Νεκρό κοχύλι

Είχαμε πολλούς αγαπημένους προορισμούς, χωριουδάκια, βουνά, μαγαζιά μέσα στην πόλη και πλατείες, μα… ο αγαπημένος μας ήταν ένας, μια παραλία, λίγα βήματα μακριά από το σπίτι. Δεν ήταν από αυτές τις οργανωμένες με τις ξαπλώστρες, το πλήθος κόσμου και την εκκωφαντική μουσική. Είχε μονάχα ένα παγκάκι ακριβώς απέναντι από την ακτή. Ένα παγκάκι, που έμοιαζε να σηματοδοτεί πως το μέρος είναι φτιαγμένο για δύο. Πράγματι, το χειμώνα -που ήταν η αγαπημένη μας εποχή να συχνάζουμε- ήμασταν πάντα οι δυο μας. Φορούσαμε βαριά ρούχα και καθόμασταν εκεί και με πιασμένα τα χέρια ανταλλάσσοντας φιλιά, αγκαλιές και όνειρα. Όμως δεν ήταν το παγκάκι αυτό που λατρεύαμε στην παραλία αυτή, μα το πλήθος από κοχύλια που υπήρχε στη στεριά. Ήταν τόσα πολλά, που σχεδόν έφταναν αριθμητικά τα πετραδάκια!

Μερικές φορές παίρναμε από ένα μεγάλο κοχύλι που βρίσκαμε και το βάζαμε στο αυτί μας, να ακούσουμε τον όμορφο ήχο που έβγαζε… Μια μέρα σου είχα πει πως λατρεύω να ακούω τον ήχο της θάλασσας μέσα από το κοχύλι κι εσύ με διόρθωσες λέγοντάς μου πως δεν είναι η θάλασσα αυτό που ακούγεται, μα ο ήχος της κυκλοφορίας του αίματος στο αυτί μας. Μου εξήγησες πως το κοχύλι αποτελείται από ένα υλικό πλήρως ηχομονωτικό και το σχήμα του είναι τέτοιο, ώστε να μπορεί να «μεγαλώσει» έναν ήχο και ενισχύεται ακόμα περισσότερο, επειδή δημιουργείται και ηχώ μέσα του. Κάπως έτσι, μπορούμε να ακούμε τον απόηχο, των παλμών των φλεβών μας… Σε κοίταζα με θαυμασμό, όπως κάθε φορά που μοιραζόσουν μαζί μου τις γνώσεις σου. Με βοηθούσες να βλέπω τη ζωή από άλλη οπτική, να στοχάζομαι περισσότερο, να γεμίζω έμπνευση. Κάπως έτσι, σκέφτηκα πως θα μπορούσαμε να παραλληλίσουμε την ιδέα που έχουμε ότι ακούμε τους παφλασμούς τον κυμάτων όταν βάζουμε το κοχύλι στο αυτί μας, με τις προσδοκίες μας για μερικούς ανθρώπους. Όπως ο ήχος του κοχυλιού προέρχεται στην ουσία από εμάς τους ίδιους, μα δεν το ξέρουμε, έτσι και η εικόνα μας για μερικούς ανθρώπους είναι η αντανάκλαση του εσωτερικού μας κόσμου και των προσδοκιών μας, ενώ εμείς νομίζουμε πως προέρχεται από τη συμπεριφορά τους. Μοιράστηκα μαζί σου τη σκέψη μου και συμφώνησες, λέγοντάς μου πως όντως ο κόσμος είναι γεμάτος από κοχύλια νεκρά και ανθρώπους που τα βάζουν με χαρά στο αυτί τους, νομίζοντας ότι τους αφιερώνουν ένα τραγούδι τους, το οποίο όμως στην ουσία το τραγουδούν οι ίδιοι. Μου άρεσε πολύ να ακονίζουμε με τέτοιους τρόπους το μυαλό μας, να χτίσουμε ιστορίες γεμάτες μεταφορές. Ένιωθα πως με καταλάβαινες απόλυτα και πως τα μάτια σου εξέπεμπαν φως τόσο, που έσπαγε από λίγο τον πάγο της ψυχής μου, κάθε φορά που τα κοιτούσα. Περάσαμε πολλές στιγμές σε εκείνο το παγκάκι και μοιραστήκαμε τόσα πολλά. Το καλοκαίρι ελαττώναμε τις επισκέψεις μας και πηγαίναμε κάποιες φορές μονάχα αργά το βράδυ, γιατί μαζευόταν κόσμος κι εμείς θέλαμε να έχουμε την παραλία δική μας.

Πέρασε ο καιρός και βρίσκομαι πια να κάθομαι σε τούτο το παγκάκι με την αγκαλιά μου άδεια. Με έχεις προδώσει, ενώ είχα ονειρευτεί μια ολόκληρη ζωή μαζί σου… Αγναντεύω τη θάλασσα και νοσταλγώ τις κουβέντες μας τις σοβαρές, τις τρυφερές, τις αστείες… Κάποια στιγμή διστακτικά σηκώνομαι και με βουρκωμένα μάτια αρχίζω να χαζεύω τα κοχύλια της παραλίας. Παίρνω το πιο μεγάλο που βρήκα και το βάζω στο αυτί μου. Όσο ακούω τον ήχο σε σκέφτομαι και αφήνω τα δάκρυά μου να κυλούν. Διαπίστωσα τότε, πως δεν ήσουν τίποτε παραπάνω από το νεκρό μου κοχύλι κι εγώ ένας τραγουδοποιός, δίχως επίγνωση της ιδιότητάς του.

Ιωάννα Χαντζαρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading