Δύο ξένοι

Η Χρύσα καθόταν αναπαυτικά στην καρέκλα της, κρατώντας το μισογεμάτο με κρασί γυάλινο ποτήρι. Κοιτούσε με ανυπομονησία την πόρτα. Κάτι μέσα της τής έλεγε πως δεν θα ερχόταν. Του είχε καταστήσει σαφές πως αν δεν ερχόταν εκείνος να τη βρει, θα πήγαινε εκείνη και τότε ποιος είδε τον Θεό και δεν Tον φοβήθηκε!

Της το χρωστούσε άλλωστε! Δεν είχε φερθεί καλά! Δεν της είχε φερθεί καλά!
Οπότε, τον πήρε ένα ωραιότατο τηλέφωνο και του ζήτησε να βρεθούν στο παλιό τους στέκι!

Ήταν πολύ χαλαρή, λες και θα συναντούσε ένα παλιό φίλο, αλλά μόνο φίλοι δεν ήταν… Τόσα χρόνια ήταν η Χρύσα και ο Δημήτρης. Ο Δημήτρης και η Χρύσα. Πλέον είναι…

Ένα μήνυμα διέκοψε τον ειρμό των σκέψεών της. ‘Ψάχνω να παρκάρω’.
Σε λιγάκι θα ήταν μπροστά της. Συνέχισε να πίνει ήρεμη το κρασί της, δίχως να δώσει απάντηση στο μήνυμά του.

«Ήρθα!», της είπε ο Δημήτρης κοφτά και ψυχρά, «τι με θες;».
«Θα πιείς κάτι;», ρώτησε η Χρύσα όσο πιο ευγενικά μπορούσε.
«Χρύσα, λέγε τι θες και άσε τα πιώματα!», της είπε πετώντας τα κλειδιά του αυτοκινήτου μπροστά της, ενώ σωριάστηκε στην καρέκλα απέναντί της.

Η Χρύσα είχε μερικά δευτερόλεπτα να τον παρατηρήσει. Πόσο είχε αλλάξει μέσα σε τόσους λίγους μήνες! Είχε αδυνατήσει, είχε αφήσει γένια και μαλλιά να μακρύνουν και αν διέκρινε καλά μέσα από τη μπλούζα πρέπει να είχε ξεκινήσει και γυμναστήριο. Ποιος; Ο Δημήτρης!

«Γιατί γελάς;», τη ρώτησε κοιτώντας τη δύσπιστα.
«Ξεκίνησες γυμναστήριο βλέπω! Μπράβο!»
«Ειρωνεύεσαι;»
«Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω, Δημήτρη μου!»
«Κομμένα τα ‘μου’! Λέγε τι θες!»

Η Χρύσα έκανε σήμα στη σερβιτόρα να της ξαναγεμίσει το ποτήρι. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό της δύο ποτηράκια μόνο. Τίποτα περισσότερο. Είχε πάει σχεδόν μια ώρα νωρίτερα στο ραντεβού για να προετοιμαστεί, οπότε το πρώτο ποτήρι τελείωσε πριν καν ξεκινήσει η συζήτηση.

«Λοιπόν… Θέλω να μάθω γιατί χωρίσαμε!»
«Τι λες ρε Χρύσα; Με δουλεύεις; Έχουν περάσει τέσσερις μήνες σχεδόν από τότε!»
«Δεν έχει καμία σημασία! Θέλω να μάθω τους λόγους, γιατί με χώρισες με ένα τηλεφώνημα και δεν πρόλαβα να σε ρωτήσω!»
«Μ@λ@κα με δουλεύει!».

Η Χρύσα δεν αντέδρασε. Βολεύτηκε στην καρέκλα της και τον κοίταξε στα μάτια σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος.

«Όντως τώρα;», ρώτησε ο Δημήτρης ξαφνιασμένος, μα απάντηση δεν πήρε.
«Ωραία! Σε χώρισα γιατί βαρέθηκα. Μάλλον σε βαρέθηκα! Ήμασταν μαζί έξι χρόνια. Δεν υπήρχε κάτι άλλο να πάρω από αυτή τη σχέση και έτσι σε χώρισα…»

«Μην μπερδεύεσαι… Η σωστή απάντηση είναι ‘δεν υπήρχε τίποτα να πάρω από αυτή τη σχέση και έτσι έκανα σχέση με κάποια άλλη γυναίκα’, την οποία σχέση είχες δύο από τα έξι χρόνια που ήμασταν μαζί και εγώ το έμαθα κατά τύχη όταν σας είδα το ίδιο βράδυ που χωρίσαμε να μπαίνετε στο πατρικό σου!».

Ο Δημήτρης την κοιτούσε με ανοιχτό το στόμα.

«Μήπως τώρα θέλεις να παραγγείλεις;», τον ρώτησε και αμέσως έκανε να πιει μια γουλιά από το κρασί της.

Ο Δημήτρης γλείφοντας τα χείλη του επειδή είχαν στεγνώσει από το σοκ, έκανε σήμα στη σερβιτόρα για να παραγγείλει το ουίσκι του. Διπλό με ένα παγάκι.

«Λες ασυναρτησίες, το ξέρεις;», της φώναξε, μη μπορώντας να την κοιτάξει στα μάτια.
«Ασυναρτησίες; Πολύ ενδιαφέρον! Για πες μου λοιπόν τι δουλειά είχες να βάλεις σπίτι σου μια κοπέλα μισή ώρα αφότου με χώρισες; Α! Δίνοντάς της και ένα φιλί στο κεφαλόσκαλο!»

Ο Δημήτρης ήπιε μια ακόμη γουλιά από το ποτήρι του…

«Απέναντί σου, Δημήτρη, μένουν οι γονείς μου! Το ξέχασες; Πού αλλού θα μπορούσα να ήμουν, αν δεν ήμουν σπίτι μαζί σου; Σε είδα με τα μάτια μου να τη γραπώνεις από τη μέση, να τη φέρνεις κοντά σου και να τη φιλάς, ενώ εγώ σπάραζα στο κλάμα πίσω από την κουρτίνα στο σαλόνι! Και επειδή είμαι περίεργος άνθρωπος, ρώτησα και έμαθα. Και ποια είναι και πόσο καιρό είστε μαζί. Και μάντεψε… Δεν βγαίνει χρονικά! Με κεράτωνες συστηματικά επί δύο χρόνια και εγώ, το χάπατο, δεν πήρα χαμπάρι. Τόσο σε αγαπούσα!».

Ο Δημήτρης συνέχιζε να την κοιτάει σοκαρισμένος πίνοντας μονορούφι το ουίσκι του. Έκανε να απαντήσει, μα αντ’ αυτού σήκωσε το χέρι να παραγγείλει άλλο ένα ποτό.

«Χρύσα, κάνεις λάθος!», τραύλισε μέσα από τα δόντια του. «Δεν σε κεράτωσα ποτέ! Όταν χωρίσαμε, την πήγα σπίτι μου. Μου στοίχισε πολύ ο χωρισμός μας και ήθελα να ξεχαστώ!».
«Ρε! Δεν ντρέπεσαι; Ακόμα και τώρα ψέματα;»
«Ορίστε;»
«Αφού τα ξέρω όλα!»
«Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό!»

Η Χρύσα ήπιε μια γουλιά από το κρασί της. Ήταν πολύ ήρεμη ακόμα. Είχε πολλά να πει και επέλεγε προσεκτικά όσα θα ξεστόμιζε.

«Χωρίσαμε Σεπτέμβριο και είναι οσονούπω Χριστούγεννα. Τον Αύγουστο πήγες ένα επαγγελματικό ταξίδι στη Ρώμη, θυμάσαι; Αν κρίνω από την έκφραση του προσώπου σου, θυμάσαι! Ε, έκανε το λάθος μια κοπέλα από την εταιρία σου, να με πάρει τον Σεπτέμβριο, -που ήμασταν χωρισμένοι-, να μου πει πως είχε έρθει επιτέλους το παλτό μου από τη Ρώμη που πήγαμε τον Αύγουστο. Και μάντεψε… Εγώ όλον τον Αύγουστο ήμουν, όπως ξέρεις, στο εξοχικό μας στην Αίγινα και σε περίμενα να γυρίσεις από τη Ρώμη! Είχα δει και το φιλί, οπότε δεν θέλει και πολύ ο άνθρωπος… Καλέ, ανέπνευσε και πες μου την αλήθεια!».

«Δεν υπάρχει τίποτα να πω, Χρύσα! Τα έβγαλες όλα από το μυαλό σου! Είναι αδιανόητο αυτό που μου λες!»
«Δημήτρη, μην τρέμεις καλέ!»
«Παράτα με! Παράτα με!»
«Να σε ρωτήσω κάτι;»
«ΌΧΙ!»
«Υπέροχα! Το κορίτσι αυτό ήξερε ότι είχες σχέση; Ήξερε ότι θέλαμε να παντρευτούμε; Βασικά ότι ήθελες απεγνωσμένα να με παντρευτείς;»

Ο Δημήτρης κατέβασε το κεφάλι μα δεν απάντησε.
Η Χρύσα συνέχιζε να οπλίζει…

«Ήξερε το βράδυ που κοιμήθηκε δίπλα σου στη Ρώμη, πως το ίδιο πρωί υποσχέθηκες πως όταν επέστρεφες θα με ζητούσες σε γάμο από τον πατέρα μου; Ήξερε ότι τα βράδια που ήσασταν χώρια, εσύ έκανες έρωτα μαζί μου και μου έταζες αγάπες και ευτυχισμένες ζωές; Ε; Πες μου! Ήξερε ότι δεν ήταν η μια και μοναδική; Ότι τελικά είχες μάτια για άλλη και ότι μπορείς μια χαρά να ζήσεις χωρίς εκείνη; Τα ήξερε;».

Ο Δημήτρης της κοιτούσε στα χαμένα, ενώ δάκρυα ανέβαιναν στα μάτια του.

«Για μένα δεν ρωτάω. Ούτε ξέρω πόσες φορές έκανες έρωτα μαζί της και μετά ήρθες κύριος και ξάπλωσες δίπλα μου. Ούτε ξέρω πόσα ταξίδια είχατε πάει μαζί. Πόσα δώρα… Πόσα τραπέζια… Πόσες εξόδους… Εγώ το μόνο που ήξερα και το μόνο που έκανα ήταν να σε αγαπάω. Έξι χρόνια, Δημήτρη! Ούτε ένα…Ούτε δύο… Έξι! Αλλά τα ξέχασες όλα πολύ γρήγορα!».

«Δεν ξέχασα τίποτα, Χρύσα!», ψέλλισε με σκυμμένο το κεφάλι.

«Ξέχασες! Εμένα! Εμάς! Δεν είναι έτσι οι σχέσεις! Μην μιλάς αν δεν νιώθεις! Μην τάζεις! Μην υπόσχεσαι! Δώσε ένα στοιχείο πως τελειώνει η όλη φάση για να είναι και ο άλλος προετοιμασμένος. Υπολόγιζε τον άνθρωπο που έχεις δίπλα σου, γαμώ! Στη συγκεκριμένη περίπτωση τους ανθρώπους, γιατί ήμασταν και δύο!».

Με τρεμάμενα χέρια έπιασε το ποτήρι και ήπιε μια γουλιά από το κρασί της. Λίγο έμεινε… Θα έβαζε το τέλος και θα προχωρούσε. Το χρωστούσε στον εαυτό της…

«Χρύσα, συγνώμη!»

«Δεν με νοιάζουν οι συγνώμες, Δημήτρη! Εγώ ό,τι ήταν να πάθω από σένα, το έπαθα και ό,τι είχα να πω, το είπα! Εύχομαι μόνο να είσαι ευτυχισμένος! Αλήθεια!»

«Χρύσα… Εγώ… Δεν…»

«Μην μπαίνεις στον κόπο! Ήθελα απλά να δω αν θα είχες τα κότσια να παραδεχτείς την αλήθεια. Προφανώς και όχι! Δεν πειράζει! Με στεναχωρεί μόνο που άλλαξες. Εγώ σε ερωτεύτηκα για την ειλικρίνεια και την ντομπροσύνη σου. Τώρα όμως δεν βλέπω κάτι που να μου θυμίζει γιατί σε ερωτεύτηκα!».

Με μια φευγαλέα κίνηση, ο Δημήτρης σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια του και ήπιε μονορούφι ό,τι είχε μείνει στο ποτήρι για να διώξει την αμηχανία και τη θλίψη του. Η Χρύσα ήπιε το κρασί της και σηκώθηκε να φύγει μα…

«Α! Να ξέρεις πως στο παιδί σου θα μάθω να είναι αληθινό. Θα το μάθω να αγαπάει και σέβεται τον άνθρωπο που έχει δίπλα του. Θα του πω πόσο σε αγάπησα και πόσο υπέροχος ήσουν και εύχομαι… εύχομαι, μέσα από την καρδιά μου, κάποια στιγμή να σε γνωρίσει και να δει μόνο του ποιος είσαι. Τότε, πες του εσύ την αλήθεια για τη μαμά του και τον μπαμπά του!».

Ο Δημήτρης την κοιτούσε στα χαμένα, αλλά όταν η Χρύσα σηκώθηκε από την καρέκλα, μια φουσκωμένη κοιλιά έκανε την εμφάνισή της. Μια φουσκωμένη κοιλιά στην οποία μεγάλωνε ο καρπός ενός έρωτα που τελείωσε άδοξα.

Ο Δημήτρης έκανε κίνηση να σηκωθεί και να την αγκαλιάσει, μα δεν τον άφησε…

«Όχι, Δημήτρη μου! Εξάλλου, μόνος σου το είπες ότι έχουν περάσει τέσσερις μήνες… Βασικά πέντε, μαζί με εκείνον που σε περίμενα στην Αίγινα!».
«Χρύσα… Μη!»
«Είναι αγόρι να ξέρεις και ελπίζω να σου μοιάζει!»
«Χρύσα…», είπε με σκυμμένο το κεφάλι, ενώ την έπιασε από το χέρι.
«Πάντα θα σε αγαπάω! Να προσέχεις, Δημήτρη! Αντίο!».

Έφυγε από το παλιό τους στέκι πολύ ήρεμη, λες και συνάντησε ένα παλιό φίλο, αλλά μόνο φίλοι δεν ήταν… Τόσα χρόνια ήταν η Χρύσα και ο Δημήτρης. Ο Δημήτρης και η Χρύσα. Πλέον είναι δυο ξένοι…

Κατερίνα Μοχράνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading