες πέθανε ο Αποστόλης, ο αδερφός σου. Θα πήγαινα εκεί, όμως… Τέλος πάντων. Συλλυπητήρια. Ήταν νέος κι αυτός και η έγκυος γυναίκα του. Ξέρω ότι δεν συμπαθιόσασταν και πολύ, αλλά…»
«Μμμ, ναι, ήταν. Και τα τρία τους ήταν νεούδια. Πολλά νεούδια χάνονται».
Ο Γιώργος παραξενεύτηκε. Νεούδια;

Η Δέσποινα κοίταξε τον Γιώργο και χαμογέλασε. «Γιατί έφυγες από το διαμέρισμα στην Αθήνα;»
«Άσε, μου πήγαν όλα στραβά». Ο Γιώργος τής εξήγησε εν ολίγοις πως είχε χάσει τη δουλειά του και ο ιδιοκτήτης της πολυκατοικίας δεν είχε την πολλή υπομονή, ώστε να περιμένει να βρει ο Γιώργος άλλη δουλειά, ειδικά με αυτή την κρίση που γυρόφερνε τη χώρα και δη όσους είχαν μόνο απολυτήριο λυκείου. «Δεν θα σας επιβαρύνω πολύ. Λίγες μέρες μόνο, μέχρι να βρω κάποια λύση».
«Μμμ». Η Δέσποινα τον ξανακοίταξε με το χαμογελαστό της πρόσωπο. Ζωγράφιζε το πρόσωπό της με αυτό από παλιά, όταν σκάρωναν καμιά σκανταλιά. «Εδώ μπορείς να μείνεις όσο θέλεις. Έχεις ξαναμείνει, άλλωστε. Σωστά;»
Ο Γιώργος ρούφηξε λίγο καπνό. Ένευσε απρόθυμα. «Ναι, σωστά». Τότε σκέφτηκε κάτι. «Μπορώ να βοηθήσω τον θείο στα χωράφια ή με τα ζώα. Αν χρειάζεται βοήθεια, δηλαδή». Όχι ότι ήθελε να δουλέψει για τον άνθρωπο που τον είχε τυραννήσει κάποτε, αλλά…
«Ω, είμαι σίγουρη ότι θα του είσαι πολύ χρήσιμος».
Πάλι το παράξενο χαμόγελο. Κάτι θύμιζε στον Γιώργο, αλλά δεν μπορούσε να το προσδιορίσει. Πάντως, ήταν κάτι που δεν του άρεσε.

Ο θείος Προκόπης εμφανίστηκε μισή ώρα αργότερα. Φορούσε φόρμα εργασίας με τιράντες και ψάθινο καπέλο και λεκιασμένες γαλότσες. Είχε μούσι μερικών ημερών. Το πρόσωπό του έμοιαζε πιο νέο από τα εβδομήντα πέντε χρόνια που κουβαλούσε στην πλάτη του, δεν είχε περιττό λίπος ή κουρασμένα μάτια. Αντίθετα, είχε ζωηράδα και έδειχνε έτοιμος να εργαστεί για άλλα τριάντα χρόνια.
Επίσης, ήταν πολύ χαρούμενος για την απρόσμενη επίσκεψη του Γιώργου. Και ναι, χρειαζόταν βοήθεια με τις δουλειές.

Μετά το φαγητό, ο Γιώργος έκανε ένα μπάνιο με ζεστό νερό. Το είχε ανάγκη. Βούρτσισε τα δόντια του και βγήκε αναζωογονημένος. Είχε σκοπό να πάει στο δωμάτιό του, αλλά σταμάτησε. Γιατί έπρεπε να περάσει από την κουζίνα και η πόρτα της κουζίνας ήταν ανοιχτή. Και ο Γιώργος είδε τον θείο Προκόπη να έχει κολλήσει το σώμα του στη Δέσποινα, η οποία του είχε γυρισμένη την πλάτη. Τα χέρια του Προκόπη πασπάτευαν το μπροστινό μέρος του φορέματος, ενώ η λεκάνη του τριβόταν αριστερά και δεξιά πάνω σε αυτή της Δέσποινας. Κι εκείνη χασκογελούσε.

