Το σπίτι των ονείρων μου

Ποιο σπίτι εμφανίζεται συνήθως στα όνειρά σας; Το σπίτι που μένετε τώρα ή το σπίτι που περάσατε όμορφες στιγμές σαν ήσασταν παιδί; Κι όσοι από εσάς είχατε δυο σπίτια, ένα που ξεχειμωνιάζατε σε κάποια πόλη και ένα της γιαγιάς και του παππού ή κάποιο εξοχικό, ποιο από όλα βλέπετε συνήθως; Ποιο έχετε συνδέσει με τη μυρωδιά του ελληνικού καφέ που βράζει στο μπρίκι, του γλυκού που ψήνεται στον φούρνο, των λουλουδιών και του υγρού χώματος; Ποια πόρτα ή πορτόνι ανυπομονείτε ν’ ανοίξετε; Μην είναι ένα απλό ξύλινο πορτόνι σε χρώμα πράσινο, μισοκρυμμένο κάτω από ένα κίτρινο γιασεμί από τη μία και μία αναρριχώμενη τριανταφυλλιά με μικρά λευκορόζ άνθη σε μπουκέτα που μυρίζει ζάχαρη από την άλλη;

Αυτό το τριζάτο πορτόνι που με βγάζει σ’ ένα μεγάλο κήπο, με πατημένο χώμα γεμάτο γλάστρες με πολύχρωμα λουλούδια, σκουλαρικιές, σκυλάκια, τριανταφυλλιές, γεράνια, πελαργόνια και κατιφέδες ανοίγω στα όνειρά μου.

Ο χώρος της αυλής ήταν διπλά περιφραγμένος. Ανάμεσα στη διπλή περίφραξη ήταν φυτεμένοι λευκοί νάρκισσοι, που κάθε άνοιξη μεθούσαν τους περαστικούς με το άρωμά τους. Μια μεγάλη κληματαριά σκίαζε τον λουλουδιασμένο κήπο μπροστά από το πετρόκτιστο σπίτι στα δεξιά μου κι ένα κτίσμα που προστέθηκε αργότερα σχηματίζοντας ανάποδο γάμμα. Κάτω από αυτήν την κληματαριά με νανούριζε ο παππούς Ηλίας ψέλνοντας ύμνους και κουνώντας τα χέρια του για να διώχνει τις μύγες και τα ζουζούνια.
Ελάχιστα σκαλιά φθάνουν ως την ξύλινη δίφυλλη εξώπορτα, που δεν χρησιμοποιούνταν πια, καθώς η κύρια είσοδος του σπιτιού είναι στο νεότερο κτίσμα. Ένα σπίτι γεμάτο μυστήρια που θέλω να εξερευνήσω και να λύσω έστω και στα όνειρά μου, μα όλο το αναβάλλω… Εμένα με τραβά το χώμα, τα φυτά, τα ζωντανά, όλα τα ζωντανά εκτός από τις κότες. Με τρομάζουν αυτά τα πουλιά, ιδίως από τότε που ένας μεγάλος εντυπωσιακός κόκορας με τα λειριά του να τρεμουλιάζουν και τα φτερά στον λαιμό του φουσκωμένα σα σωσίβιο, με κυνήγησε φτεροκοπώντας γύρω μου και τσιμπώντας με με το δυνατό του ράμφος.

Κοιτώ γύρω μου μου με τα μάτια μου τα πασπαλισμένα με ονειρόσκονη. Το οικόπεδο που έχει κτιστεί το σπίτι είναι γωνιακό. Στην απέναντι γωνιά του κήπου είναι το σφραγισμένο πηγάδι και πίσω του μια μεγάλη αποθήκη, το κοτέτσι, τα κλουβιά των κουνελιών και ο χώρος όπου κάπου κάπου φιλοξενούσαμε μικρά ορφανά αρνάκια, τα οποία φροντίζαμε ταΐζοντάς τα με μπιμπερό. Σαν περπατήσεις ως εκεί, βλέπεις τον πίσω μεγάλο κήπο με τις ελιές, τις πορτοκαλιές και τ’ άλλα καρποφόρα δέντρα, καθώς και το μεγάλο κόκκινο τρακτέρ του θείου. Εκεί βρισκόταν και το “εστιατόριό” μας. Είχαμε φτιάξει με κασόνια και τσιμεντότουβλα δυο τρία τραπεζάκια και “καρέκλες”. Πάνω στα τραπεζάκια είχαμε απλώσει τα κουζινικά μας, μικρά πλαστικά, ροζ πιατάκια, κουταλάκια, μαχαιροπίρουνα και αυτοσχέδια βάζα όπου βάζαμε αγριολούλουδα. Εγώ συνήθως ήμουν η σερβιτόρα και ταυτόχρονα η μαγείρισσα. Σημείωνα τις παραγγελίες σ’ ένα τεφτέρι κι έπειτα σέρβιρα όμορφα διακοσμημένα φύλλα και κεφτεδάκια από βρεγμένο χώμα στους πελάτες μου, την Κατερίνα, τη Μαρία, την αδερφή μου, τον Νίκο… Παίζαμε όλο το πρωί εκεί ή στο δρόμο και κατά τις δώδεκα που ξυπνούσε η θεία Γαλάτεια, μετακομίζαμε στην πίσω πλευρά του πετρόκτιστου σπιτιού, όπου κι εκεί υπάρχει μια μικρή διπλή σκάλα, που ανεβαίνει ως μια ακόμη μεγάλη εξώπορτα που δεν την είχα δει ποτέ ανοικτή. Αυτή ήταν η αγαπημένη μου γωνιά στον κήπο, καθώς μισοκρυβόμασταν πίσω από τους θάμνους με τις κάλες και τα κεράσια της Ιερουσαλήμ. Το κεράσι της Ιερουσαλήμ είναι ένας θάμνος, που κάνει μικρούς κόκκινους καρπούς ίσα με ένα βόλο, σα μικρές ντομάτες, που τους χρησιμοποιούσα για να διακοσμήσω με σχέδια τις λασπότουρτες που έφτιαχνα σε μικρά αλουμινένια ταψιά και τις οποίες σέρβιρα στις κυράδες μου που κάθονταν στο πεζούλι μπροστά από την εξώπορτα.

Σ’ αυτόν τον κήπο παντρεύτηκα τον Λευτέρη, ένα μυξιάρικο, γεμάτο φακίδες αγόρι, με κουμπάρους τις φιλενάδες μου. Ήμουν η πιο όμορφη νύφη που έχει υπάρξει ποτέ, με τα κορακί σκονισμένα μαλλιά μου να πετάνε σαν αγκάθια σκαντζόχοιρου κάτω από το σκισμένο βρώμικο τούλι που σκέπαζε το πρόσωπό μου στο χρώμα της σοκολάτας γάλακτος. Τα σμιχτά φρύδια μου που μοιάζανε σαν τα πουλιά που ζωγραφίζουν τα μικρά παιδιά, σκίαζαν τα μαυριδερά μάτια μου. Το δε νυφικό μου, ένα χιονάτο λευκό φόρεμα που μύριζε ακόμη σαπούνι όταν μου το φόρεσε η θεια μου η Αγλαΐτσα εκείνο το πρωί και που είχε πάρει πια ένα χρώμα ωραιότατο λασποκαφετί, είμαι σίγουρη ότι θα το ζήλευαν πολλές! Ο γαμπρός βέβαια λάκισε αμέσως μετά τον γάμο και κάναμε μήνες να τον ξαναδούμε…

Σ’ αυτόν τον κήπο φτιάξαμε τις παγίδες μας, καμουφλαρισμένες τρύπες, για να πιάσουμε άγρια θηρία. Το μόνο θηρίο που πιάστηκε όμως ήταν η θεία Γαλάτεια, η γυναίκα του θείου μου, που σαβουριάστηκε καθώς υποχώρησαν τα καλάμια και χώθηκε το παχουλό της πόδι μέσα στην τρύπα. Μετά από αυτό μας έβαλε και κλείσαμε όλες τις τρύπες, πέταξε όλα τα κουζινικά μας και κατέστρεψε το εστιατόριό μας… Με τα χρόνια κατέστρεψε κι όλα τα λουλούδια του κήπου, την κληματαριά, τις κάλες και τα κεράσια της Ιερουσαλήμ, τις Πασχαλιές και κάμποσα από τα δέντρα και κάπως έτσι χάθηκε ο κήπος μας…

Το σπίτι όμως στέκει ακόμη, αν και πληγωμένο από τα χρόνια. Όσο φωτεινός και πολύχρωμος ήταν ο κήπος, τόσο μουντό και σκοτεινό ήταν το σπίτι, ταίριαζε λες με τη μαυροφορεμένη γιαγιά μου. Για κάποιο λόγο που ποτέ δεν κατάλαβα, σπάνια ανοίγαμε τα ξύλινα παντζούρια. Όπως δεν κατάλαβα ποτέ γιατί έπρεπε να έχουμε κλειδωμένο το δωμάτιο της “σάλας” για την περίπτωση που έρθει κανείς και τελικά ζήτημα ήταν αν το ανοίγαμε δυο φορές το χρόνο, μα ούτε και τότε μας άφηναν να πάρουμε σοκολατάκι από το βάζο.

Απ’ όλο το σπίτι, ένα δωμάτιο λάτρευα και ταυτόχρονα έτρεμα, το δωμάτιο του θείου μου. Δεν έμοιαζε με κανένα άλλο δωμάτιο. Όλοι οι τοίχοι ως το ταβάνι αντί για αφίσες ήταν γεμάτοι με τις ζωηρόχρωμες ζωγραφιές του θείου Κοσμά. Περίεργα άγονα τοπία, άλογα, πορτρέτα γυναικών που με κοίταζαν άλλοτε χαμογελαστές κι άλλοτε θυμωμένες, ένας περίεργος τύπος σαν ινδιάνος με κρεμαστά αυτιά σκυλιού που άλλοτε συγκρατούσε το σκυλί που είχε στα πόδια του από το να μου ορμήσει κι άλλοτε με κοιτούσαν και οι δυο σαν να ήμουν κάτι αξιοπερίεργο… Κάθε φορά που κατάφερνα να τρυπώσω στο δωμάτιο, χανόμουν μέσα σε εκείνα τα μεγάλα ορθογώνια παράθυρα που με οδηγούσαν σε μυστηριακούς πολύχρωμους κόσμους.

Στα όνειρά μου συχνά περπατώ με βαριά βήματα πάνω στις ξύλινες σανίδες του σπιτιού, ακούγοντας το παραπονιάρικο τρίξιμο και νιώθοντας ακόμη εκείνη την ελαφριά ταλάντωση που έκαναν. Είναι περίεργο το τι θυμούνται οι άνθρωποι καθώς περνούν τα χρόνια, μα στα παιδικά μου μάτια αυτές οι σανίδες ήταν μέγα μυστήριο. Καταρχάς αν ήξερες να “ακούς”, πρόδιδαν οποιονδήποτε περπατούσε πάνω τους οπουδήποτε στο παλιό σπίτι. Το κάποτε ζωηρό βήμα της γιαγιάς μου, που κάθε χρόνο γινόταν όλο και πιο σουρτό. Το διακριτικό βήμα της θείας Αγλαΐας. Το βιαστικό βήμα της μάνας μου. Το ανάλαφρο βήμα του θείου Κοσμά. Το βαρύ πομπώδες βήμα της θείας Γαλάτειας που έκανε όλες τις σανίδες να βογκούν απελπισμένες… Έπειτα ήταν εκείνο το πηχτό σκοτάδι που ξεχύνονταν ανάμεσα από τις χαραμάδες τους και τις τρύπες τους. Από τη μία με φόβιζε και από την άλλη με εξίταρε να βρω τι κρυβόταν από κάτω, πού πήγαιναν τα πράγματα που μας έπεφταν και χάνονταν, όπως το παπουτσάκι της κούκλας μου;

Μια μέρα κατάφερα να βρω ένα φακό, έγειρα πάνω από μια τρύπα από ρόζο και φώτισα ίσα πάνω στο σκοτάδι, μα όσο και αν προσπάθησα να διακρίνω κάτι, δεν τα κατάφερα. Το μυστήριο λύθηκε τη μέρα που ο θείος Κοσμάς άνοιξε την καταπακτή που μέχρι τότε μου την έκρυβαν κάτω από το κιλίμι του διαδρόμου. Κατέβηκα στο υγρό κατώι με την καρδιά μου να βροντοκτυπά. Η μυρωδιά της σκόνης, της σαπίλας και της μούχλας με κατέκλυσαν. Πάνω στο πατημένο χώμα έπεφταν μια αχνή λωρίδα φωτός από δύο ορθογώνια ανοίγματα ψηλά στον τοίχο. Βρισκόμουν πια κάτω από το σανιδένιο πάτωμα, το οποίο στήριζαν κάθετα τοποθετημένα κλαδιά που σχημάτιζαν ένα μικρό σκοτεινό δάσος. Μια αψίδα σαν ανοιχτό στόμα δράκου οδηγούσε στα σκοτεινά πίσω δωμάτια, μα δεν τόλμησα να τη διαβώ, μόνο πήρα να τριγυρνώ εκστασιασμένη ανάμεσα στα κάθετα ξύλα καθώς τα μάτια μου συνήθιζαν στο σκοτάδι, ν’ ακούω τα τρομαγμένα τσιρίγματα των ποντικών και να ψάχνω να βρω καμιά ξεχασμένη λίρα από τα σακούλια που έλεγε η μάνα μου ότι κάποτε φύλαγε ο παππούς στο κατώι μας, όμως το μόνο που βρήκα ήταν μερικά σακιά με βρωμερές πατάτες. Έπειτα από αρκετή ώρα και αρκετά “Θα φας;” είχα τόσο βαρεθεί στο κατώι, που κανένα μυστήριο δεν έκρυβε πια, ώστε απάντησα θετικά, προς μεγάλη ανακούφιση του θείου μου, που τον έβλεπα τόση ώρα μέσα από τις χαραμάδες να κάθεται πάνω στην καταπακτή και να διαβάζει Μίκυ Μάους. Ο καημένος, απογοητευμένος που η “τιμωρία” δεν έπιασε και εγώ έκανα ξανά τα ίδια, δε με ξανακατέβασε ποτέ στο κατώι και συνέχισε να με “τιμωρεί” με τον παλιό καλό τρόπο, να με κυνηγά στην αυλή κραδαίνοντας μια βίτσα από το κίτρινο γιασεμί μας και φωνάζοντάς μου “Άκου την πώς τραγουδά!” καθώς βίτσιζε τον αέρα, ενώ εγώ έσκουζα δήθεν έντρομη. Ποτέ όμως δε θυμάμαι να είχα φάει καμιά. Ίσως γιατί πάντα φρόντιζα να καταλήγω στην αγκαλιά της γιαγιάς μου.

Θυμάμαι έντονα και τη μέρα που ο θείος μου κατέβασε την αδερφή μου στο κατώι. Είχαμε καταφέρει πια να βρούμε πού ήταν οι τρύπες φωτός στον εξωτερικό τοίχο και είχαμε καθίσει απ’ έξω όλα τα παιδιά, της μιλούσαμε, της κρατούσαμε τα χέρια για να μη φοβάται και προσπαθούσαμε να την τραβήξουμε έξω, που φυσικά ήταν αδύνατον. Τελικά και η αδερφή μου υποχώρησε και ο θείος την έβγαλε και την ανάγκασε να φάει ένα ολόκληρο πιάτο τηγανητές πατάτες -Τώρα άδικο είχε που μας έβαλε τιμωρία; Είναι δυνατόν παιδί και να μην τρώει τηγανητές πατάτες;- ενώ εκείνος περιέγραφε γελώντας στη γιαγιά μου και τη θεια μου, τις μάταιες προσπάθειές μας να την απεγκλωβίσουμε και να μεγαλώσουμε το άνοιγμα…

Και ξάφνου τη χρονιά που τελείωσα το δημοτικό, οι μεγάλοι μας ανακοίνωσαν ότι δε θα μπορούσαμε πια να ξεκαλοκαιριάζουμε στο σπίτι μας, παρόλο που άνηκε σε όλους στα χαρτιά, γιατί θα έμεναν εκεί μόνο ο θείος μου και η θεία μου, ως είθισται από τους άγραφους νόμους του χωριού. Δε μας άφησαν καν να το αποχαιρετήσουμε. Έτσι δεν κατάφερα ποτέ να λύσω το μυστήριο του τι υπήρχε πίσω από την καμάρα στο κατώι, ούτε του τι έκρυβε η κλειδωμένη ντουλάπα στο υπνοδωμάτιο της θείας και ο μπουφές στη σάλα, ή τι υπήρχε κάτω από το κάλυμμα του πηγαδιού…

Ακόμη και η γιαγιά μου, που είχε μεγαλώσει σ’ αυτό το σπίτι, αναγκάστηκε να μετακομίσει μαζί με την κόρη της, την Αγλαΐτσα, που είχε πρόσφατα παντρευτεί. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η γιαγιά μου μας παρακάλεσε πολλές φορές με δάκρυα στα μάτια να επιστρέψει στο πατρικό της σπίτι και κάθε φορά της προέβαλαν ένα σωρό εμπόδια, ώσπου πια της ήταν αδύνατο να κατέβει τη μεγάλη σκάλα, πόσο μάλλον να φτάσει έστω έξω από το σπίτι όπου γεννήθηκε, μεγάλωσε, παντρεύτηκε και ανέθρεψε τα παιδιά της. Τι κι αν τις νύχτες κουλουριαζόμουν δίπλα της στο κρεβάτι της, όπως έκανα όταν ήμουν μικρή, προσπαθώντας να την παρηγορήσω… Ούτε τον εαυτό μου δεν μπορούσα να παρηγορήσω, καθώς ήξερα πια καλά ότι δεν ήταν το σπίτι που μου έλειπε, αλλά τα ξέγνοιαστα εκείνα χρόνια και τώρα το μόνο που μου έμενε ήταν να περιδιαβαίνω τον ολάνθιστο κήπο και το μυστηριώδες σπίτι στα όνειρά μου και να ελπίζω σε ευχάριστα απρόβλεπτες μέρες του μέλλοντος στο ξύπνημά μου…

Αναστασία Χ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading