Δεν τους ήρθε ξαφνικό, οι φήμες οργίαζαν καιρό κι ο καθένας προσπαθούσε να κάνει ό,τι μπορούσε για να να μην βρει την οικογένειά του ο πόλεμος, απροετοίμαστη. Άλλοι συγκέντρωναν τρόφιμα στα υπόγεια, άλλοι έστελναν τα γυναικόπαιδα σε συγγενείς όσο πιο μακριά γινόταν κι άλλοι, αυτοί που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, έκαναν όνειρα…
Κοινό μυστικό ήταν πως ο Κωστής αγαπούσε τη Μαρία, του κυρ Διονύση. Έλαμπαν τα μάτια του σαν την κοιτούσε κι εκείνη στη θωριά του κατέβαζε το βλέμμα και γινόταν κόκκινη σαν παπαρούνα. Από μικρός στα χωράφια εκείνος, μιας και παιδί έχασε τον πατέρα του, δούλευε νυχθημερόν για να πάει ένα μεροκάματο στο σπίτι, να φάει η μάνα του κι η αδερφή του. Ώρες ατέλειωτες μέσα στο κρύο και κάτω απ’ τον καυτό ήλιο, να καταφέρει να συντηρήσει το παλιό τους σπίτι, που απ’ τη μια το έφτιαχνες κι απ’ την άλλη γκρέμιζε. Μα ήταν πάντα χαμογελαστός, όλο το χωριό τον αγαπούσε και τον καμάρωνε που παρά τις δυσκολίες, δεν έχανε το κουράγιο του. Φωτεινός άνθρωπος, με καθάριο βλέμμα κι αληθινό χαμόγελο! Αυτό το χαμόγελο αγάπησε και η Μαρία, που δεν σκέφτηκε ποτέ να ρίξει το βλέμμα της σε κανένα άλλο παλικάρι του χωριού. Κι ήταν πολλά αυτά που την γλυκοκοιτούσαν! Και πιο πλούσια και πιο μορφωμένα! Γιατί ήταν σαν νεράιδα η Μαρία, με τα γλυκά μελιά της μάτια και τα σγουρά ξανθά της μαλλιά. Ήταν το πρόσωπό της αγγελικό, το βλέμμα της μαγικό και σαν πεις για τη ευγένεια και την καλοσύνη της… όλοι είχαν να λένε! Και άφταστη νοικοκυρά! Την είχε μάθει η μάνα της από μικρή και να ζυμώνει και να πλένει και να υφαίνει. Τυχερός θα ήταν αυτός που θα την έπαιρνε, μα εκείνη είχε σχεδόν από πάντα αποφασίσει, πως αυτός ο τυχερός θα ήταν ο Κωστής.
“Σ’ αγαπώ Μαρικάκι μου… Και θέλω να σε πάρω γυναίκα μου! Κι αν κι εσύ μ’ αγαπάς, περίμενέ με πριγκίπισσά μου! Λίγο έμεινε ακόμη, να τελειώσω με τα προικιά της αδερφής μου και θα έρθω να σε ζητήσω…” της είχε πει μια Κυριακή πρωί μετά τη λειτουργία της εκκλησίας, δίνοντάς της ένα λευκό λουλούδι. Κι εκείνη το πήρε, το έκρυψε στον κόρφο της, κατέβασε το βλέμμα από ντροπή και κούνησε καταφατικά το κεφάλι της κοιτώντας το χώμα. Κι έλαμψε το πρόσωπο του Κωστή, της άφησε ένα πεταχτό φιλί στα μαλλιά κι έφυγε τρέχοντας μην τον δει κανείς. Κι από εκείνη τη μέρα, το Μαρικάκι ύφαινε και κεντούσε τα δικά της προικιά τραγουδώντας και περίμενε πότε θα έρθει η ώρα που ο λεβέντης της θα έφτανε στην πόρτα του σπιτιού της να την γυρέψει για γυναίκα του…
Κι έγινε ο γάμος της αδερφής του, εκεί, στην εκκλησία του χωριού, εκεί που πάνω στα μαλλιά της είχε αφήσει ο Κωστής ένα φιλί και μια υπόσχεση. Και τότε, ακριβώς μετά τις στέψεις, πλησίασε ο Κωστής τον πατέρα της και του ζήτησε να μιλήσουν σαν άντρες. Και πήγαν να πιούν ένα κρασί για το καλό στο καφενείο. Οι δυο τους. Και η Μαρία τους κοιτούσε να περπατούν ο ένας δίπλα στον άλλον κι ένιωθε την ψυχή της έτοιμη να πετάξει, γιατί ήξερε τι ήθελε ο Κωστής τον πατέρα της και ήλπιζε πως εκείνος δεν θα έφερνε αντίρρηση, πως δεν θα στεκόταν στις άδειες του τσέπες, μα στη γεμάτη του καρδιά. Κι ύστερα της έριξε ένα βλέμμα η μάνα της, που όλα τα είχε καταλάβει και της χαμογέλασε. Και μίλησαν μάνα και κόρη με τα μάτια κι ένιωσε την καρδιά της να πηγαίνει στη θέση της. Όλα θα πήγαιναν καλά…
Ο γάμος τους έγινε πολύ γρήγορα, ήθελαν να προλάβουν να παντρευτούν πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, μιας κι ήταν πια σίγουρο πως δεν θα κατάφερναν να τον αποφύγουν. Κι ήταν ευτυχισμένοι κι οι δυο, έλαμπαν τα πρόσωπά τους! Στέγασαν την αγάπη τους στο παλιό σπίτι της γιαγιάς της Μαρίας, που είχε από χρόνια πεθάνει και το είχε αφήσει για προίκα στην εγγονή της. Και βοήθησαν οι συγχωριανοί και το ασβέστωσαν κι έδωσε κι ο καθένας ό,τι είχε, ό,τι μπορούσε, δώρο για το νιόπαντρο ζευγάρι και οι γυναίκες βοήθησαν να το καθαρίσουν, μιας κι ήταν χρόνια κλειστό. Κι όταν όλα ήταν έτοιμα, εκεί στη μικρή σάλα, δίπλα στην πόρτα έβαλαν τον γιούκο. Έβαλαν το σκαλιστό σεντούκι κι από πάνω στοίβαξε ένα ένα τα προικιά της η Μαρία, όλα όσα χρόνια έφτιαχνε η ίδια, η μάνα της κι η γιαγιά της για όταν θα ανοίξει το δικό της σπίτι. Κι ήρθε κι η μάνα κι η πεθερά της και την βοήθησαν να φυτέψει και λουλούδια και ζαρζαβάτια στη μικρή αυλή. Κι όλοι ήλπιζαν να προλάβουν να τα δουν ν’ ανθίζουν πριν γίνει το κακό. Αλλά δεν πρόλαβαν…
Ένας θρήνος μόνο ακουγόταν από άκρη σ’ άκρη του χωριού, την ώρα που αποχαιρετούσαν τα παλικάρια που έφευγαν για τον πόλεμο. Μάνες έκλαιγαν δυνατά και έσφιγγαν επάνω τους τα σπλάχνα τους, γυναίκες αγκάλιαζαν σφιχτά τους άντρες τους, παιδιά σπάραζαν κρατώντας σφιχτά τα χέρια των μπαμπάδων, των αδερφών τους. Και σε μια γωνιά ο Κωστής, ντυμένος στα χακί, να έχει τα χέρια ανοιχτά σαν φτερούγες κι απ’ τη μια πλευρά να κλαίει πάνω στο στήθος του η μάνα του και απ’ την άλλη πλευρά να τρέμει σαν το ψάρι το Μαρικάκι του. Κι εκείνος να έχει το βλέμμα κατεβασμένο στο χώμα και να μην λέει λέξη, γιατί ο λυγμός που είχε στο λαιμό δεν ήθελε και πολύ να ξεσπάσει. Και δεν έπρεπε να κλάψει, έπρεπε να φανεί δυνατός. Για τη μάνα του, για τη γυναίκα του, για το χωριό του, για την πατρίδα του.
Το τρένο σφύριξε για τελευταία φορά, ήταν η ώρα να φύγει. Άφησε ένα πεταχτό φιλί στο κεφάλι της μάνας του κι ένα ακόμη στα χείλη της γυναίκας του κι ανέβηκε στο τρένο, μαζί μ’ όλους τους νέους του χωριού. Μια θάλασσα από δάκρυα ακολουθούσε τη γραμμή του τρένου. Μια θάλασσα από δάκρυα, ευχές και παρακάλια στο Θεό να γυρίσουν οι άνθρωποί τους ζωντανοί. Και μετά σιωπή. Μαύρισε θαρρείς ο ουρανός, ερήμωσε θαρρείς το χωριό. Όλοι κλείστηκαν στα σπίτια τους.
Και πήρε στο σπίτι της η Μαρία την πεθερά της και τους γονείς της. Ήταν στην άκρη του χωριού, απομακρυσμένο απ’ τα άλλα σπίτια, δίπλα στο ποτάμι και φάνταζε καλύτερη επιλογή. Στο ένα δωμάτιο εκείνη με την πεθερά της και στο άλλο οι γονείς της. Κι ο γιούκος εκεί, στη μέση, να φυλάει μέσα του παιδικές κουβερτούλες, που δεν πρόλαβαν να σκεπάσουν κανένα παιδικό κορμάκι. Να φυλάει σεντόνια νυφικά, που δεν πρόλαβαν να νιώσουν ζευγαριού αγάπη. Να φυλάει υφαντά και χαλιά που δεν πρόλαβαν να στρωθούν. Να φυλάει μέσα του ελπίδες που δεν κατάφεραν να γίνουν πράξη. Όλα στοιβαγμένα τακτικά και σκεπασμένα με το λευκό κεντητό σεντόνι, σαν φάντασμα ονείρων που δεν θα γίνονταν ποτέ πραγματικότητα. Ανάθεμά τον για πόλεμο! Ανάθεμά τον, που κόβει τα όνειρα των ανθρώπων στα δυο…
Κι ήρθε η πείνα, οι αρρώστιες, τα πλιάτσικα. Ήρθε πόνος, ήρθε πένθος, ήρθε θλίψη. Ένα μαύρο πέπλο θαρρείς και είχε σκεπάσει τη χώρα ολάκερη και όσοι είχαν απομείνει στο χωριό, θεριά ανήμερα έμοιαζαν και τα έβαζε ο ένας με τον άλλον για λίγα χόρτα ή μια φέτα ψωμί. Όλοι είχαν πουλήσει ό,τι είχαν και δεν είχαν, για να πάρουν δυο τρόφιμα για τις οικογένειές τους. Κι είχε πουλήσει κοψοχρονιάς κι η Μαρία ό,τι μπορούσε. Μόνο ο γιούκος έστεκε εκεί, άθικτος, γιατί ποιος ν’ αγοράσει υφαντά όταν δεν έχει να φάει; Παρέμενε εκεί, ψηλός, περήφανος, να θυμίζει τις εποχές που προσπαθούσαν να χτίσουν τη ζωή τους, να την ομορφύνουν, να τη ζήσουν… Μα τώρα πια το μόνο που την ένοιαζε ήταν το πότε θα τελείωνε ο εφιάλτης του πολέμου, πότε θα γυρνούσαν πίσω στην καθημερινότητά τους, πότε θα έπαιρναν πίσω το δικαίωμα να ελπίζουν και να ονειρεύονται. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να γυρίσει πίσω ο Κωστής, γερός και δυνατός, να πιάσουν το νήμα της ζωής τους από εκεί που το είχαν αφήσει.
Κι ήρθε η στιγμή που η γαλανόλευκη σημαία κατέβηκε απ’ το κέντρο της πλατείας του χωριού, που κυμάτιζε από πάντα. Τη θέση της πήρε μια άλλη, με άλλα χρώματα κι ο αέρας που φυσούσε πια μύριζε φόβο, μύριζε πόνο, μύριζε θάνατο. Οι κατακτητές, με την έλευσή τους στον τόπο, έδειξαν το σκληρό τους πρόσωπο, επίταξαν το σπίτι του προέδρου, που ήταν το μεγαλύτερο και το πιο κεντρικό και φρόντιζαν σε κάθε ευκαιρία να δείχνουν ότι ήταν πια εκείνοι που κυβερνούσαν. Άρπαζαν ό,τι τους γυάλιζε, εξευτέλιζαν όποιον σήκωνε κεφάλι και εκτελούσαν όποιον έφερνε αντιρρήσεις. Οι έφοδοι στα σπίτια των κατοίκων ήταν καθημερινές, έμπαιναν, διέλυαν και έφευγαν. Και στης Μαρίας το σπίτι είχαν πάει πολλές φορές, έσπαγαν και πετούσαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, με το πρόσχημα ότι έψαχναν για όπλα ή για κάτι άλλο παράνομο κι αποχωρούσαν. Σύντομα όμως ήρθε στο χωριό ένας διοικητής, ο οποίος έδειξε ένα πιο ανθρώπινο πρόσωπο. Απαγόρευσε τις άνευ λόγου εκτελέσεις, απαγόρευσε τις κλοπές των κατοίκων απ’ τους στρατιώτες του, απαγόρευσε οτιδήποτε βάναυσο γινόταν, αν δεν υπήρχε λόγος. Στο σπίτι της Μαρίας μάλιστα πήγαινε συχνά, με το πρόσχημα ότι επισκέπτεται με το άλογό του το ποτάμι κι όλο έβρισκε κάποια δικαιολογία για να χτυπήσει την πόρτα της. Κι οι γονείς της κι η πεθερά της, αλλά κι η ίδια η Μαρία, είχαν καταλάβει πως ήθελε να την πλησιάσει, πως είχε μαγευτεί απ’ την ομορφιά και την περηφάνεια των ματιών της, αλλά δεν έλεγαν λέξη, προσπαθούσαν να κρατήσουν απόσταση. Τη μία φορά μάλιστα, που έτυχε να βρεθεί μπροστά σε έφοδο στο σπίτι της, όπου είχαν μπει με τη βία πέντε στρατιώτες του, που τάχα είχαν πληροφορίες ότι κάτι έκρυβε και άρχισαν να ψάχνουν (καταστρέφοντας) κάθε γωνιά του μικρού σπιτιού, έγινε έξαλλος! Έδωσε ρητή εντολή να σταματήσουν και να μην ξαναπλησιάσουν το “τίμιο αυτό σπίτι” όπως το αποκάλεσε. Τους έδιωξε κακήν κακώς κι ήταν εκείνος που σήκωσε κάθε πεσμένο έπιπλο, που μάζεψε κάθε πεταμένο αντικείμενο, ήταν εκείνος που βοήθησε τη Μαρία, να στοιβάξει ένα ένα τα σκεπάσματα, τα χαλιά και τα υφαντά πάνω στο γιούκο. Με τα ίδια του τα χέρια την βοήθησε να σκεπάσει τα προικιά της με το λευκό, κεντητό σεντόνι. “Εσύ τα έφτιαξες όλα αυτά;” τη ρώτησε στο τέλος σε άπταιστα ελληνικά και μ’ ένα βλέμμα γεμάτο θαυμασμό. “Αυτά έχουν φτιαχτεί από μένα, τη μάνα μου κι τη μάνα του αντρός μου” του είχε απαντήσει με θάρρος, κοιτώντας τον στα μάτια. Κι αυτό το “του αντρός μου” το είχε τονίσει, γιατί έβλεπε πως εκείνος απέφευγε επιδεικτικά να κοιτάξει το δεξί της χέρι, που πάνω του έλαμπε η βέρα του γάμου της.
Βράδυ Τετάρτης ήταν, όταν η Μαρία βρήκε κάτω απ’ την πόρτα της ένα χαρτί, ένα χαρτί με τα γράμματα του Κωστή. Λίγες λέξεις μόνο “Τα μεσάνυχτα έλα στο κρυφό μας σημείο, στο ποτάμι. Μην πεις τίποτα σε κανέναν”. Ταράχτηκε! Ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει σαν να κόντευε να βγει απ’ το κορμί της! Ο Κωστής! Ο Κωστής ήταν εκεί κι είχε έρθει! Σε λίγη ώρα θα τον είχε μπροστά της!
Αφού σιγουρεύτηκε πως όλοι είχαν κοιμηθεί, φόρεσε σκούρα ρούχα, έβαλε κι ένα μαύρο μαντήλι στο κεφάλι, βγήκε κρυφά απ’ το σπίτι και γλίστρησε στο σκοτάδι. Όσο περπατούσε με ελαφριά βήματα, να φτάσει στο σημείο που θα την περίμενε ο Κωστής, ένιωθε την ανάσα της να κόβεται, τα γόνατά της να λυγίζουν. Μία μία μετρούσε τις μέρες που ήταν χώρια! Ευτυχώς η Παναγιά είχε ακούσει τις προσευχές της, αυτές που κάθε βράδυ γονατιστή άφηνε μπροστά στο εικονοστάσι. Όταν έφτασε στο σημείο αναρίγησε, ήταν ακριβώς εκεί που της είχε πει ο Κωστής, στο μέρος που βρίσκονταν κρυφά απ’ όλους πριν παντρευτούν, μα δεν έβλεπε κανέναν. Έκανε με το βλέμμα της ένα γύρο και τότε τον είδε! Τον είδε να ξεγλιστρά στο σκοτάδι κοιτώντας τριγύρω του και να τρέχει στην αγκαλιά της! Αυτή η αγκαλιά, ήταν η ανάσα που τόσο καιρό έλειπε και στους δυο. Μια αγκαλιά -κούμπωμα ψυχών. Αφέθηκε στα χέρια του, λιποθύμησε σχεδόν κι εκείνος εκεί, ο βράχος της, η ασφάλειά της, την κρατούσε δυνατά μα και τρυφερά, σαν να φοβόταν μη του σπάσει. Λίγες λέξεις αντάλλαξαν ψιθυριστά και μετά εκείνος χάθηκε πάλι στο σκοτάδι, γρήγορα κι αθόρυβα ακριβώς όπως είχε έρθει, αφήνοντάς την μόνη μέσα στην νύχτα, να αναρωτιέται αν όντως το είχε ζήσει όλο αυτό ή ήταν μόνο ένα όνειρο…
Τις επόμενες μέρες, ο ξένος διοικητής, ξαναπήγε στο σπίτι της Μαρίας κι αυτή ήταν η πρώτη φορά που δεν χρησιμοποίησε κάποια δικαιολογία. Φτάνοντας έξω απ’ την πόρτα της, την είδε να είναι στην αυλή και να απλώνει τα ρούχα. Την καλημέρισε και την ρώτησε αν θα μπορούσε να της μιλήσει. Οι γονείς της κι η πεθερά της ήταν στην αυλή κι έμειναν να κοιτάζουν τη σκηνή χωρίς να λένε λέξη. Η Μαρία ταράχτηκε, αλλά προσπάθησε να μη το δείξει.
-Ελπίζω να μην είναι πολύ τολμηρό, αλλά θα σε παρακαλούσα Μαρία να μιλήσουμε κάπου οι δυο μας. Θέλω μόνο να σου μιλήσω για λίγο… της είπε κι η Μαρία χωρίς να πει λέξη, του έκανε νόημα να την ακολουθήσει μέσα στο σπίτι.
Φοβόταν! Ένας Θεός ξέρει πόσο φοβόταν εκείνη τη στιγμή, αλλά και τι να έκανε; Άνοιξε την πόρτα και του έκανε χώρο να περάσει. Εκείνος μπήκε, έβγαλε το καπέλο του κι έμεινε εκεί, όρθιος, στη σάλα, δίπλα στο γιούκο, περιμένοντάς την να σταθεί μπροστά του.
-Καθίστε… του είπε απρόθυμα, δείχνοντας με το χέρι της το ντιβάνι στη μέση του σπιτιού
-Όχι, όχι, καλύτερα να… τραύλισε κι ακούμπησε το χέρι του απαλά στο λευκό σεντόνι του γιούκου, εκεί που βρίσκονταν στοιβαγμένα τα προικιά της Μαρίας, αυτά που με τα ίδια της τα χέρια είχε υφάνει.
Η Μαρία δαγκώθηκε, αλλά προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία της.
– Μαρία… ξεκίνησε να μιλάει εκείνος. Τόσο καιρό σε βλέπω, συνομιλώ μαζί σου… Ξέρω ότι είχες παντρευτεί κάποτε, όπως και ξέρω πως ο άντρας σου δεν έχει δώσει σημεία ζωής καιρό τώρα. Το πιθανότερο είναι να… Είναι πολύ δύσκολο όλο αυτό! Δεν θέλω να σε φέρω σε δύσκολη θέση, καταλαβαίνω ότι είσαι μια γυναίκα ηθική και άξια, μα… Μαρία… κατέβασε το κεφάλι του και στιγμιαία η Μαρία είδε τα μάτια του υγρά. Είναι σκληρό αυτό που θα σου πω, μα ήρθαμε για να μείνουμε σ’ αυτή τη χώρα και με όλη μου την ειλικρίνεια, θέλω να ζήσουμε αρμονικά. Δεν μου αρέσει ο πόλεμος Μαρία! Τον μισώ τον πόλεμο! Και το μισώ που σε γνώρισα τώρα, εδώ, σ’ αυτές τις συνθήκες… Μα Μαρία… σ’ αγαπώ Μαρία!
Στο άκουσμα των τελευταίων λέξεων, η Μαρία σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Τα μάτια της πετούσαν φλόγες. Πώς είχε τολμήσει να της πει κάτι τέτοιο, ενώ γνώριζε πως ήταν παντρεμένη; Ενώ γνώριζε πως ο άντρας της πολεμούσε με τους δικούς του, που είχαν εισβάλει στην πατρίδα της; Εκείνος που κατάλαβε την ταραχή της, έκανε ένα βήμα πίσω και χωρίς να την κοιτάξει στα μάτια της είπε μόνο “Συγνώμη Μαρία… Δεν θέλω να μου απαντήσεις κάτι, ήθελα απλά να ξέρεις πώς νιώθω. Αν το σκεφτείς, αν αλλάξεις γνώμη, αν χρειαστείς κάτι, οτιδήποτε από μένα…” και βγήκε σχεδόν τρέχοντας απ’ το σπίτι.
Ήταν τόσο θυμωμένη! Ήθελε τόσα να του πει! Ήταν η πρώτη φορά που το θράσος του είχε φτάσει σ’ αυτό το σημείο. Μέχρι τότε, περιοριζόταν στα κομπλιμέντα, που η Μαρία έκανε ότι δεν καταλάβαινε και σε διάφορα τρόφιμα που έφερνε στο σπίτι της, τάχα ως ευχαριστώ για την ευγένειά της. Μα να φτάσει στο σημείο να της εξομολογηθεί τον έρωτά του μέσα στο ίδιο της το σπίτι, δίπλα στα καρφωμένα στον τοίχο στέφανα του γάμου της; Και μετά τι; Τι θα ακολουθούσε; Ήθελε να ξεσπάσει πάνω του όλο τον θυμό και το μίσος που ένιωθε για εκείνον, αλλά κατάφερε να μην πει λέξη. Δεν την συνέφερε να έρθει σε αντιπαλότητα μαζί του, την είχε βολέψει το ότι είχε κερδίσει την εύνοιά του. Αν δεν ήταν αυτός και το δικό της σπίτι θα είχε τη μοίρα όλων των υπολοίπων στο χωριό, οι στρατιώτες θα είχαν το ελεύθερο να μπαίνουν, να διαλύουν και κυρίως να ψάχνουν. Κι αυτό ήταν κάτι που δεν έπρεπε να συμβεί. Όχι τώρα. Ευτυχώς όλα θα τελείωναν σύντομα…
Το ίδιο βράδυ, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, τέσσερις σκιές βγήκαν απ’ το σπίτι της Μαρίας, γλίστρησαν και χάθηκαν στο σκοτάδι.
Τα χαράματα, στρατεύματα των κατακτητών και βαριά οχήματα με όπλα περνούσαν απ’ τη γέφυρα που υπήρχε στο ποτάμι δίπλα στο σπίτι. Η έκρηξη που ακούστηκε, ταρακούνησε ολόκληρο το χωριό. Οι κάτοικοι βγήκαν έντρομοι απ’ τα σπίτια τους, προσπαθώντας να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Ξένοι στρατιώτες με τα όπλα στα χέρια, μπήκαν στα στρατιωτικά οχήματα κι έφυγαν προς το ποτάμι για να δουν τι είχε συμβεί. Το ποτάμι είχε κοκκινίσει απ’ το αίμα. Πτώματα επέπλεαν, κομμάτια από διαλυμένες λαμαρίνες, κατεστραμμένα όπλα, χάνονταν μέσα του. Καπνός και μυρωδιά καμένου, έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Και δίπλα, το μικρό σπίτι, είχε καταστραφεί σχεδόν ολοσχερώς. Οι ξένοι στρατιώτες έμειναν να κοιτούν άναυδοι το θέαμα κι ανάμεσά τους άφωνος, πανιασμένος σχεδόν, ο διοικητής, απ’ τη μια να κοιτάζει την καταστροφή, να μυρίζει το θάνατο κι απ’ την άλλη το βλέμμα του να τρέχει στο μικρό σπίτι, που είχε γίνει σχεδόν στάχτη. Κι η Μαρία; Η Μαρία του;
Μετά την ανατίναξη της γέφυρας, οι κατακτητές, σε αντίποινα, εκτέλεσαν ομαδικά πολλούς απ’ τους κατοίκους, ενώ κατέκαψαν κάθε γωνιά του χωριού. Ερήμωσε ο τόπος. Μα όσο σκληρός κι αν είναι ο θάνατος, πάντα στο τέλος τον κερδίζει η ζωή. Το τέλος του πολέμου βρήκε την χώρα διαλυμένη, πάμφτωχη, κουρελιασμένη, μα πόσο μαγικό που ακόμη και μέσα στο βαθύ σκοτάδι, αρκεί μια πρώτη σπίθα για να φέρει το φως… Και κάπως έτσι, με κόπο, πόνο, ορθοπόδησε η Ελλάδα.
Δυο χρόνια είχαν περάσει απ’ την τελευταία φορά που είχαν βρεθεί στο χωριό ο Κωστής με το Μαρικάκι του. Όταν στάθηκαν μπροστά στο μέρος που κάποτε υπήρχε το σπίτι, η Μαρία σφίχτηκε πάνω του. Έκλεισε τα μάτια κι έφερε στο μυαλό της την εικόνα του σπιτιού, όπως ήταν τότε, πριν αρχίσουν όλα. Τις πολύχρωμες κουρελούδες στους τοίχους, τα υφαντά χαλιά στο πάτωμα, τα παλιά, πράσινα ντουλάπια στη μικρή κουζινούλα αριστερά, τα παλιά ντιβάνια στη σάλα, σκεπασμένα πάντα με τις χοντρές, καφέ κουβέρτες. Έφερε στο νου της τον γιούκο, που με τόση αγάπη είχε στολίσει δίπλα στην πόρτα, αυτόν που έκρυβε μέσα του όλα τα παιδικά της όνειρα, όλες τις προσδοκίες των δικών της ανθρώπων. Τον γιούκο, που εκείνες τις τελευταίες μέρες, είχε φυλάξει μέσα του, ανάμεσα στα προικιά της, τα εκρηκτικά που προσεχτικά οι πατριώτες είχαν τοποθετήσει στη γέφυρα. Εκείνα που σχεδόν άγγιξε με το χέρι του μια μέρα πριν ο ίδιος ο διοικητής και που έκανε την ανάσα της να κοπεί και την καρδιά της να χάσει χτύπους.
-Δεν θέλω να με ξαναφέρεις εδώ Κωστή μου… Θέλω να τα ξεχάσω όλα και να πιάσουμε τη ζωή μας απ’ την αρχή… του είπε ψιθυριστά
-Ό,τι θέλεις Μαρικάκι μου! Ό,τι θέλεις πριγκίπισσά μου! Πάμε… έχουμε μια ζωή να ζήσουμε! της είπε και της άφησε ένα τρυφερό φιλί στα μαλλιά
Κική Γιοβανοπούλου
