Η Στάσα και η Νέμεσις

H Στάσα έχασε τον άνδρα της, ούσα έγκυος στο τρίτο παιδί. Για την ακρίβεια στο τέταρτο, είχε γεννήσει και ένα θνησιγενές ενδιάμεσα. Ο λατρεμένος της Φώτης δε θα αντίκριζε ποτέ την κόρη που τόσο λαχταρούσε. Ίσως την καμάρωνε από ψηλά, αυτό σκεφτόταν για παρηγοριά η χήρα, αλλά θα προτιμούσε την χείρα βοηθείας του, απ’ την ορφανή πατρός, θυγατέρα τους!

Αποφάσισε να την βαπτίσει Φωτεινή, θα ήταν η ηλιαχτίδα στο σκοτάδι της. Άλλωστε κανείς δεν περίμενε να πιάσει παιδί στα σαράντα δύο της. Τα δυο αγόρια της, ο μεγάλος έκλεινε τα είκοσι τρία, ο μικρός τα δεκαοχτώ. Φαγωνότανε σαν τον σκύλο με την γάτα όταν ζούσε ο πατέρας τους, ποιος θα έκλεβε την εύνοιά του. Με την απώλειά του όμως, μεγαλώσανε απότομα.

Εκείνο το βράδυ που δεν ήθελε κανείς τους να θυμάται. Τρεις η ώρα την νύχτα, ο Φώτης έτρεξε να ξεγεννήσει μια φοράδα που υπέφερε, μια ώρα δρόμο. Στην επιστροφή, ένας μεθυσμένος οδηγός τον πέταξε στο γκρεμό, στην στροφή πριν μπει στο χωριό. Αν και ο υπαίτιος, μέσα στη θολούρα του, αντιλήφθηκε τη ζημιά που προκάλεσε και σταμάτησε, ήταν ήδη αργά για τον Φώτη. Πέντε μήνες μετά, μαυροντυμένη, σπάσανε τα νερά της Στάσας. Όση αγάπη δεν πρόλαβε να χαρεί με τον άνδρα της, την ξαναγέννησε η μπέμπα. Όσο ζόρι και μαράζι τράβηξε στην εγκυμοσύνη της, διπλά χαμόγελα και πολλαπλές χαρές της χάρισε η Φωτεινή της.

Ο Νίκος, ο πρωτότοκος, ενεργός από μικρός στην συνδρομή των συνανθρώπων του, δραστήριος από το 15μελές της τάξης του, έφθασε πρόεδρος της μικρής κοινότητας. Παντρεύτηκε τον σχολικό του έρωτα και έγινε με την σειρά του πατέρας διδύμων. Ο Μίλτος στην Αθήνα, μόνιμος στρατιωτικός, παρέμενε ελεύθερος και ωραίος. Όποτε έπαιρνε μαζεμένα ρεπό, ανέβαινε στο πατρικό του -τρεισήμισι ώρες απόσταση απ’ την πρωτεύουσα ήταν ο κάμπος του Βλοχού. Καμάρωνε δίπλα του η περήφανη μητέρα του, στο παράστημα ήταν ίδιος ο μακαρίτης ο πατέρας του. Και οι γιοί της παρομοίαζαν την πολυλογία της με τον ήχο απ’ τα γάργαρη ροή του Ενιπέα που διέσχιζε τον τόπο τους. Και που έμελλε να γίνει υγρός τάφος για σχεδόν όλα τους τα ζωντανά, εκείνη την μαύρη Δευτέρα του Σεπτέμβρη του 2023. Πνιγήκανε και δυο χωριανοί τους. Ευτυχώς η μικροκαμωμένη κυρά-Στάσα, που είχε καβαντζώσει τα εβδομήντα πέντε, τα κατάφερε και σκαρφάλωσε πάνω στην βαριά ξύλινη ντουλάπα, μένοντας στεγνή μέχρι να καταφέρει με την βάρκα να την πάρει ο Νίκος το απόγευμα της επόμενης μέρας. Είχε δίπλα της πέντε δίλιτρα νερά και μια φραντζόλα ψωμί. Η εμπειρία, η τύχη και η καπατσοσύνη της, την σώσανε. Ξανασηκώσανε τα μανίκια οικογενειακώς, να καθαρίσουν σπίτια, στάβλους, δρόμους, να πετάξουν την λάσπη από παντού, να γίνουν όπως ήταν πρότερα, καθάρια σαν την ψυχή τους.

