Ολοένα έσφιγγε και ξέσφιγγε τα λεπτά χείλη της και κάθε τόσο αναστέναζε καθώς έσερνε αναποφάσιστη τις κρεμάστρες με τις θήκες πέρα δώθε στη ράγα της ντουλάπας. Πέντε χρόνια… Είχαν ήδη περάσει πέντε χρόνια από τον θάνατο του συζύγου της κι ακόμη δεν ένιωθε έτοιμη να βγάλει τα μαύρα. Πέντε χρόνια τα ταγιέρ και τα φορέματά της ήταν εγκλωβισμένα σε αυτές τις θήκες και τώρα έπρεπε να πάρει μία απόφαση. Θα τα κρατούσε κι επιτέλους θα τα φορούσε ξανά, ή θα τα έδινε;
Τράβηξε έξω μια κρεμάστρα και κατέβασε μαλακά το φερμουάρ της μαύρης θήκης. Τα μάτια της βούρκωσαν στη θέα ενός ταφταδένιου φούξια φορέματος. Ήταν το αγαπημένο φόρεμα του άντρα της. Το έβγαλε από τη θήκη, το έβαλε μπροστά της και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Με τα μάτια της ψυχής είδε όλους αυτούς τους χορούς και τα γλέντια στα οποία το είχε φορέσει και για λίγο αφέθηκε στη μαγεία των αναμνήσεων, ώσπου το βλέμμα της έπεσε στο ρυτιδιασμένο της πρόσωπο και τα μπαμπακένια μαλλιά της. Έμοιαζε τόσο παράταιρο όλο αυτό, που πέταξε το φόρεμα στο κρεβάτι σαν να κάηκε και ξεκίνησε με αποφασιστικότητα ν’ ανοίγει τις θήκες και να χωρίζει τα ρούχα σε δύο στοίβες. Όταν ξαφνικά, κέρωσε. Μόλις είχε τραβήξει έξω από τη θήκη του άτσαλα το τουίντ ταγιέρ της, όταν έπεσε στα πόδια της μια χρυσή αλυσίδα μ’ ένα σταυρό, κάνοντας ένα μεταλλικό ήχο. Έμεινε ώρα εκεί μαρμαρωμένη, αρνούμενη να κοιτάξει τον χρυσό σταυρό, ώσπου το ροζιασμένο χέρι της βάρυνε κι έπεσε απότομα ρίχνοντας το ρούχο στο πάτωμα. Η Ειρήνη αφέθηκε να καθίσει στο κρεβάτι απότομα κάνοντάς το να ξεφυσήξει κάτω από το βάρος της και κοίταξε τη χρυσή αλυσίδα στα πόδια της που τώρα μισοκρυβόταν από το ρούχο. Έπειτα έγειρε μπροστά και ξέσυρε την αλυσίδα με τα ακροδάχτυλά της ώσπου την χούφτιασε. Δεν είναι δυνατόν! σκέφτηκε καθώς ένιωσε τον σταυρό να αγκυλώνει τη σφιχτοκλεισμένη της χούφτα.
«Δεν είναι δυνατόν», ψέλλισε κι άνοιξε αργά το χέρι της. Ο χρυσός σταυρός με το μικρό ρουμπίνι και τη χοντρή αλυσίδα στραφτάλισε πανέμορφος όπως πάντα. Η Ειρήνη έκλεισε τα μάτια της καθώς ένιωσε τον ίλιγγο να την τυλίγει. «Ω Θεέ μου, ο σταυρός!» μουρμούρισε και χοντρά δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της, καθώς οι αναμνήσεις, όμοια στοιχειά την κύκλωσαν.
«Δεν τον πήρα εγώ, κυρία! Σας λέω, δεν τον πήρα εγώ!»
«Και τότε πού είναι ο σταυρός; Έχω φάει όλο το σπίτι! Όλα τα ξεσήκωσα και δεν είναι πουθενά! Λέγε! Πού είναι ο σταυρός;»
«Μα σας λέω, δεν τον πήρα εγώ! Εγώ ποτέ δε θα έπαιρνα ξένο πράγμα!»
«Για τόσο χαζή με περνάς εεε; Ποιος άλλος είναι μέσα σ’ αυτό το σπίτι; Κανείς! Ποιος άλλος ξένος μπαίνει εδώ; Κανείς! Μόνο εσύ, εγώ κι ο άντρας μου!»
«Σας λέω, δεν τον πήρα εγώ τον σταυρό!»
«Ναι, γιατί εσύ είσαι τίμια!» της πέταξε ειρωνικά η Ειρήνη. «Ένα παλιοθήλυκο είσαι! Αυτό είσαι! Και μη νομίζεις πώς δεν έχω καταλάβει ότι τρίβεσαι στον άντρα μου και σου δίνει λεφτά και δώρα πίσω από την πλάτη μου!»
«Μα τι λέτε, κυρία! Εγώ δεν κάνω τέτοια πράγματα! Και τι δώρα; Πώς να μου πάρει δώρα, αφού είναι ανάπηρος;»
«Μου πουλάς και πνεύμα! Αν στον έδωσε, τον θέλω πίσω! Δεν είναι δικός του για να τον δώσει! Είναι δικός μου! Λέγε, τι έκανες τον σταυρό;» ούρλιαζε τώρα η Ειρήνη έξαλλη. Ποτέ άλλοτε δε θυμόταν να είχε μιλήσει έτσι σε άνθρωπο. Δύο εβδομάδες τώρα έψαχνε τον σταυρό που πήγαινε από μάνα σε κόρη, γενιές και γενιές και του οποίου η αξία ήταν τεράστια.
«Τελευταία ευκαιρία! Να τον φέρεις και να τον αφήσεις στην κοσμηματοθήκη μου μέχρι την Παρασκευή! Το Σάββατο η κόρη μου παντρεύεται και πρέπει να της τον δώσω, το καταλαβαίνεις;»
«Μα δεν τον έχω! Σας το λέω τόσες μέρες! Δεν τον πήρα! Δεν τον…» τα λόγια της κόπηκαν από το ξαφνικό χαστούκι.
«Έξω! Έξω από το σπίτι μου! Κλέφτρα! Θα πάω και στην αστυνομία να σε καταγγείλω. Θα…». Πόσα είπε, Θεέ μου, εκείνη την ημέρα, σκεφτόταν τώρα και ο σταυρός έκαιγε το χέρι της, με το οποίο είχε χαστουκίσει την κακομοίρα την Άνικα. Πόσα έκανα; Και μου το φώναζε η κακόμοιρη κοπέλα ότι την κατηγορούσα άδικα και ήταν αθώα. Κρύος ιδρώτας πάγωσε το κορμί της. Κι όμως μέχρι και σήμερα ο θυμός μου έκαιγε τα σωθικά εναντίον της. Πόσες φορές την κακολόγησα στις φιλενάδες μου, στη γειτονιά, στους γνωστούς κι αγνώστους με αποτέλεσμα να μην μπορεί να βρει δουλειά… Πόσο δηλητήριο έχυσα από το στόμα μου κι άλλο πόσο στην καρδιά μου; Πόσες φορές την καταριόμουν και τη γλωσσότρωγα, σίγουρη ότι αυτή τον είχε πάρει;
Τα χρόνια πέρασαν και η μάνητα της Ειρήνης δεν έλεγε να σβήσει, ίσα ίσα φούντωνε κι όλο και πιο συχνά τελευταία έπιανε τον εαυτό της να αποζητά το κακό της Άνικας. Και ο σταυρός ήταν εκεί. Είχε πιαστεί στο εσωτερικό κουμπί του σακακιού, που το ‘χε βάλει στη θήκη χωρίς να το προσέξει. Η Άνικα όμως είχε πια φύγει και είχε χάσει τα ίχνη της. Πώς θα την έβρισκε τώρα; Πώς θα της ζητούσε συγγνώμη που την κατηγόρησε άδικα, που τη συκοφάντησε, που τη χτύπησε; Τι αξία είχε αυτή η συγγνώμη, μπροστά σε όλα αυτά που έκανε; Καμία. Τα λόγια της μάνας της ήχησαν στα αυτιά της “Ποτέ μην κατηγορείς κανέναν αν δεν είσαι απολύτως, μα απολύτως σίγουρη ότι το έκανε!”. Κι όμως αυτή ήταν απολύτως σίγουρη ότι η Άνικα είχε κλέψει τον σταυρό, παρόλο που άδειασε όλα τα πράγματά της πριν τη διώξει, παρόλο που η κοπέλα την άφησε να την ψάξει προσπαθώντας να αποδείξει την αθωότητά της. Ήταν σίγουρη παρόλο που δεν είχε αποδείξεις… Και να που η σιγουριά της αυτή κατέρρευσε σαν χιονοστιβάδα και ήρθε και την πλάκωσε σαν παγωμένη ταφόπλακα.
Τα χέρια της έτρεμαν καθώς χτυπούσε απαλά το κουδούνι, μα τώρα που έφτασε εδώ δε θα έκανε πίσω.
«Παρακαλώ…» ακούστηκε μία φωνή με ξενική προφορά. Η Ειρήνη κόλλησε, δεν ήξερε τι να πει, το στόμα της είχε ξεραθεί τελείως και ξεροκατάπιε. Είχε κάνει τόσες και τόσες φορές πρόβες στον μονόλογό της για το τι θα έλεγε όταν έβλεπε την Άνικα και δεν είχε σκεφτεί ότι μπορεί να μην της ανοίξει καν την πόρτα αν άκουγε ποια ήταν.
«Ψάχνω την Άνικα Γιόβιτς» τραύλισε με κατεβασμένο κεφάλι.
«Η ίδια…» ακούστηκε απορημένη η φωνή της Άνικας.
«Μπορείς να μου ανοίξεις, σε παρακαλώ;» βγήκαν με δυσκολία οι λέξεις από τον ξεραμένο λαιμό της.
«Κυρία Ειρήνη, εσείς;» ρώτησε φανερά ταραγμένη η Άνικα.
«Εγώ» επιβεβαίωσε εκείνη και με το μαντίλι της σκούπισε το υγρό μέτωπό της. Άκουσε το κλικ του ακουστικού που κλείνει και η Ειρήνη έμεινε αμήχανη να γέρνει πότε στο ένα πόδι πότε στο άλλο και να περιμένει. Όμως η ώρα περνούσε και η πόρτα δεν άνοιγε. Εμ βέβαια, με τόσα που της έκανα και της είπα, τι περίμενα, σκέφτηκε η Ειρήνη. Ούτε που θα θέλει να με ξαναδεί. Έκανε να ματαχτυπήσει, αλλά το μετάνιωσε και τράβηξε το χέρι της. Κοίταξε γύρω της αναποφάσιστη για το τι έπρεπε να κάνει, όταν είδε την πόρτα του ασανσέρ ν’ ανοίγει και να εμφανίζεται η Άνικα φανερά ταλαιπωρημένη από τη χρόνια σκληρή δουλειά. Η Ειρήνη ασυναίσθητα τράβηξε το σακάκι της να ισιώσει και προσπάθησε να τεντώσει το κορμί της. Η Άνικα την κοίταξε εξεταστικά και δίστασε ν’ ανοίξει την εξώπορτα της πολυκατοικίας, μα στο τέλος το πήρε απόφαση.
«Κυρία Ειρήνη, εδώ δουλεύω…» της είπε κάπως επιθετικά κοιτώντας εξεταστικά γύρω της. Η Ειρήνη της έγνεψε ότι καταλαβαίνει και με τρεμάμενα χέρια απίθωσε στα χέρια της το μικρό μπλε κουτί που κράταγε καθώς ψέλλιζε «Συγγνώμη» και πρόσθεσε έπειτα από λίγο πιο δυνατά «Ήρθα να ζητήσω, συγγνώμη. Έκανα λάθος…». Έπειτα της γύρισε την πλάτη κι έφυγε σαν κυνηγημένη.
Η Άνικα την κοίταζε αποσβολωμένη καθώς απομακρυνόταν. Η Ειρήνη σταμάτησε ένα ταξί και χώθηκε μέσα, τότε μόνο η Άνικα άνοιξε το κουτί που κρατούσε. Ο χρυσός σταυρός με το κόκκινο ρουμπίνι στραφτάλισε αδιάφορος για τα βάσανα που προκαλούσε στις καρδιές των ανθρώπων…
Αναστασία Χ.
