«Πώς σας φαίνεται το φαγητό;». Καμία απάντηση.
«Πώς σας φαίνεται το φαγητό;». Καμία απάντηση ξανά.
Η κυρά Ρίτα έριξε μια ματιά στο τραπέζι και το μόνο που είδε ήταν κεφάλια σκυμμένα πάνω από πιάτα, πιρούνια να ανεβοκατεβαίνουν και ποτήρια να τσουγκρίζονται.
Τα Κυριακάτικα τραπέζια ήταν τα αγαπημένα της. Μαζεύονται όλοι, απ’ όπου και αν είναι, να φάνε στο σπίτι της μαμάς! Και η κυρά Ρίτα, κάθε Κυριακή, βάζει τον καλύτερό της εαυτό. Φτιάχνει πάντα ένα φαγητό που αρέσει στον κάθε ένα γιο της και ένα γλυκό που αρέσει στον άντρα της. Σύνολο; Πέντε πιάτα. Τέσσερα και ένα.
Έτσι ήταν πάντα! Ήθελε όλους τους άντρες της ζωής της να τους περιποιείται και να τους προσέχει. Μια ζωή! Από όταν γνωρίστηκε με τον άντρα της, ορκίστηκε πως πάντα θα φρόντιζε την οικογένειά της. Και μετά ήρθαν στον κόσμο οι γιοι της και αλλάξαν όλη της τη ζωή. Και τώρα; Έχουν γίνει ολόκληροι άντρες όλοι. Πατέρας και γιοί.
Τρεις στους τέσσερις γιους παντρεμένοι. Καλά κορίτσια οι νύφες της, αλλά δεν είναι από το χωριό. Πρωτευουσιάνες πήραν! Η μία είχε έρθει διακοπές στο χωριό ένα καλοκαίρι. Η άλλη ήταν συμφοιτήτρια στο πανεπιστήμιο και η τρίτη από κοινή παρέα. Οι δυο Αθηναίες και η μια Θεσσαλονικιά.
Έκαναν και από ένα παιδί ο καθένας, οπότε υπήρχαν και τρία εγγονάκια στο τραπέζι. Μεγάλη χαρά είχε η κυρά Ρίτα με τα μωρά. Το ένα έχει το όνομά της. Μαργαρίτα! Πανέμορφο και έξυπνο μωρό. Και ο μικρός το όνομα του άντρα της. Αναστάσιος. Το τρίτο εγγονάκι που ήταν και το μικρότερο ήταν ακόμα αβάπτιστο.
«Γερά και τυχερά!», έλεγε πάντα.
Βέβαια, αν δεν ήταν ο κυρ Τάσος, τίποτα από αυτά δεν θα είχε σημασία!
Φυσικά για εκείνη θα ήταν πάντα ο Τασούλης της. Ο έρωτάς της. Η κολώνα του σπιτιού της. Ο γάμος τους με προξενιό, όμως ερωτεύτηκαν παράφορα.
Αχ, οι αναμνήσεις την κατακλύζουν κάθε Κυριακή, όμως αυτό το τραπέζι ήταν διαφορετικό. Ιδιαίτερο! Το μόνο πράγμα που την ενοχλούσε, προς το παρόν, σε εκείνο το Κυριακάτικο τραπέζι ήταν οι δύο άδειες καρέκλες στο τελείωμα… Όφου, όφου.. Τι την περίμενε πάλι;;;
«Καλέ! Πώς σας φαίνεται το φαγητό;»
«Κάτσε ρε μάνα να καταπιούμε!»
«Τέλειο, μητέρα! Όπως πάντα! Αχ, κοιτάξτε πως τρώει την σπανακόπιτα η μικρή Μαργαρίτα!»
«Γιατί, Πόπη μου; Δεν τρώει ο Ανάστασής μας τις πατατούλες της γιαγιάς;»
«Μπορείτε να σταματήσετε και οι δύο; Τι σας έπιασε;», ρώτησε ο Μάνος την γυναίκα του και συμφώνησε και ο Γιώργος μαζί του.
«Ο μικρός πού είναι;», ακούστηκε η φωνή του κυρ Τάσου, μα κανένας δεν απάντησε. Τότε ξαναρώτησε…
«Ο μικρός πού είναι; Είναι 14.00 και ξέρει ότι 13.30 τρώμε!».
Η κυρά Ρίτα κοίταξε λοξά τον Γιώργο, τον Μάνο και τον Λάζαρο που κοιτάζονταν μεταξύ τους και ύστερα τις νύφες της. Καμία απάντηση!
«Ω, ρε γυναίκα! Πού είναι ο Λουκάς; Δεν θα έρθει για φαγητό;». Κανένας δεν μιλούσε!
«Κυρ Τάσο, έρχεται! Πήγε να πάρει την Ζαχαρούλα!».
Πάγωσαν όλοι όταν η Φαίδρα, η γυναίκα του Γιώργου, μίλησε στο τραπέζι.
Η κυρά Ρίτα και ο Γιώργος την κοίταξαν έντρομοι.
«Μη με κοιτάτε! Κάποιος πρέπει να του το πει ότι θα τη φέρει στο τραπέζι!», συνέχισε η Φαίδρα.
«Ε, μα! Τόση ώρα ρωτάει ο άνθρωπος πού είναι ο Λουκάς!», σιγοντάρισε η Πόπη, η γυναίκα του Μάνου, του μεγάλου γιου.
«Βλέπετε εσείς οι δύο γιατί ήθελα κορίτσια από το χωριό; Οι πρωτευουσιάνες δεν κρατάνε το στόμα τους κλειστό! Αχ, χαϊβάνια και τα δυο! Αχ! Θα μου τον ξεκάνετε τον πατέρα σας με αυτές τις γυναίκες!».
Ο Μάνος και ο Γιώργος γέλασαν και έκλεισαν το μάτι στα κορίτσια τους. Αυτά τα κορίτσια που τους έκαναν μπαμπάδες και τους άλλαξαν τη ζωή. Αν δεν ήταν αυτές οι δύο, εκείνοι θα ήταν ακόμα στο χωριό.
Η κυρά Ρίτα ξεφύσηξε και ετοιμάστηκε να μιλήσει, μα την πρόλαβε ο Λάζαρος και η γυναίκα του…
«Πατέρα, ο Λουκάς έρχεται με τη Ζαχαρούλα!»
«Ποια είναι αυτή;»
«Αυτή, κύριε Τάσο, είναι η κοπέλα του. Έχουν σχέση εδώ και κάποιους μήνες και υποπτευόμαστε όλοι ότι μάλλον, μάλλον, θέλει να… την παντρευτεί;»
«Γάμο; Τι λένε τα παιδιά, Μαργαρίτα;», ρώτησε ο κυρ Τάσος τη γυναίκα του μα εκείνη κατέβασε το κεφάλι.
Τότε πήρε τον λόγο η Μαρία, η γυναίκα του Λάζαρου…
«Κύριε Τάσο, θα είμαι απόλυτα ειλικρινής! Δεν κάνει αυτή η κοπέλα για τον Λουκά και θα το δείτε!».
Όλοι κούνησαν καταφατικά το κεφάλι. Ακόμα και τα παιδιά μιμούμενα τους γονείς τους. Εκτός βέβαια από το μωρό του Λάζαρου και της Μαρίας που κοιμόνταν του καλού καιρού.
«Μα! Ποια είναι αυτή η Ζαχαρούλα; Από πού κρατάει η σκούφια της; Τι δουλειά κάνει; Εμείς γιατί πάντα πιστεύαμε ότι θα παντρευόταν αυτή τη φίλη σου… Την Ιουλία; Τόσο έξω είχαμε πέσει;».
«Και εμείς το ίδιο πιστεύαμε!», είπαν με ένα στόμα όλοι.
«Τότε; Πώς φτάσαμε εδώ;», ρώτησε ο κυρ Τάσος ξανά, μα σιωπή.
Η γκαζιά της μηχανής του Λουκά διέκοψε τη συζήτηση. Όλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Φόρεσαν το πιο όμορφο χαμόγελό τους και περίμεναν στωικά να γυρίσει το κλειδί στην πόρτα.
«Μαμά! Μπαμπά! Ήρθαμε! Συγγνώμη που αργήσαμε! Από εδώ η Ζαχαρούλα!».
Κατερίνα Μοχράνη
Συνεχίζεται…

One response to “Το κυριακάτικο τραπέζι – Καλωσόρισμα”
[…] Προηγούμενο […]