Πέρασε ένας χρόνος, η κυρά-Στάσα είχε λίγο καταπέσει, το γήρας της είχε πάρει ελαφρώς τα μυαλά. Μπορεί η λαχτάρα της να δει τον σύζυγό της να την νίκησε, κάνοντας την λογική της να υποχωρήσει κάπως. Σάββατο πρωί ήταν που άρχισε να λέει στον Νίκο «τα δικά της»: πως είδε τον πατέρα του, πως της είπε πως είναι καλά, πως του στέλνει χαιρετίσματα. Τι να πει ο πρωτότοκος, την ρωτά, για τον Μίλτο δεν σε ρώτησε ο μπαμπάς; Του απαντά η μάνα, αφού μαζί ήταν οι δυο τους, τι μου λες χαζά; Δαγκώθηκε ο γιος, έπρεπε να πάρει τα μέτρα του, περισσότερη φροντίδα, δε θα την άφηναν συχνά μόνη, εναλλάξ θα πηγαίνανε με την Φωτεινή. Και από βδομάδα θα έκλεινε ραντεβού με τον νευρολόγο στην Καρδίτσα. Δεν πρόλαβε. Το βράδυ στις 01:30 δέχθηκε το χειρότερο τηλεφώνημα της ζωής του απ’ το νοσοκομείο της Βούλας. Σε μια διχάλα στην Μαρκοπούλου, ένας οδηγός που παραβίασε το στοπ, παρέσυρε τον Μίλτο. Το μηχανάκι του εκσφενδονίστηκε σε μια μάνδρα, ο αδελφός του μεταφέρθηκε στην κλινική, αλλά δεν άντεξε ούτε μία ώρα.

Κατέβασε το ακουστικό και το ένιωσε τόσο βαρύ, σαν να σφραγίσανε την ταφόπλακα που πλάκωσε στο στήθος του Νίκου. Και θα έπρεπε να μεταδώσει το ίδιο φαρμάκι της είδησης, στην αδελφή του, την Φωτεινή.

Την επομένη μάθανε πως ο δράστης κυκλοφορούσε με κλεμμένο αμάξι και διέφυγε απ’ το σημείο που έκοψε το νήμα της ζωής του Μίλτου. Το όχημα βρέθηκε παρατημένο λίγα χιλιόμετρα μακριά, προφανώς τον βοηθήσανε να το σκάσει. Ήταν γνωστός των αρχών όπως αποδείχτηκε. Καταζητούμενος για κλοπές, αρχηγός συμμορίας, ο επονομαζόμενος Σταλόνε.

Το κεφάλι του Νίκου, γέμισε άχρηστες πληροφορίες. Πώς θα το λέγανε στην μάνα! Κανείς δεν τολμούσε. Και αυτή όλο ρώταγε, τι κάνει ο Μίλτος, πάρ’ τε τον βιντεοκλήση να τον δω, δεν τον βρίσκω στο σταθερό… Έχει βάρδια, θα μας πάρει αυτός μόλις μπορέσει, της απαντούσαν.

Τρεις μέρες μετά η κυρά-Στάσα ξυπνά χαμογελαστή. Η νύφη της την βρίσκει να τρώει κεφάτη το πρωινό της και να τους περιμένει. Τον είδα στον ύπνο μου, τον Μίλτο μου, είπε πως είναι πολύ καλά και ανυπομονεί να με δει! Βόηθα με να μαζέψω τα απαραίτητα για να με πάτε στον Άη-Θανάση να ανάψω τα κεράκια. Μετά θα με αφήσετε στο καλύβι μας, στην Μεσοράχη. Από πέρσι έχω να πάω, να δω πώς είναι εκεί. Να καθαρίσω λίγο, να βάλω και φρέσκο ποντικοφάρμακο στα δολώματα, θα έχουν φάει τον τόπο τα άτιμα! Θα περάσει από εκεί μου είπε με την μοτοσικλέτα του να με πάρει ο αδελφός σου. Αποσβολωμένος την κοίταγε ο Νίκος, ποια μηχανή ρε μάνα, πού θ’ ανέβεις, πώς να της το πούμε… δαγκωνόταν και μονολογούσε στα χαμένα. Μα η μητέρα του έλαμπε μετά από καιρό, οπότε τι να κάνει, την πήγε. Έκατσε μαζί της ως το μεσημέρι που θα την άφηνε να ξεκουραστεί την Στάσα στο φρεσκοστρωμένο κρεβάτι. Την αποχαιρέτισε, μαλώνοντάς την να πάει να γείρει μέσα και πως σε κάνα δυο ώρες θα πέρναγε η Φωτεινή να την γυρίσει πίσω. Δε χρειάζεται, του φώναζε ενώ ξεχορτάριαζε τις πρασινάδες απ’ την μάνδρα. Σου είπα θα έρθει ο Μίλτος, θα πιούμε τον απογευματινό ελληνικό μας παρέα και θα με φέρει αυτός.

