Βαρύ φορτίο

“Συννεφιά και σήμερα…” μονολόγησε κι αναστέναξε, κοιτώντας απ’ το παραθυράκι της κουζίνας. Τράβηξε το κουρτινάκι με το αδύναμο χέρι της κι έσυρε τα βήματά της αργά μέχρι το τραπέζι. Πόσα χρόνια το είχε αλήθεια αυτό το τραπέζι; Απ’ το γάμο της ακόμη, πάνω από 65 χρόνια πριν. Ξύλινο, απ’ τα καλά, ο αδερφός του άντρα της τους το είχε φτιάξει, που ήταν μαραγκός απ’ τους λίγους. Κι αλήθεια, τόσα χρόνια τίποτα δεν είχε πάθει! Από 8 μετακομίσεις είχε επιβιώσει, από αμέτρητα οικογενειακά τραπέζια, από αναρίθμητες ώρες διαβασμάτων των παιδιών, την ώρα που εκείνη μαγείρευε ή έπλενε τα πιάτα… Τα παιδιά της… Κοίταξε με νοσταλγία και υποψία θλίψης τις φωτογραφίες δεξιά στον τοίχο. Ο Αρίστος της μωρό, ο πρωτότοκος. Η Θάλεια, η μοναχοκόρη της, στο νηπιαγωγείο. Κι ο Πετράκης, το στερνοπούλι της, να παίζει με την άμμο, σ’ εκείνες τις διακοπές που είχαν πάει όλοι μαζί στην Αλόννησο. Και πιο δίπλα στον τοίχο, οι φωτογραφίες απ’ τους γάμους τους. Και πιο κάτω τα παιδιά τους, τα εγγόνια της. Μια φωτογραφία απ’ το καθένα μέσα στην κούνια του, νεογέννητα, εφτά στο σύνολο. Ασυναίσθητα σταυροκοπήθηκε και ψιθύρισε “γερά να σας έχει ο Θεός!” κι ένιωσε ένα δάκρυ να κυλά στο δεξί της μάγουλο. Δεν μπήκε στον κόπο να το σκουπίσει. Είχε κουραστεί τόσα χρόνια να σκουπίζει δάκρυα…

Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της δούλευε. Γνώσεις πολλές δεν είχε, μόνο το δημοτικό είχε τελειώσει, γυμνάσιο δεν την άφησαν οι γονείς της να πάει, μην αρχίσει τα “γαμπρίσματα” και τι θα έλεγε ο κόσμος; Δούλευε χρόνια στα χωράφια, δίπλα στους γονείς της κι όταν στα 17 της παντρεύτηκε κι άνοιξε το δικό της σπιτικό, άρχισε να ασχολείται με τη ραπτική, μιας κι έπιαναν τα χέρια της. Είχε δει κι η πεθερά της το μεράκι της και της είχε κάνει δώρο μια ραπτομηχανή, μεταχειρισμένη βέβαια, αλλά σε καλή κατάσταση και σιγά σιγά το έκανε επάγγελμα. “Μ’ ένα απλό τσίτι, κάνεις θαύματα!” της έλεγε συχνά και της χάιδευε τα μαλλιά. Κι η Μάρω χαμογελούσε κι έφτιαχνε για όλη την οικογένεια τα πιο όμορφα ρούχα. Και για την πεθερά της, που ζούσε μαζί τους, χήρα από χρόνια, έφτιαχνε με αγάπη τα πιο όμορφα φορέματα, τις πιο όμορφες φούστες! Την αγαπούσε την πεθερά της, δεύτερη μάνα της την είχε. Και με περίσσια στοργή την φρόντισε όταν έπεσε κατάκοιτη πια, μέχρι που έκλεισε τα μάτια της.

Ο άντρας της, ο Γιώργης, ήταν 15 χρόνια μεγαλύτερός της. Λεφτά πολλά δεν είχε, αλλά ήταν εργατικός, καλόκαρδος κι από “σωστή” οικογένεια. Όταν πήγε να την ζητήσει απ’ τους γονείς της, η μάνα της Μάρως τη ρώτησε κρυφά απ’ τον πατέρα της αν κι η ίδια τον ήθελε και μόνο όταν άκουσε το “ναι” απ’ τα χείλη της θυγατέρας της, συμφώνησαν σ’ αυτό το γάμο. Και στιγμή δεν μετάνιωσε γι’ αυτό το “ναι” η Μάρω. Ο Γιώργης ήταν ένας υπέροχος άντρας και αγαπήθηκαν πολύ. Πάντα της γλυκομιλούσε, πάντα την βοηθούσε με το σπίτι και τα παιδιά και ας μην συνηθιζόταν τότε άντρας πράμα να πλένει τα πιάτα και να πηγαίνει τα παιδιά στο σχολείο. Μα οι 2 πρώτες εγκυμοσύνες της Μάρως έληξαν άδοξα κι ο γιατρός της είχε πει να προσέχει πολύ. Και πρόσεχε η Μάρω. Και την πρόσεχε κι ο Γιώργης κι η μάνα του. Και τα κατάφεραν τελικά κι έκαναν 3 παιδιά γερά. Ευλογημένοι ένιωθαν που τα είχαν καταφέρει κι είχαν φτιάξει μια τόσο όμορφη οικογένεια.

Τον Γιώργη της τον έχασε στα 70 του. Πάλευε καιρό με την “κακιά αρρώστια”, μα στο τέλος δεν τα κατάφερε. Κι η Μάρω ήταν δίπλα του, κερί αναμμένο, μέχρι το τέλος. Τα παιδιά ήταν και τα τρία παντρεμένα, είχαν φτιάξει τις οικογένειές τους, είχαν τις δουλειές και τα τρεχάματά τους και δεν μπορούσαν να συντρέξουν τους γονείς τους. Εξάλλου η Μάρω ήταν γερή και τα κατάφερνε. Και με το θάνατο του Γιώργη, άδειασε το σπίτι της κι η μισή ψυχή της, μα ποιος μπορεί να τα βάλει με το θάνατο και ποιος μπορεί ν’ αρνηθεί τη ζωή; Είχε χάσει τον άνθρωπό της, μα είχε τα παιδιά της, τα εγγόνια της, που την είχαν ανάγκη. Και συνέχισε να δουλεύει και συνέχισε να βοηθάει τα παιδιά της και οικονομικά, αλλά και με κάθε τρόπο που μπορούσε. Επτά εγγόνια, όλα απ’ τα “χέρια” της είχαν περάσει. Από μωράκια, μέχρι που έπαυαν να την έχουν ανάγκη. Και να τα παίρνει απ’ το σχολείο και να τους μαγειρεύει και να τ’ αγκαλιάζει. Μόνο να τα βοηθήσει στο διάβασμα δεν μπορούσε, λιγοστά τα γράμματα που ήξερε. Μα τ’ αγαπούσε κι ήταν εκεί γι’ αυτά. Κι εκείνα την αγαπούσαν και της έφτιαχναν ζωγραφιές και την αγκάλιαζαν και αυτά ήταν αρκετά για να γεμίζει η ψυχή της φως. Πώς είχαν περάσει τα χρόνια αλήθεια; 20 κόντευε η Μαρία, η μικρότερη εγγονή της…

Το μάτι της έπεσε στο μικρό, μαύρο κινητό που της είχε αγοράσει η Θάλεια, η κόρη της, χρόνια πριν. “Για να σε βρίσκουμε μαμά όταν βγαίνεις για ψώνια! Κι εσύ να μπορείς να μας πάρεις τηλέφωνο αν χρειαστείς κάτι, όπου κι αν είσαι!”. “Τι να το κάνω κορίτσι μου; Εγώ μέχρι την εκκλησία πάω πια και στο σούπερ μάρκετ… Να, εδώ στο σταθερό θα με παίρνετε κι από εδώ θα σας παίρνω…”. Μα ήταν ανένδοτη η Θάλεια, ήθελε να σιγουρευτεί πως η μαμά της θα ήταν ασφαλής. “Ένα χαζομηχάνημα θα με κρατάει ασφαλή…” μονολόγησε με πικρία.

Μία φορά την εβδομάδα άκουγε το χτύπο του. Μία φορά την εβδομάδα, κάθε Κυριακή απόγευμα συνήθως, την έπαιρνε κάποιο απ’ τα παιδιά της. Πάντα μία φορά την εβδομάδα και πάντα μόνο μια φορά. Θαρρείς κι είχαν συνεννοηθεί μεταξύ τους κι είχαν μοιράσει την υποχρέωση του τυπικού τηλεφωνήματος στη Μάρω, που πια στα 85 της ζούσε μόνη, με ελάχιστη φυσική επαφή με τους “δικούς της ανθρώπους”. Τους φανταζόταν καμιά φορά να έχουν βρεθεί όλοι μαζί και να σημειώνουν σε χαρτάκι, ποια Κυριακή θα τηλεφωνήσει ποιος, μην τυχόν και “αδικηθεί” κανείς και πάρει περισσότερες φορές απ’ τον άλλον. Μόνο ο Γιώργος, ο μεγαλύτερος εγγονός της έπαιρνε σε άσχετες ώρες και μέρες να δει πώς ήταν η γιαγιά του, αλλά κι εκείνον είχε να τον δει 3 ολόκληρα χρόνια, ζούσε στο εξωτερικό πια. Μα μήπως κι οι άλλοι, που ζούσαν πιο κοντά, την επισκέπτονταν συχνά; Πρέπει να είχε 4 μήνες απ’ την τελευταία φορά που πήγε κάποιος να την δει. Ίσως να ήταν και 5… ήταν τότε που είχε πάει να την δει ο Πέτρος με τη γυναίκα του και που της είπαν πως καταλαβαίνουν πως είναι δύσκολο πια να αυτοεξυπηρετείται και πως ίσως η καλύτερη λύση θα ήταν να έψαχναν έναν οίκο ευγηρίας, όπου θα μπορούσε να μένει. “Εκεί θα έχεις και γιατρούς κοντά, αν χρειαστείς κάτι, θα έχεις και παρέα. Είναι κρίμα να είσαι μόνη σου όλη μέρα…” της είχε πει ο Πέτρος αγκαλιάζοντάς την. Κι η Μάρω σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε ευθεία στα μάτια, καυτό σίδερο το βλέμμα της “Χρόνια μόνη τα καταφέρνω Πετρή μου και βοήθεια δεν ζήτησα ποτέ. Αν δω ότι δεν μπορώ, θα δω τι θα κάνω, μη σε μέλλει. Εσύ κοίτα την οικογένειά σου!”.

Και τα κατάφερνε ήταν η αλήθεια. Παρά τα 85 της χρόνια, μόνη της μαγείρευε και 2 φορές την εβδομάδα κατέβαινε για ψώνια στο σούπερ μάρκετ κάτω απ’ το σπίτι της και κάποιες Κυριακές έσερνε τα βήματά της και μέχρι την εκκλησία δύο στενά παρακάτω, να ευχαριστήσει τον Θεό για όσα της είχε χαρίσει και να τον παρακαλέσει να έχει καλά την οικογένειά της. Τα κατάφερνε, όπως τα είχε καταφέρει τόσα χρόνια κι είχε σταθεί σε όλους έναν έναν ξεχωριστά. Άλλον να τον βοηθήσει να αγοράσει ένα σπίτι, άλλον να του πληρώνει τις δόσεις του αυτοκινήτου με τη σύνταξή της, άλλον να τον βοηθήσει με τις σπουδές του παιδιού του κι όλους να τους αγαπά αληθινά, απόλυτα κι ανιδιοτελώς. Τα κατάφερνε, να μην γίνει “βαρύ φορτίο” σε κανέναν, να φροντίζει όλους και τον εαυτό της μόνη. Γιατί όλοι είχαν τις δουλειές και τις υποχρεώσεις τους, δεν ήθελε να τους επιβαρύνει. Ούτε τηλέφωνο ήθελε να τους παίρνει συχνά, καταλάβαινε απ’ τον τόνο της φωνής τους ότι από κάτι πολύ σημαντικό τους διέκοπτε πάντα. Ήξερε, έβλεπε, αντιλαμβανόταν και ποτέ της δεν παραπονέθηκε, ποτέ της δεν ζήτησε αγάπη. Γράμματα πολλά δεν ήξερε, μα γνώριζε πως η αγάπη προσφέρεται από καρδιάς, δεν ζητιανεύεται.

Εκείνο το Κυριακάτικο απόγευμα δεν απάντησε κανείς στον επίμονο ήχο κλήσης του μικρού, μαύρου κινητού. Εκείνο το ίδιο μεσημέρι, η κυρά Μάρω είχε πεθάνει γαλήνια στον ύπνο της, πάνω στο κρεβάτι της. Πάνω σ’ αυτό το κρεβάτι που είχε χωρέσει αμέτρητες αγκαλιές με τον άντρα της, τα παιδιά της και τα εγγόνια της. Πάνω σ’ αυτό το κρεβάτι που αγκάλιασε όλα τα δάκρυά της για τη μοναξιά που την μαστίγωνε αλύπητα τα τελευταία χρόνια. Σ’ αυτό το κρεβάτι την βρήκαν τα παιδιά της νεκρή το ίδιο βράδυ. Και παρά τα όσα είχε περάσει, παρά τον πόνο, παρά τα βάσανα, παρά τις απογοητεύσεις, η κυρά Μάρω είχε φύγει γαλήνια, ακριβώς όπως είχε ζήσει. Και τι παράξενο… έμοιαζε σχεδόν να χαμογελάει…

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading