Μια φορά κι έναν καιρό, μια παγωμένη φθινοπωρινή νύχτα, πριν από πολλά-πολλά χρόνια, γεννήθηκε ένα αγόρι με μάτια και μαλλιά μαύρα σαν την πίσσα, σ’ ένα απομονωμένο κάστρο στην κορυφή ενός βουνού. Οι γονείς του, τον φώναζαν «πρίγκηπα του σκότους» γιατί λάτρευε το σκοτάδι.
Ο πρίγκηπας, όσο μεγάλωνε, κλεινόταν με τις ώρες σ’ ένα δωμάτιο και ζωγράφιζε. Ζωγράφιζε από μικρό παιδί ένα και μόνο σχέδιο. Ένα κορίτσι. Ένα κορίτσι, τελείως διαφορετικό από ‘κείνον, με μαλλιά σαν τον ήλιο και μάτια σαν τη θάλασσα. Ένα κορίτσι που έβλεπε από μικρό παιδί στα όνειρά του. Εκείνο το κορίτσι ήταν για τον ίδιο μια παρηγοριά στη μοναξιά του. Μια ζεστασιά στην καρδιά του. Μια χαραμάδα φωτός στην σκοτεινή του ψυχή…
Δεν ήταν κακός. Ήταν επιλεκτικός. Περίμενε τον κατάλληλο άνθρωπο, αλλά και την κατάλληλη στιγμή, για να ανοίξει την καρδιά του και να δεχθεί το φως. Με τόσα χρόνια σκοτάδι, του ήταν πολύ δύσκολο να αφεθεί… Καταφύγιο και παρέα του το καβαλέτο, η παλέτα και η μορφή εκείνου του κοριτσιού…
Τα χρόνια όμως περνούσαν, το πριγκιπόπουλο είχε γίνει ένα πανέμορφο αγόρι και ένας μεγάλος σεισμός συντάραξε ολόκληρο το κάστρο. Αναγκάστηκε, λοιπόν, να εγκαταλείψει το κάστρο του και να κατέβει στο κοντινότερο χωριό. Ήταν μόνος και δεν του άρεσε. Είχε χάσει την ασφάλειά του κι είχε πάψει να ζωγραφίζει.
Η καρδιά του ράγιζε μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο. Είχε πια αποδεχτεί το σκοτάδι του. Έβλεπε το φως να απομακρύνεται…
Μα έκανε λάθος!
Την ημέρα των γενεθλίων του, αποφάσισε να επισκεφτεί το παλιό του κάστρο στο βουνό. Σπρώχνοντας τη μεγάλη πόρτα, η καρδιά του σφίχτηκε…
Απέναντί του στέκονταν ένα κορίτσι. Ένα κορίτσι με μαλλιά σαν τον ήλιο και μάτια σαν της θάλασσας. Ήταν το δικό του κορίτσι. Τον κοίταξε και του χαμογέλασε.
Για πρώτη φορά ένιωσε μια ζεστασιά να τυλίγει την παγωμένη του καρδιά.
– Πιστεύεις στα παραμύθια; τον αιφνιδίασε
– Μικρός, σταμάτησα! Πίστευα πως τα παραμύθια είναι για να κρατούν τα παιδιά μακριά από καθετί κακό. Μέχρι τώρα…
– Εγώ πιστεύω! Λένε πως εδώ έμενε ο πρίγκηπας του σκότους. Άκου τώρα να δεις… Μπορεί να υπάρχει άνθρωπος που να αγαπάει τόσο το σκοτάδι; Γι’ αυτό ήρθα εδώ… Για να δω αν είναι αληθινός και να του πω δυο λόγια!
– Τι θα του έλεγες; ρώτησε γεμάτος περιέργεια
– Αρχικά, θέλω να δω τα μαύρα μαλλιά και τα μαύρα μάτια του. Είμαι σίγουρη ότι θα βυθιστώ και μ’ αρέσει να βυθίζομαι στο άγνωστο. Α, ναι! Και θα του έλεγα ότι είναι βλάκας. Δε γίνεται να περάσεις τη ζωή σου μέσα στο σκοτάδι. Χρειάζεται και το φως.
– Μόνο αυτό; Θα τον έβλεπες και θα τον έβριζες;
– Όχι φυσικά! Στο τέλος, θα του έλεγα ότι είμαι ερωτευμένη μαζί του από μικρό κορίτσι!
– Ορίστε;
– Παράλογο, ε; Κι όμως! Από μικρή, ζωγράφιζα ένα αγόρι με μαλλιά και μάτια μαύρα σαν τη πίσσα. Τον έβλεπα στον ύπνο μου. Του μιλούσα! Αυτό το αγόρι ήταν η συντροφιά μου. Η ασφάλειά μου. Ε, πέρασαν τα χρόνια και από περιγραφές κι ιστορίες, κατάλαβα πως το αγόρι των ονείρων μου, είναι αυτός. Γίνεται να ερωτευτείς κάποιον που δεν υπάρχει; Γιατί αν δεν υπάρχει, θα μείνω με την απορία.
– Αν υπάρχει;
– Αν υπάρχει; Αν υπάρχει, θα είμαι η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον πλανήτη γιατί θα έχει γίνει το όνειρό μου πραγματικότητα.
– Κι αν δε σ’ ερωτευτεί;
– Δεν μπορείς να υποχρεώσεις κάποιον να σε ερωτευτεί ή να σε αγαπήσει. Δικαίωμά του. Ούτε οι πρώτοι θα είμαστε, ούτε οι τελευταίοι. Τουλάχιστον, θα με έχει κάνει χαρούμενη εν αγνοία του!
Κάθε της χαμόγελο μπάλωνε κι ένα σκίσιμο στην καρδιά του. Τον έκανε ευτυχισμένο εν αγνοία της. Πώς θα μπορούσε να της πει ότι εκείνος είναι αυτός που έψαχνε; Δε θα τον πίστευε κ αυτό τον τσάκιζε. Θα νόμιζε πως την κορόιδευε κι αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε.
Γύρισε για πρώτη φορά και τον κοίταξε μες στα μάτια. Στο μαύρο του βυθίστηκε και μαζί γνώρισε και το σκοτάδι. Το δικό του σκοτάδι.
– Εσύ είσαι! ψέλλισε.
Ο πρίγκιπας την πλησίασε, της έπιασε τα χέρια και τα φίλησε.
– Πάντα εγώ ήμουν. Ήμουν, είμαι και θα είμαι.
– Γιατί δε μου το είπες και με άφησες να μιλάω για σένα σε εσένα;
– Γιατί ήθελα να δω αν στον ξύπνιο μου, θα μου έλεγες όσα μου λες τόσα χρόνια στα όνειρά μου. Είσαι το φως στο σκοτάδι μου εδώ και πολλά χρόνια. Αν δεν ήσουν εσύ, δεν ξέρω αν θα γινόμουν αυτός που είμαι τώρα. Εσύ κράτησες την ελπίδα μου ζωντανή!
Τη φίλησε. Σκοτάδι και φως έγιναν ένα για πρώτη φορά. Δύο ζωές ξεχασμένες, απέκτησαν νόημα σε μια στιγμή.
– Πιστεύεις στα παραμύθια; τον ρώτησε.
– Πιστεύω στο δικό μου παραμύθι! της απάντησε. Στο παραμύθι που η πριγκίπισσα σώζει τον πρίγκηπα.
– Τον πρίγκηπα του σκότους. Τον δικό μου πρίγκηπα! είπε και τον έκλεισε σφιχτά στην αγκαλιά της.
Η ζωή είναι γεμάτη αντιθέσεις κι εκείνοι έδωσαν νόημα στη δικιά τους αντίθεση. Φως και σκοτάδι. Αιώνιοι εραστές. Αιώνιο «μαζί».
Να θυμάσαι… Στο σκοτάδι λυγίζουν οι άνθρωποι. Το φως δεν το φοβούνται…
Κι έζησαν αυτοί καλά κ εμείς καλύτερα!
Κατερίνα Μοχράνη