Γύρω στις έξι, η κόρη της άνοιγε την καγκελόπορτα. Επίτηδες την είχε διπλοκλειδώσει μέσα ο Νίκος, μην της ερχόταν καμιά ιδέα και βολτάρει στα χωράφια. Μπήκε στην κάμαρη. Φώναξε, ξαναφώναξε, άφαντη η μάνα της. Πελαγωμένη, μπήκε στο αγροτικό, τρέχοντας για τους στάβλους, στον αδελφό της, λίγα χιλιόμετρα πιο πριν. Μα δεν μπορεί να πήγε πουθενά, αυτός είχε το μοναδικό κλειδί που απέμεινε και το είχε πάρει νωρίτερα η Φωτεινή. Το δεύτερο ήταν στο μπρελόκ του μακαρίτη, στην μίζα απ’ το μοιραίο μηχανάκι, που είχε σκορπιστεί μαζί με τον αναβάτη στην άσφαλτο.

Περπατώντας και αναζητώντας λίγο πριν δύσει ο ήλιος, την μάνα τους μαζί με έναν ξάδελφό του, στα πεντακόσια μέτρα παρακάτω απ’ το καλύβι τους, στην άκρη του δρόμου, διέκρινε ένα πολυτελές τζιπ με σκασμένο πίσω λάστιχο ο Νίκος. Απ’ το κατεβασμένο παράθυρό του, είδαν έναν άνδρα με αφρούς και αίμα στα χείλη, με το πουκάμισό του κίτρινο απ’ τους εμετούς του. Πλησίασε επιφυλακτικά την ορθάνοικτη πόρτα του συνοδηγού. Στο χαλάκι διέκρινε με το ξεραμένο κατακάθι του, πεσμένο το φλιτζάνι απ’ τα τέσσερα παράταιρα που είχαν στο καμαράκι τους. Αστραπιαία το εξαφάνισε στον κόρφο του ο Νίκος, ούτε ο ίδιος ήξερε γιατί. Στο σημείο δεν πιάνανε τα κινητά, αλλά ευτυχώς είχε ειδοποιηθεί το κοντινό αστυνομικό τμήμα για την κυρά-Στάσα και δεν άργησε να περάσει το περιπολικό. Διαπιστώσανε πως το Audi ήταν κλεμμένο απ’ την Αθήνα με πινακίδες Θεσσαλονίκης και στη θέση του οδηγού κειτόταν νεκρός ο Ιωάννης Μόρφας ή αλλιώς Σταλόνε. Η νεκροψία έδειξε πως είχε δηλητηριαστεί με φωσφίνη, αντιπαρασιτικό για τρωκτικά.

Την κυρά-Στάσα συνέχισε να την ψάχνει όλο το χωριό για τρία μερόνυχτα. Δεν την βρήκανε ποτέ. Άλυτο το μυστήριο της εξαφάνισής της, που παραδόξως δεν στεναχώρησε τον Νίκο όσο ο ίδιος νόμιζε. Μάλλον αισθανόταν μια γλυκόπικρη ανακούφιση που έκρυβε η Νέμεσις… ίσως όντως την πήρε μαζί στην αιώνια βαρκάδα του στα νερά του Ενιπέα, ο Μίλτος της! Με έναν περίεργο τρόπο βγήκαν αληθινά τα λεγόμενά της: είχε σμίξει με τους ωκύμορους αγαπημένους της, άνδρα και γιο!

Μαρίτσα Καρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading