[Σημείωση: Ο υπαστυνόμος Νικόπουλος που πρωταγωνιστεί εδώ έχει εμφανιστεί και σε άλλα κείμενά μου που δημοσιεύτηκαν στο site. Αυτά είναι: «Στο σούπερ μάρκετ», «Κείμενο αναγνώστη του Thebluez.gr», «Στο μπαρ» και «Η κόρη μου». ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει κάποιο από αυτά για να διαβάσετε το «Όταν συνηθίσεις το τέρας».]
Έφτασα στο σπίτι του Στάθη Βαΐτση στις οχτώ το βράδυ. Ήδη ήταν μαζεμένα περιπολικά και μηχανές, και ένοπλοι συνάδελφοί μου περίμεναν έξω από τη βίλα. Κόσμος είχε μαζευτεί λίγα μέτρα παραπέρα, όπως και τα μίντια φυσικά, αλλά έμενε πίσω από τις κορδέλες που είχαν στηθεί.
Βγήκα από το αυτοκίνητό μου και το κλείδωσα. Έκανε ζέστη και το απόγευμα έδινε σιγά-σιγά την θέση του στη νύχτα. Ένας αρχιφύλακας με πλησίασε.
Του έδειξα την ταυτότητά μου. «Είναι μέσα;» ρώτησα.
«Έτσι μας είπαν οι γείτονες, υπαστυνόμε».
Το σπίτι απ’ έξω φαινόταν ταλαιπωρημένο. Τρεις όροφοι, μεγάλος κήπος, με γκαζόν και τα τοιαύτα. Πόρτες ασφαλείας που ξεκλείδωναν με το αποτύπωμα του Βαΐτση. Κάμερες. Ένα αρκετά σύγχρονο οίκημα που προοριζόταν και για φρούριο.
«Είναι μόνος;»
«Έτσι μας είπαν. Πώς θέλετε να γίνει, υπαστυνόμε;»
«Θα μπω εγώ. Και βλέπουμε».
«Οκέι».
Έφτασα στην είσοδο. Ένας από τους αστυφύλακες που ήταν άσσος στα ηλεκτρονικά συστήματα ασφαλείας έκανε τα μαγικά του και η πόρτα ξεκλείδωσε. Έβγαλα το περίστροφο και μπήκα.
«Αστυνομία», φώναξα.
Τα φώτα λειτουργούσαν, αλλά στο χαμηλό. Ο διάδρομος που απλωνόταν εμπρός μου ήταν ευρύχωρος σε πλάτος, ενώ τα πλακάκια, όπως και οι τοίχοι, αντίθετα με την εξωτερική όψη του κτιρίου, ήταν σχεδόν πεντακάθαρα. Κάμερες σαν θολά, στρογγυλά μάτια με παρακολουθούσαν από ψηλά. Πέρασα το μπάνιο, που έμοιαζε σαν να βγήκε από διαφημιστικό καθαριστικού, και δύο υπνοδωμάτια αρκετά μεγάλα για να κοιμηθούν δέκα άτομα, με τηλεοράσεις τελευταίας τεχνολογίας και μίνι μπαρ. Καθαρά όλα, σαν να τα είχαν μόλις βγάλει από το κουτί τους.
Ένα σπίτι που είχε γνωρίσει δόξες μια φορά κι έναν καιρό.
Είδα τη σκάλα που οδηγούσε στα πάνω πατώματα.
«Εδώ», άκουσα μια αντρική φωνή.
Στράφηκα. Μια πόρτα ήταν κλειστή. Πλησίασα αργά. Δεν περίμενα εκπλήξεις από τον Βαΐτση, αλλά έπρεπε να είμαι προετοιμασμένος. Την έσπρωξα. Κουζίνα. Σαν μαγειρείο λόχου έπειτα από πάρτι. Βρόμικη. Τεράστια κι αυτή.
«Εδώ, στο σαλόνι», είπε ξανά ο άντρας.
Προχώρησα με το όπλο προτεταμένο.
Το σαλόνι ήταν πανέμορφο. Οι πίνακες στους τοίχους αναπαριστούσαν σκηνές από κυνήγι με άλογα και άτομα της «υψηλής κοινωνίας» να συζητούν, και έμοιαζαν πανάκριβοι. Η τραπεζαρία είχε ένα μπλε βάζο με κόκκινα τριαντάφυλλα στο κέντρο της. Η τηλεόραση θύμιζε γιγάντιο παζλ, με όλα τα κομμάτια στη σωστή θέση.
Αλλά εγώ εστίασα στον καναπέ. Άνετος, όπως και όλα εδώ μέσα, πρέπει να κόστιζε όσο τρεις ή και πέντε δικοί μου μισθοί. Όμως, δεν ήταν αυτό το θέμα.
Το πρόβλημα ήταν πως πάνω του καθόταν μια από τις ωραιότερες γυναίκες που έχω δει. Μελαχρινή, τα μαλλιά της βουρτσισμένα, λεπτή, σαν να μην την άγγιζε ο χρόνος. Φορούσε μαύρη μίνι φούστα και λευκό πουκάμισο. Κοιτούσε προς εμένα, αλλά όχι εμένα.
Δύο δευτερόλεπτα χρειάστηκα, όμως κατάλαβα. Ήταν τυφλή.
Ο Βαΐτσης ήταν δίπλα της. Το αμαξίδιό του ήταν ηλεκτρονικό. Δούλευε με σύστημα σαν αυτό των υπολογιστών. Πατέντα μιας ξένης εταιρείας, που ειδικευόταν σ’ αυτά. Ήταν ντυμένος με πράσινη μακό μπλούζα και τζιν παντελόνι. Γύρω στα σαράντα, τα ξανθά μαλλιά του ήταν κουρεμένα σε χωρίστρα. Τα μάτια του θλιμμένα.
Είχα μπροστά μου τον άνθρωπο που κάποτε όλες οι φυλλάδες τον είχαν στην πρώτη σελίδα. Όλα τα κοσμικά γεγονότα καταγράφονταν στο φακό με το χαμόγελο του Στάθη Βαΐτση να φέγγει ανάμεσα στους διάσημους. Τότε περπατούσε. Τότε ήταν μέσα σ’ όλα. Ο πατέρας του του άφησε μια περιουσία ικανή να αγοράσει και τη Βουλή ακόμα. Όλοι τον είχαν από κοντά τότε.
Μέχρι που έπαθε το αυτοκινητιστικό και έμεινε στο καρότσι. Και ξαφνικά το αστέρι χάθηκε.
«Γεια σου, αστυνομικέ», είπε. Δεν φοβόταν. Όχι εμένα, δηλαδή. Είχε δολοφονήσει τρία άτομα με αναπηρία. Τους είχε δώσει δηλητήριο. Ο ιατροδικαστής είπε πως πέθαναν πολύ επώδυνα.
«Είμαι ο υπαστυνόμος Νικόπουλος, Βαΐτση», είπα. «Συλλαμβάνεσαι».
Φτάσαμε στο Βαΐτση όταν μάθαμε πως σύχναζε στις ίδιες κοινωνικές υπηρεσίες με τους νεκρούς. Οι εργαζόμενοι ανέφεραν πως είχαν καιρό να δουν τα θύματα, αλλά και τον Βαΐτση. Ρώτησα και έψαξα λίγο. Έμαθα πως το μείγμα που είχε δώσει στα θύματά του προερχόταν από συνταγογραφούμενα φάρμακα που έπαιρνε ο ίδιος. Οι ψυχολόγοι των υπηρεσιών είχαν αποφανθεί πως είχε κατάθλιψη, αλλά μόνο ο ένας τους εξέφρασε το φόβο του ότι ο Βαΐτσης μπορεί να έκανε κακό σε κάποιον.
Πάντα διαμαρτυρόταν για τους πόνους, είπαν. Έκλαιγε και ήταν κατατονικός στις συνεδρίες.
Θα θεωρούσα ότι ήταν θύμα, ότι τον είχαν σκοτώσει, αν δεν τον είχαν δει να περιφέρεται με μία γυναίκα. Αυτό μας το είπε το μοναδικό μέλος του προσωπικού που είχε κρατήσει ο Βαΐτσης: η γυναίκα που πήγαινε και καθάριζε και του μαγείρευε. Είναι καιρό μαζί, μας είπε. Είναι μελαχρινή, αδυνατούλα, κούκλα… Ήταν η κοπέλα που καθόταν τώρα στον καναπέ. Αυτό και κάτι ακόμα που είπε εκείνος ο ψυχολόγος που ανησυχούσε πολύ: Σε μια συνάντηση είπε πως οι πόνοι είναι οι καθημερινοί του φίλοι. Οι μόνοι φίλοι του.
Μπροστά στο τραπεζάκι υπήρχαν κουτιά από χάπια και ένα ποτήρι με νερό.
«Κυρία», ρώτησα, «είστε καλά;»
«Ναι, υπαστυνόμε», μου απάντησε.
«Δεν την πείραξα, υπαστυνόμε», είπε ο Βαΐτσης. Χάιδεψε τα μαλλιά της με το ένα χέρι –με το άλλο έτριβε τα γόνατά του και μόρφαζε. «Η Γωγώ μου είναι το διαμάντι του σπιτιού μου».
Η κοπέλα χαμογέλασε, αλλά συγκρατημένα.
«Ξέρει η Γωγώ τι έκανες, Βαΐτση; Γωγώ, ξέρεις ότι έχει σκοτώσει τρεις ανθρώπους, ανθρώπους με αναπηρία;»
Δάκρυα στα μάτια της. Ένευσε. Του έπιασε το χέρι και το χάιδεψε. Όχι μητρικά. Όχι σαν φίλη. Τον αγαπούσε σαν εραστή της.
«Η Γωγώ ξέρει τα πάντα για μένα, υπαστυνόμε», είπε εκείνος. Φίλησε το δεξί χέρι της. Ύστερα, έπιασε το ποτήρι με το νερό και το έφερε προς το στόμα της Γωγώς.
«Σταμάτα, Βαΐτση», τον προειδοποίησα και όπλισα. «Απομάκρυνε το ποτήρι. Τώρα».
«Αλλιώς τι, υπαστυνόμε; Θα με πυροβολήσεις; Κάντο. Χάρη θα μου κάνεις». Είδα τα δάκρυά του και το στόμα του που έτρεμε. «Θα με γλιτώσεις από… από τους πόνους».
Η Γωγώ ήρθε πιο κοντά του. «Έλα, μην κλαις», του είπε.
«Τόσα χρόνια», έλεγε εκείνος, «σχεδόν είκοσι χρόνια μες στους πόνους. Τα πόδια μου άχρηστα, να με ταλαιπωρούν». Με κοίταξε. «Τι έκανα για να το αξίζω αυτό;»
Οι πόνοι
«Τι ήμουν; Ένας νέος ήμουν».
Είναι
«Διασκέδαζα, δούλευα στην επιχείρηση του πατέρα μου. Δεν έκανα κάτι κακό».
Οι καθημερινοί του
«Κι όμως, σε μένα συνέβη. Με διέλυσε. Κάθε μέρα με διαλύει».
Φίλοι.
«Οπότε κάντο, υπαστυνόμε. Σκότωσέ με. Κάνε μου αυτή τη χάρη».
«Όχι!» πετάχτηκε η Γωγώ. «Όχι, δεν αξίζεις κάτι τέτοιο. Είμαι εγώ εδώ».
Είναι οι φίλοι του.
Με κοίταξαν και οι δύο –ναι, ακόμα και η Γωγώ. Με προσμονή, αλλά για διαφορετικό λόγο ο καθένας.
«Δεν θα σε σκοτώσω, Βαΐτση», είπα. Κατέβασα το περίστροφο. «Γιατί ούτε εσύ θα κάνεις κακό στην Γωγώ. Γιατί ξέρεις πως, αν της κάνεις, θα σε σκοτώσω κι εγώ». Ένευσα αρνητικά. «Αλλά δεν το θες αυτό. Δεν θες να πεθάνεις. Θέλεις να ζήσεις. Με τους πόνους. Ζεις τόσα χρόνια μαζί τους. Δεν μπορείς να διανοηθείς τη ζωή σου χωρίς αυτούς. Θέλεις να συνεχίσεις να ζεις με τους πόνους σου. Συνήθισες το τέρας και το αποδέχτηκες». Πλησίασα. «Δε θα σε σκοτώσω».
Τότε είδα τον Βαΐτση να ουρλιάζει και να πέφτει από το αμαξίδιο.
Αργότερα, έμαθα ότι είχε δηλητηριάσει τον εαυτό του με το φάρμακο που έδινε στους άλλους –το νερό που πήγαινε να δώσει στη Γωγώ δεν ήταν δηλητηριασμένο. Αλλά, αντίθετα με τα θύματά του, αυτός έζησε. Το δικαστήριο, έπειτα και από σχετική ψυχιατρική γνωμάτευση, τού επέβαλλε κατ’ οίκον περιορισμό επ’ αόριστον. Αλλά δεν απαγόρεψε στη Γωγώ να τον επισκέπτεται. Κι αυτή, απ’ ό,τι έμαθα, πήγαινε κάθε μέρα. Ώσπου εγκαταστάθηκε μόνιμα εκεί. Ο ίδιος ο Βαΐτσης άρχισε να δουλεύει ξανά στην επιχείρηση, αλλά από το σπίτι, ενώ παρακολουθούνταν ψυχολογικά και από εξειδικευμένο προσωπικό.
Ήμουν σίγουρος πως το τέρας έχανε έδαφος.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις:
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα ή γεγονότα είναι συμπτωματική και ακούσια.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