Ο Γιώργος έκλεισε τα μάτια του. Μέτρησε μέχρι το τρία και πέρασε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, ελπίζοντας ότι δεν θα τον έβλεπαν. Έφτασε στο δωμάτιό του και έκλεισε την πόρτα και ευχήθηκε να ξεχάσει αυτό που είχε δει. Ήταν συγγενείς, γαμώτο! Πώς μπορούσαν να το κάνουν αυτό;
Δεν ήξερε. Αλλά αποφάσισε ότι δεν θα έμενε για πολύ εδώ.

Το απόγευμα πέρασε γρήγορα. Έκανε με τον Προκόπη κάποιες δουλειές, ενώ η Δέσποινα πήγε στο χωριό με το αγροτικό. Ο θείος και η ξαδέρφη του έδειχναν πανευτυχείς και ο Γιώργος δεν προσπάθησε καθόλου να μάθει το γιατί.

Το βράδυ δείπνησαν και ο νεαρός είπε ότι νύσταζε -που ήταν αλήθεια, αλλά φρόντισε να το τονίσει λίγο παραπάνω απ’ ό,τι ίσχυε στην πραγματικότητα- και έτσι αποχώρησε στο δωμάτιο. Δεν ξάπλωσε αμέσως, παρά έψαξε για κάτι παλιά κόμιξ που είχε αφήσει κάποτε στο ξύλινο κομοδίνο, για να περάσει λίγο την ώρα του. Συν ότι αυτά τα κόμιξ τού κρατούσαν συντροφιά τα βράδια που είχε μείνει εδώ σαν πιτσιρικάς. Ξέφευγε έστω και για λίγο από τις αντίξοες συνθήκες που βίωνε σε τούτο το σπίτι. Τα βρήκε, σκονισμένα, αλλά ακόμα αναγνώσιμα. Όμως, βρήκε και κάτι άλλο. Βρήκε ένα smartphone και ένα φορτιστή. Αυτά δεν τα είχε αφήσει εκείνος. Και κάτι του έλεγε πως δεν ανήκαν ούτε στον Προκόπη ούτε στη Δέσποινα –στο σπίτι δεν υπήρχε τίποτα πιο σύγχρονο από την τηλεόραση, που ήταν μοντέλο αρχών του 2000. Πράγμα που τον έκανε να αναρωτηθεί ποιος τα είχε αφήσει. Έτσι, τα έλεγξε. Το κινητό είχε σβήσει και έτσι το έβαλε να το φορτίσει.

Όταν ανέβηκε λίγο η μπαταρία, το ενεργοποίησε. Είδε δύο γνώριμά του πρόσωπα να χαμογελούν. Ήταν ο αδερφός της Δέσποινας και η γυναίκα του.
Αναρωτήθηκε τι γύρευαν εκεί αυτά τα δύο. Αλλά για λίγο. Για πολύ λίγο. Γιατί άκουσε ένα άλλο κρεβάτι εκεί κοντά να τρίζει και δύο φωνές να βογκούν. Ξανά και ξανά και ξανά και ξανά. Ο Γιώργος αηδίασε. Έκλεισε τα αυτιά του. Αλλά δεν ήταν αρκετό• ακόμα άκουγε.

Σηκώθηκε και βγήκε στο μπαλκόνι. Δεν ήθελε να ακούει για δύο λόγους. Πέραν του προφανούς, της αιμομιξίας, οι ήχοι αυτοί του θύμιζαν τις παλιότερες μέρες που είχε μείνει εδώ. Όταν ζούσε η θεία και το έκαναν χωρίς ενδοιασμό με τον θείο, ενώ ο μικρός κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο.
Αηδία και φόβος μαζί. Είχε καιρό να νιώσει έτσι.

Ευτυχώς, εδώ έξω δεν ακούγονταν και τόσο. Άναψε το τελευταίο του τσιγάρο και ατένισε το σκοτεινό τοπίο και άκουσε βατράχια και συρσίματα ζώων του αγρού. Ένιωθε πολύ καλύτερα από πριν, δηλαδή. Ήταν εξαιρετικά. Χαλάρωσε και απόλαυσε το τσιγάρο του.

Τις επόμενες πέντε μέρες, ο Γιώργος έκανε ό,τι μπορούσε για να μη δίνει σημασία σε ό,τι έκαναν μεταξύ τους ο Προκόπης και η Δέσποινα. Άλλωστε, δεν ήταν και δικό του θέμα, για να ασχοληθεί. Δεν του έπεφτε λόγος. Βοηθούσε στις δουλειές, έτρωγε και κοιμόταν σε ένα σπίτι. Τον φιλοξενούσαν και αυτό δεν έπρεπε να το ξεχάσει. Όσο και αν τον ταλάνιζε, όσο και αν τον εκνεύριζε η κατάσταση μεταξύ των δύο, έπρεπε να το αντιπαρέλθει. Κάτι που φαινόταν πολύ δύσκολο. Κυρίως, λόγω της εμφάνισης της Δέσποινας και του Προκόπη. Που άλλαζε. Και στους δύο. Κάθε μέρα, μία ρυτίδα λιγότερη για τον θείο και πέντε περισσότερες για την ξαδέρφη. Ο Προκόπης σήκωνε βάρη που, για την ηλικία του, θα έμοιαζαν σχεδόν ακατόρθωτα. Ίδρωνε συνέχεια, αλλά δεν έλεγε να το βάλει κάτω. Πολλές φορές, ο Γιώργος χρειάστηκε τη βοήθεια του Προκόπη και όχι το αντίθετο. Η Δέσποινα, από την άλλη, μαράζωνε. Έχανε την νεότητά της. Και αυτό δεν έδειχνε να την ενοχλεί, αλλά μάλλον αγκάλιαζε την νέα πραγματικότητα. Χαμογελούσε, μαγείρευε και έκανε σεξ με ένα συγγενή της. Με ένα συγγενή που από μικρή δεν συμπαθούσε, γιατί και εκείνη και τον αδερφό της τους είχαν τυραννήσει ο θείος και η θεία. Κι όμως, τώρα συνευρισκόταν με τον Προκόπη σαν να ήταν όλα οκέι.
Και ο Γιώργος… απλά σώπαινε. Σώπαινε και κάπνιζε τα βράδια έξω, μέχρι να ολοκληρώσουν. Όταν τα είχε με μια φοιτήτρια, εκείνη τον έφερνε ενίοτε στην εστία του πανεπιστημίου. Η κοπέλα έδιωχνε τη συγκάτοικό της με τρόπο, ούτως ώστε να το κάνει με τον Γιώργο. Κάτι τέτοιο τού θύμιζε η τωρινή κατάσταση. Αλλά σε ένα πολύ ανώμαλο επίπεδο.

Βασικά, ήταν παράλογο. Όλα όσα γίνονταν σε αυτό το σπιτικό ήταν παράλογα. Παράλογα και εν μέρει -αν όχι εντελώς- σιχαμερά. Έτσι του φαίνονταν.

Την όγδοη μέρα, ήταν που αποφάσισε να μιλήσει. Καθόταν στην κουζίνα, πίνοντας καφέ και καπνίζοντας. Περίμενε τον Προκόπη, που είχε πεταχτεί ως το παραδίπλα χωριό, για κάποια χρήσιμα αντικείμενα που τους έλειπαν, για να επισκευάσουν το μαντρί. Είχε προθυμοποιηθεί να πάει ο ίδιος ο Γιώργος, αλλά ο θείος είπε όχι. Για άλλη μια φορά, είπε όχι. Δεν άφηνε τον νεαρό να πάρει το αγροτικό. Καθόλου, ούτε για αστείο. Ακόμα και το τρακτέρ να ζητούσε για το χωράφι, ο Προκόπης θα ερχόταν μαζί του. Ο Γιώργος τον είχε ρωτήσει γιατί δεν του εμπιστευόταν το όχημα και ο θείος πήρε το τσαντισμένο ύφος ενός ανθρώπου «που ήξερε ότι έχει δίκιο και έπρεπε να το καταστήσει σαφές στον χαζό νέο». «Θα κάνεις αυτό που σου λέω», είπε. «Εσύ μένεις εδώ. Εγώ ξέρω τι θέλω».

Η Δέσποινα τώρα καθόταν απέναντί του και καθάριζε φασολάκια. Είχε ένα παλιομοδίτικο φορητό ραδιόφωνο δίπλα της και άκουγε σιγανά ένα σταθμό που έπαιζε παλιά ελληνικά τραγούδια κι εκείνη σιγόνταρε τους καλλιτέχνες και τις καλλιτέχνιδες.

Ο Γιώργος παρατήρησε τα χέρια της: σκληρά, γεμάτα φουσκάλες και φλέβες που ήταν έτοιμες να εκραγούν. Τα σχεδόν λευκά μαλλιά της τα είχε λυτά. Η ποδιά και το φόρεμά της δεν την κολάκευαν ούτε στο ελάχιστο.
Πόσο θα συνεχιστεί αυτό; αναρωτήθηκε ο Γιώργος.

«Δέσποινα…», είπε.
Χωρίς να τον κοιτάζει: «Μμμ».
«Ο θείος σε απειλεί με κάτι; Σε χτυπάει;»
Η Δέσποινα παραξενεύτηκε. «Φυσικά και όχι. Πώς σου πέρασε αυτό από το μυαλό;»
«Δηλαδή… αυτό που κάνετε… Το θέλεις;»
«Τι κάνουμε;»
Ο Γιώργος ήπιε λίγο καφέ και καθάρισε το λαιμό του. «Σας ακούω, Δέσποινα. Πηδιέστε. Για όνομα του Θεού, πηδιέστε!».
«Α, αυτό». Η Δέσποινα χαμογέλασε. «Ναι. Είναι ωραία».
«Τι; Σοβαρολογείς; Εσύ κάποτε τον μισούσες. Όπως όλοι μας. Τι έπαθες τώρα;»
«Ποτέ δεν τον μίσησα. Γιατί να κάνω κάτι τέτοιο; Είναι τόσο καλός. Σε όλα, παρακαλώ».
«Δέσποινα, είναι θείος μας! Δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό. Είναι… αηδιαστικό, ανώμαλο!».

Θα συνέχιζε, αλλά τότε συνέβησαν δύο πράγματα ταυτόχρονα. Πρώτα, ο σταθμός έπαιξε μια παλιά μπαλάντα. Μετά, η Δέσποινα σταμάτησε το καθάρισμα των οσπρίων και κάρφωσε τη ματιά της στον Γιώργο. Ήταν ακίνητη και αμίλητη και τον κοίταζε, με το άσμα να δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ταινίας φρίκης, ήπια, σαν να προσπαθεί ο σκηνοθέτης να σε κάνει να βαρεθείς, αλλά εσύ ξέρεις ότι είναι παραπλανητικό και πως ο ήχος επρόκειτο να φτάσει στα ύψη για ένα δευτερόλεπτο όταν πεταχτεί κάτι στα ξαφνικά.

Κι έτσι όπως καθόταν, η Δέσποινα έμοιαζε πάρα πολύ με τη θεία Γιάννα. Βλοσυρή, κακόβουλη, έτοιμη να κάνει όσο περισσότερο κακό μπορούσε. Ειδικά, από τη στιγμή που άκουγε το εν λόγω άσμα. Γιατί και το συγκεκριμένο τραγούδι ήταν το αγαπημένο της θείας Γιάννας. Το έβαζε να παίζει στη διαπασών, ξέροντας πως ο Γιώργος και τα άλλα παιδιά δεν το γούσταραν καθόλου. Αλλά εκείνη το ευχαριστιόταν, να βλέπει τα τα νεούδια να δυσανασχετούν και να μη θέλουν να παίξουν πια.

Νεούδια. Ο Γιώργος θυμόταν πως έτσι αποκαλούσε η θεία Γιάννα τα παιδιά. Επίσης, συνειδητοποίησε ότι και η Δέσποινα είχε χρησιμοποιήσει τις προάλλες αυτή τη λέξη, για τον αδερφό της, τη γυναίκα του και το αγέννητο μωρό που είχαν πεθάνει. Του είχε φανεί παράξενο -και αυτό- και δεν ήξερε γιατί. Όχι ότι τώρα έβγαζε περισσότερο νόημα.
Ή μήπως έβγαζε;

Ο Γιώργος φρίκαρε. Για μια απροσδιόριστη και, σε σημαντικό βαθμό, παράλογη αιτία. Καθόταν και αυτός χωρίς να μιλάει. Η καρδιά του αύξησε τους χτύπους της, λες και έτρεχε σε σκυταλοδρομία. Σαν να τον κυνηγούσε ο μακελάρης της κατασκήνωσης, σε εκείνες τις ταινίες του ’80. Δεν ήξερε πώς μπορεί να συνέβαινε αυτό, αλλά… αλλά όντως έβλεπε την νεκρή θεία του στο πρόσωπο της ξαδέρφης του.

Ένα λεπτό πέρασε και κανείς δεν μίλησε. Ήταν δύο άνθρωποι που κοιτιόντουσαν και που ο ένας κρατούσε μία κούπα καφέ και ένα τσιγάρο και η άλλη ένα μαχαίρι. Και ένα τραγούδι έσπαγε την σιωπή.
Δύο λεπτά. Τίποτα.
Τρία λεπτά. Το τραγούδι ολοκληρώθηκε. Ο Γιώργος κοίταξε τον καφέ που είχε απομείνει στην κούπα.
Τέσσερα λεπτά. Ο Γιώργος έσφιξε το τσιγάρο στα δάχτυλά του. Για κάποιο λόγο, αυτό τον έκανε να αναθαρρήσει λίγο. Του πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει, αν… αν η Δέσποινα έκανε κάτι εναντίον του.
Στα πέντε λεπτά, ακούστηκε η κόρνα του αγροτικού. Κανείς δεν αντέδρασε. Ούτε τρόμαξαν, ούτε κουνήθηκαν. Ο Γιώργος πίστεψε ότι δεν θα συνέβαινε τίποτα, ότι θα μπορούσαν να μείνουν σε αυτή την στάση για πάντα, σαν παίχτες σε μια ατέλειωτη παρτίδα σκάκι.
Τότε, όμως, η Δέσποινα γύρισε ξανά στη δουλειά της, λες και η κόρνα ήταν κάποιο ψυχολογικό σύνθημα για να επανέλθει στον υπαρκτό κόσμο και διέταξε τον Γιώργο να πάει να βοηθήσει τον Προκόπη.
Ο νεαρός αποχώρισε αμίλητος.

Την ενδεκάτη μέρα, ο Γιώργος μίλησε στον Προκόπη. Κάθονταν στη σκεπή του μαντριού και την επισκεύαζαν. Ο ήλιος τούς έγδερνε με τις αχτίνες του και η θερμοκρασία παρέμενε σταθερά πάνω από τους 33 βαθμούς της κλίμακας Κελσίου. Αυτά, σε συνδυασμό με τη μπόχα από τις ακαθαρσίες των ζώων, έκαναν τον Γιώργο να δυσανασχετεί, αλλά και να σκέφτεται άλλα πράγματα, για να αντέξει. Τα πρόβατα τα είχαν αφήσει ελεύθερα στο αγρόκτημα.

Κοίταξε τον Προκόπη. Φορούσε την ολόσωμη φόρμα του. Είχε ιδρώσει, έσταζε ολόκληρος, αλλά δεν πτοούνταν. «Θείε, θέλω να σε ρωτήσω κάτι», είπε.
«Σώνει και ντε;»
«Ναι, θείε. Σώνει και ντε». Αλλά ήταν έτσι; Ήθελε όντως; Δεν έπαιρνε κι όρκο.
Ο Προκόπης, ωστόσο, ανασήκωσε τους ώμους και ένευσε.
Ή τώρα ή ποτέ. «Πώς μπορείς να κάνεις σεξ με μια ανιψιά σου;»
Στην αρχή, ο άλλος δεν αντέδρασε με κάποιον τρόπο, πέραν από το να συνεχίσει να μαστορεύει. Μετά από ένα λεπτό, είπε: «Εσένα τι σε κόφτει, νεαρέ;»
«Δεν μου αρέσει, θείε. Δεν είναι φυσιολογικό».

Ο Προκόπης σταμάτησε τη δουλειά, σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε κάτω από το καπέλο του. Το μούσι του είχε πυκνώσει και το πρόσωπό του έμοιαζε σαν να το είχε καταλάβει ένας μαύρος, ραβδωτός μύκητας. «Άκουσε εδώ, νεαρέ. Σταμάτα να χώνεις τη μύτη σου σε δουλειές άλλων, κατάλαβες; Σταμάτα».
«Θείε, η Δέσποινα…»
«Τι η Δέσποινα;»
Αλήθεια, τι; Τι πήγαινε να πει; Τι έβγαζε νόημα, για να το θίξει;
«Τίποτα», είπε και δεν ξαναμίλησε.

Στο μεταξύ, ήταν και εκείνο το smartphone. Αυτό που είχε βρει στο συρτάρι και ανήκε, ή έτσι φαινόταν, στον αδερφό της Δέσποινας. Ο Γιώργος το συλλογιζόταν τα βράδια που καθόταν στο μπαλόνι, μέχρι να τελειώσουν οι άλλοι το… ό,τι έκαναν. Κάπνιζε και κοιτούσε τη συσκευή. Ήταν κλειδωμένη, χρειαζόταν τον κωδικό. Έβλεπε το φόντο, αλλά «μπροστά» υπήρχε ένα εικονικό πληκτρολόγιο με γράμματα σε αγγλικό αλφάβητο και αριθμούς και σύμβολα.
Γιατί να ήταν εδώ άραγε; Γιατί ο Αποστόλης να αφήσει εδώ το κινητό του; Ή μπορεί να ανήκε στην γυναίκα του; Όπως και να είχε, γιατί αυτό ήταν εδώ, ενώ εκείνοι;…
Είναι νεκροί. Όντως, είχαν σκοτωθεί. Αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Το αμάξι τους είχε καεί ολοσχερώς. Ο Γιώργος θυμόταν τις εικόνες από τα κανάλια που είχαν σπεύσει στο σημείο. Πυροσβεστική, αστυνομία, οι γνωστοί παράταιροι που θέλουν να πλησιάσουν όσο γίνεται πιο πολύ μπας και δουν κάτι να τους εξάψει τη φαντασία. Στην άκρη του δρόμου, ήταν ένα καβουρδισμένο πράγμα, συμπιεσμένο, που κάποτε ήταν αυτοκίνητο. Και στο βάθος πολλά καλλιεργήσιμα στρέμματα γης.

Έγινε εδώ κοντά, σκέφτηκε ο Γιώργος τη δωδέκατη μέρα. Πράγματι, το περιστατικό συνέβη γύρω στα έξι χιλιόμετρα από το χωριό που έμενε τώρα.

Για λίγο, δεν υπήρχε κάτι στη σκέψη του. Την άδειασε όπως κάνουν συχνά οι άνθρωποι μετά από μια μεγάλη συνειδητοποίηση που αναπόφευκτα ετοιμάζεται να τους οδηγήσει σε ένα ακόμα πιο σοβαρό -και δυσάρεστο- συμπέρασμα. Ο Γιώργος κοίταξε το αγρόκτημα που, υπό το σεληνόφως και τους ήχους των ζώων και των εντόμων, τον έκαναν να θυμάται πόσο άσχημα είχαν περάσει εδώ πριν πολλά χρόνια, και αυτός και τα ξαδέρφια του.

Μετά ήταν και το άλλο. Στους θείους του έφερναν τα παιδιά τους και συγχωριανοί. Και κάποια από αυτά τα παιδιά… κατά καιρούς, όπως είχε μάθει…
Ω Θεέ μου!
Μια σύνδεση φαινόταν να σχηματίζεται στο μυαλό του και μια απόφαση να μοιάζει η μόνη λογική, μελλοντική κίνηση.

Το πρωί της δέκατης τρίτης μέρας, συνέδραμε στις δουλειές που είχε να φέρει εις πέρας ο Προκόπης. Χωρίς να μιλήσει, δίχως να παραπονεθεί για κάτι. Παράστησε ότι δε συμβαίνει το παραμικρό.
Στο μεσημεριανό φαγητό, συνέχισε να μένει απαθής σε ό,τι λεγόταν• απλά έτρωγε.
Το απόγευμα βοήθησε ξανά σε κάποιες λίγες δουλειές.
Μετά το βραδινό γεύμα, πήγε στο δωμάτιό του, ετοίμασε τα λιγοστά πράγματά του και έσβησε το φως, δήθεν ότι κοιμόταν. Ευτυχώς, ο Προκόπης τού είχε δώσει μερικά λεφτά για τις δουλειές. Μέχρι ενός σημείου, θα τα κατάφερνε. Θα έφτανε στην κοντινότερη πόλη και θα πήγαινε αμέσως στην αστυνομία. Είχε να τους δώσει μερικές πληροφορίες και ένα κινητό τηλέφωνο. Αυτοί θα ήξεραν τι να κάνουν από κει και πέρα.

Όταν άκουσε το κρεβάτι στο διπλανό δωμάτιο να τρίζει, σηκώθηκε. Άνοιξε την πόρτα. Τότε συνειδητοποίησε πως είχαν βάλει πάλι εκείνη την μπαλάντα. Με αυτό φτιάχνονται; αναρωτήθηκε φευγαλέα. Έπειτα, κατευθύνθηκε προς το διάδρομο, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε.

Έφτασε στην εξώπορτα. Αλλά ήταν κλειδωμένη.
Έβρισε. Άρχισε να ψάχνει τα κλειδιά, όμως δεν ήξερε πού τα είχαν.
Αποφάσισε πως δεν είχε νόημα. Επέστρεψε στο δωμάτιό του. Θα έβγαινε από την μπαλκονόπορτα. Δεν ήταν ψηλά. Θα άντεχε. Έπρεπε να αντέξει.

Άνοιξε τα φύλλα και βγήκε. Ξανά στον καθαρό αέρα.
«Α, είσαι κακό παιδί, Γιωργάκη».

Πρώτα η καρδιά του πετάρισε. Όχι, γαμώτο! Δεν είχε ελέγξει αν συνέχιζαν να το κάνουν. Μαλακία του.
Γύρισε και είδε το μοναδικό άτομο που του είχε πει ποτέ αυτή τη φράση. Είδε την θεία του. Είδε την θεία Γιάννα, γυμνή. Αν και είχε πεθάνει πριν είκοσι χρόνια, τώρα έστεκε σε αυτό το δωμάτιο, έχοντας κλείσει την πόρτα. Ήταν εκεί με το σώμα της ξαδέρφης του της Δέσποινας. Μόνο που δεν υπήρχε η Δέσποινα πλέον. Όποια άλλη εντύπωση και να σχημάτιζε κανείς, θα ήταν καθαρή ψευδαίσθηση. Το βλέμμα, το χαμόγελο. Η κορμοστασιά. Η φωνή. Όλα παρέπεμπαν στο ίδιο ανησυχητικό συμπέρασμα. Η θεία Γιάννα ήταν εκεί. Παρούσα. Όπως τότε.

Μια ανεπαίσθητη κίνηση ανάγκασε τον Γιώργο να πάρει το βλέμμα του από το αναμαλλιασμένο πρόσωπο της Γιάννας και να στραφεί προς τα κάτω. Είδε κάτι να στάζει από το αιδοίο της γυναίκας, κάτι λευκό που έπεφτε ανάμεσα στα πόδια της.
Ήταν σίγουρος για το τι ήταν αυτό. Ήταν σπέρμα. Του θείου Προκόπη. Ίσως αναμεμειγμένο με κολπικά υγρά. Και καθώς χύνονταν στο πάτωμα, το δέρμα της γυναίκας σακούλιαζε και γέρναγε, με συσπάσεις και τραβήγματα της σάρκας, που σε αρκετά σημεία αδυνάτιζε και σε άλλα κρέμαγε. Τα μαλλιά της γκριζάρισαν κι άλλο, τα μάτια της δάκρυσαν. Τα στήθη της έμοιαζαν άδεια από σφριγηλότητα.
Αηδία και φόβος. Μαζί.

«Ανακατεύεσαι σε υποθέσεις μεγάλων, Γιωργάκη. Πρέπει να τιμωρηθείς». Η μορφή άπλωσε τα χέρια της, σε ένα κάλεσμα θανάτου. «Έλα στην θεία σου, Γιωργάκη. Έλα να σε μπατσίσω, όπως πρέπει».
«Μα… πώς;» ρώτησε ο Γιώργος. «Πώς;… Πέθανες!».
«Όχι για μένα». Ο θείος Προκόπης χτύπησε τον Γιώργο στην πλάτη. Είχε βγει από το σπίτι και είχε σκαρφαλώσει ως το μπαλκόνι στα μουλωχτά, σαν μαϊμού. Ήταν κι αυτός γυμνός και στο πέος του υπήρχαν ακόμα κολλημένες σταγόνες σπέρματος. Τα μπράτσα του και τα πόδια του ήταν αρκετά μυώδη, ενώ το πρόσωπό του αναψοκοκκινισμένο. Ο Γιώργος πρόσεξε και κάτι άλλο: ο Προκόπης έμοιαζε με τον εαυτό του όπως ήταν όταν πέθανε η Γιάννα. Είκοσι χρόνια νεώτερος απ’ ό,τι θα έπρεπε να δείχνει σήμερα. «Εγώ την έφερα ξανά», συνέχισε ο θείος. «Χρειάστηκε να θυσιάσουμε την ξαδέρφη σου, γι’ αυτό το σκοπό. Την μεταμόρφωνα κάθε φορά που πηδιόμασταν. Μεταμορφωνόμουν κι εγώ μαζί της. Για να είμαστε όπως τότε, πριν αυτή πεθάνει. Και τώρα ολοκληρώθηκε η αλλαγή».

Η Γιάννα γέλασε. «Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι θα σταματήσουμε, έτσι δεν είναι, άντρα μου;»
«Ω, όχι. Το αντίθετο, γλυκιά μου. Μπορούμε να γίνουμε ακόμα πιο νέοι. Γιατί να χάσουμε αυτή την ευκαιρία;»
Ο Γιώργος δεν μίλησε.
«Είχαμε πολλά παιδιά να τιμωρήσουμε», συνέχισε ο θείος. «Όπως τον ξάδερφό σου και τη γυναίκα του, ας πούμε. Ή άλλα παιδιά που μας αφήνουν κατά καιρούς να “φυλάμε”».
Η Γιάννα κακάρισε. «Και τώρα ήρθε η σειρά σου, Γιωργάκη».

Ο Γιώργος είδε τα φύλλα της μπαλκονόπορτας να κλείνουν και το δωμάτιο να χάνεται στο σκοτάδι. Όπως τότε. Έτσι έρχονταν και τότε.
Με τη διαφορά ότι τότε είχαν αφήσει τον Γιώργο να ζήσει.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις:
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr.
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/anastkom/.
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading