Τα φύλλα ξεράθηκαν από την ανομβρία και τη ζέστη κι έγειραν μαλακά πάνω στη γη, όπως κάνουν τόσα και τόσα χρόνια τέτοια εποχή, δίνοντάς της ένα χρυσαφί χρώμα. Ψηλόκορμα πεύκα έριχναν την πλούσια σκιά τους βρομίζοντας το χρώμα του χρυσαφιού και πάνω από τα πεύκα… πάνω από τα πεύκα κρεμόταν ένας πανέμορφος μπλε ουρανός που γαλήνευε την ανταριασμένη ψυχή της.
Δεν ήθελε να σκέφτεται τίποτα από όλα όσα έγιναν τους τελευταίους μήνες, μόνο περπατούσε μηχανικά ακολουθώντας τον καλύτερο της φίλο, τον μόνο που δεν την πρόδωσε ποτέ, τον Κίτρο, ένα χνουδωτό γκόλντεν ριτρίβερ. Τη μέρα που της τον έκανε δώρο ο αδερφός της, η Ελένη είχε πάθει πανικό. Τι θα έκανε με ένα σκυλί που δεν ήθελε, πώς θα τον τάιζε με τον λιγοστό μισθό της που με το ζόρι έφθανε για την ίδια, πώς θα τον φρόντιζε, ποιος θα τον πήγαινε βόλτα; Κι όσο η λογική της έλεγε ότι δεν μπορούσε να τον κρατήσει, τόσο η καρδιά της δεν άντεχε να αποχωριστεί αυτή τη μικρή χαδιάρικη χνουδόμπαλα. Ευτυχώς που τον κράτησε, γιατί αν δεν ήταν ο Κίτρος, εκείνη δε θα ‘χε κουράγιο πια να σηκώνεται από το κρεβάτι, να ντύνεται, να τον πηγαίνει βόλτα και μετά στη δουλειά, απλά θα είχε μείνει ξαπλωμένη στο κρεβάτι μέχρι να λιμοκτονήσει. Όχι, ότι τώρα έτρωγε και πολύ, είχε αδυνατίσει αρκετά τον τελευταίο καιρό και τα ρούχα της πια έπλεαν πάνω της. Να που βγήκε και κάτι καλό από το διαζύγιό μου με τον Γιάννη!, πέρασε η σκέψη από το μυαλό της κι αμέσως την απώθησε προσπαθώντας να χαρεί τον ήλιο, το ζουζούνισμα των μικροσκοπικών πλασμάτων που πετούσαν όλο βιάση γύρω της, τα κρωξίματα των καρακαξών και τα κελαηδήματα των πουλιών, όταν δυνατά γαβγίσματα και γρυλίσματα την έβγαλαν απότομα από την ονειροπόλησή της. Το λουρί με το οποίο κρατούσε τον Κίτρο τεντώθηκε ξαφνικά και την τράβηξε μπροστά κάνοντάς τη χάσει την ισορροπία της και να πέσει πάνω σ’ ένα χαμηλό τσιμεντένιο κράσπεδο, χτυπώντας στο μέτωπο. Το τελευταίο όμως που την απασχολούσε ήταν το χτύπημά της. Κοίταξε έντρομη τον Κίτρο, που είχε επιτεθεί σε ένα μεγάλο γκρι λυκόσκυλο. Ο ιδιοκτήτης του λυκόσκυλου προσπαθούσε να το τραβήξει μακριά του και την ώρα που η Ελένη τον είδε να μπαίνει ανάμεσά τους, ούρλιαξε έντρομη «Κίτρο! Εδώ τώρα!». Το σκυλί περιέργως υπάκουσε αμέσως, ευτυχώς, γιατί ούτε που ήθελε να φανταστεί η Ελένη τι θα μπορούσε να συμβεί σ’ αυτόν τον άνθρωπο καθώς προσπαθούσε να τα χωρίσει. Ο Κίτρος όταν είδε την πληγή που έτρεχε αίμα καλύπτοντας το πρόσωπό της και έσταζε στα ρούχα της, κατέβασε τα μάτια κι έσκυψε το κεφάλι του απολογητικά. Η Ελένη τον αγκάλιασε προσπαθώντας να σιγουρευτεί ότι το σκυλί δε θα συνέχιζε τον καυγά. Το ίδιο έκανε και ο άντρας με το λυκόσκυλο, στο οποίο τώρα μιλούσε μαλακά προσπαθώντας να το ηρεμήσει. Προς μεγάλη τους έκπληξη, τα σκυλιά, όσο ξαφνικά ξεκίνησαν τον καυγά, τόσο ξαφνικά ηρέμησαν. Ο άντρας ασφάλισε το σκυλί του σ’ ένα πεύκο και πλησίασε αργά προς το μέρος της, αν και ο Κίτρος δεν έδειχνε πια καμία επιθετικότητα, ίσα ίσα έγλειφε κλαψουρίζοντας απολογητικά το πονεμένο χέρι της Ελένης, που είχε βάλει για να φυλαχτεί καθώς έπεφτε.
«Έχεις χτυπήσει πολύ! Πρέπει να καλέσουμε ασθενοφόρο!» αναφώνησε ο άντρας βλέποντας το ματωμένο πρόσωπό της.
Η Ελένη του έγνεψε αρνητικά κι έκανε να σηκωθεί, μα ξαφνικά όλα σκοτείνιασαν κι άρχισαν να γυρίζουν…
Ο μελαχρινός άντρας την μετέφερε στο κοντινότερο παγκάκι του πάρκου και της προσέφερε τις πρώτες βοήθειες καθαρίζοντας την πληγή με αντισηπτικό και γάζες που έφεραν κάποιοι περαστικοί, όσο περίμεναν το ασθενοφόρο. Εν τω μεταξύ τα δύο σκυλιά μονιασμένα πια κάθονταν ήσυχα δίπλα δίπλα και περίμεναν. Ο Κίτρος δε, με περίλυπο ύφος είχε ακουμπήσει το κεφάλι του πάνω στον μηρό της και την κοίταζε κλαυθμυρίζοντας πού και πού.
Το ασθενοφόρο καθυστέρησε αρκετά κι όλη αυτήν την ώρα ο Νίκος δεν έφυγε από το πλάι της παρά μόνο σαν έφτασαν οι διασώστες, οι οποίοι του ζήτησαν να απομακρύνει τα σκυλιά, ειδάλλως δεν πλησίαζαν. Για μεγάλη στεναχώρια της Ελένης, της είπαν ότι έπρεπε να την πάνε στο νοσοκομείο, γιατί χρειαζόταν ράμματα, μα και λόγω της λιποθυμίας. Εκείνη προέβαλε αντιρρήσεις, ώσπου μπήκε στη μέση ο Νίκος που την καθησύχασε ότι θα φιλοξενούσε το σκύλο της για όσο χρειαζόταν. Καθώς οι διασώστες έκλειναν την πόρτα του ασθενοφόρου, η Ελένη τρομοκρατημένη διαπίστωσε ότι δεν είχαν ανταλλάξει στοιχεία πέρα από τα ονόματά τους, πώς θα την έβρισκε;
Μέσα σε λίγη ώρα βρέθηκε να κοιτά από το φωτεινό μπλε του ουρανού, το γκρίζο ταβάνι του νοσοκομείου. Ξαφνικά ένιωθε πιο μόνη από ποτέ. Γι’ αυτήν δεν υπήρχε κανένας εκεί, δίπλα της. Ο Γιάννης είχε την καινούργια του γυναίκα ν’ αγαπά και το παιδί που περίμεναν, ενώ σε αυτήν αρνιόταν πεισματικά να κάνουν ένα παιδί. Τους φίλους της τους είχε χάσει με τον γάμο, μιας και ο Γιάννης όλους τους έβρισκε λειψούς. Οι κοινοί τους φίλοι, που στην ουσία ήταν οι δικοί του φίλοι, μετά το διαζύγιο της γύρισαν την πλάτη. Οι γονείς της ήταν στο χωριό και μόνο επικριτικά σχόλια της είχαν κάνει, με αποτέλεσμα να τους κάνει η ίδια πέρα. Ο αδερφός της είχε φύγει εκτός Ελλάδος… Η καρδιά της βούλιαζε. Θα ‘πρεπε να ντρέπεσαι!, μάλωσε τον εαυτό της. Γύρω της υπήρχαν άνθρωποι που υπέφεραν πιο πολύ από αυτήν, άνθρωποι σακατεμένοι, άρρωστοι, πονεμένοι. Άνθρωποι που περίμεναν με αγωνία να ακούσουν κάτι για τους αγαπημένους τους, που δεν ξέραν αν θα ξαναέβλεπαν, αν θα μπορούσαν να τους πουν αυτά που ήθελαν, να τους ζητήσουν συγγνώμη… Τι σημασία είχε που αυτή δεν είχε κανένα; Που κανένας δεν νοιαζόταν; Μες τον τόσο πόνο θα έπρεπε να μοιάζουν όλα αυτά μικρά, ανόητα, χωρίς σημασία… Και τότε το ένιωσε. Ένα απαλό άγγιγμα, ένα ζεστό χέρι να καλύπτει το χέρι της και να της το σφίγγει. Ο Νίκος έγειρε από πάνω της.
«Σε βρήκα! Είμαι εδώ, μην ανησυχείς!» της είπε μαλακά με ζεστή φωνή.
Η Ελένη τον κοίταξε έκπληκτη.
«Ο Κίτρος είναι καλά. Τον άφησα μαζί με την Κύρα στην αδερφή μου, μέχρι να τελειώσουμε από εδώ. Θέλεις να ειδοποιήσω κάποιον;»
«Δεν υπάρχει κανείς…» είπε παρατημένα η Ελένη κι έγειρε το κεφάλι της από την άλλη μεριά για να μπορέσει να συγκρατήσει τα δάκρυά της.
«Υπάρχει ο Κίτρος, ο οποίος ανυπομονεί να γυρίσεις. Κι εγώ…» πρόσθεσε σχεδόν ψιθυριστά ο Νίκος και τραβήχτηκε αμήχανος. «Λοιπόν, πάω να ρωτήσω τους γιατρούς… Να δούμε αν θα σε αφήσουν να φύγεις…» είπε αλλάζοντας τόνο και κατευθύνθηκε προς το γραφείο των γιατρών. Η Ελένη κοίταξε με απορία την ψηλόλιγνη φιγούρα να απομακρύνεται. Τι στο καλό ήταν πάλι αυτό;, αναρωτήθηκε.
Ο Νίκος δεν έφυγε λεπτό από κοντά της τις δύο μέρες που ήταν στο νοσοκομείο με διάσειση. Τη φρόντιζε, της έλεγε αστεία προσπαθώντας να την κάνει να χαμογελάσει και την ημέρα που πήρε εξιτήριο εκείνος κανόνισε τα διαδικαστικά, τη συνόδεψε ως το σπίτι της και δεν έφυγε προτού σιγουρευτεί ότι είναι καλά. Τις επόμενες μέρες ερχόταν κάθε μέρα για να βγάλει βόλτα τον Κίτρο και την Κύρα, που πλέον ήταν οι καλύτεροι φίλοι. Κι όταν η Ελένη έγινε καλά και μπορούσε να τον πάει μόνη της, την περίμενε κάτω από το σπίτι της για να τη συνοδέψει.
«Κατάλαβες ποτέ για ποιο λόγο δύο τόσο ήρεμα και φιλικά σκυλιά άρχισαν ξαφνικά να τσακώνονται εκείνη την ημέρα;» τη ρώτησε ο Νίκος καθώς την έσφιγγε πάνω του.
«Ποτέ…» ομολόγησε η Ελένη κοιτώντας τα δύο σκυλιά να παίζουν χοροπηδώντας χαρούμενα και δαγκώνοντας το ένα το άλλο παιχνιδιάρικα.
«Εγώ κάτι υποπτεύομαι…» είπε εκείνος κάνοντας μεγάλες παύσεις ανάμεσα στις λέξεις και χάιδεψε με το χέρι του τη φουσκωμένη της κοιλιά.
Η Ελένη χαμογέλασε κι αφέθηκε να χαίρεται το μπλε του ουρανού που χυνόταν σαν μελάνι από πάνω τους χρωματίζοντας με γαλήνη την ψυχή της.
Αναστασία Χ.
