“Πω πω! Τι ζέστη είναι αυτή;”, μονολόγησε η Αναστασία και βγάζοντας ένα χαρτομάντιλο από τη τσάντα της, σκούπισε το μέτωπο της. “Αμάν αυτή η Αθήνα! 30 βαθμούς λένε τα δελτία, 40 νιώθεις! Πάλι καλά που υπάρχει και ο φρέντο εσπρέσσο! Πού να ήξερε ένα ποτήρι καφέ ότι με βοηθάει και τη μέρα στη δουλειά να βγάλω και να δροσιστώ!”, συνέχισε να μουρμουρίζει και κοίταξε το ρολόι της. Είχε ακόμη μισή ώρα μέχρι να δώσει το παρόν στην εργασία της. Έτσι, έκανε την καθιερωμένη στάση στην αγαπημένη της καφετέρια για να πάρει το ‘δυναμωτικό’ της!
Μπήκε μέσα με το κεφάλι κάτω, διαβάζοντας στο κινητό τα 9 (!) νέα μηνύματα που είχε λάβει στο Messenger από την καλύτερή της φίλη, η οποία της εξιστορούσε παραστατικά τα όσα είχαν συμβεί το προηγούμενο βράδυ με τον δικό της. Είχαν τσακωθεί πριν λίγες μέρες και χτες επιτέλους εμφανίστηκε στην πόρτα της με μια δέσμη από τριαντάφυλλα και όλα έγιναν όπως πριν. Φυσικά εκείνη περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια όσα έγιναν μετά τη ‘συμφιλίωση’ και η Αναστασία είχε ένα χαζό χαμόγελο στο χείλη. Από τη μια χαιρόταν αφάνταστα για τη φίλη της και από την άλλη ένιωθε λίγο άβολα με την τόση λεπτομέρεια.
Όταν εξυπηρετήθηκαν οι δύο πελάτες που προηγούνταν, η Αναστασία δεν είχε πάρει ακόμα το βλέμμα από το κινητό της, όταν μια πρωτάκουστη φωνή – γιατί τα ήξερε και τα τρία παιδιά που δούλευαν εκεί, την είχαν μάθει κι αυτοί πια – της απηύθυνε το λόγο. “Τι θα θέλατε;”
Η Αναστασία άφησε την ‘πικάντικη’ περιγραφή της φιλενάδας της στη μέση και με βλέμμα απορίας κοίταξε τον μπαρίστα…
Το στόμα της στέγνωσε, τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν, η αναπνοή της εντάθηκε και τα μάγουλά της κοκκίνισαν, ενώ τα μάτια της ήταν καρφωμένα στα δικά του.
“Τι θα θέλατε;”, την ξαναρώτησε, με χαμόγελο αυτή τη φορά.
Εντάξει, τώρα ήταν που η Αναστασία δεν θα του έλεγε ποτέ τι ήθελε!
Μόλις είχε αντικρίσει έναν άντρα πάνω από 2 μέτρα – κυριολεκτικά -, με μεγάλες πλάτες, καστανά μάτια, καφέ μαλλιά, σαρκώδη χείλη, ατελείωτα χέρια, μακριά δάχτυλα, ενώ η αψεγάδιαστη οδοντοστοιχία του συμπλήρωνε άψογα την εικόνα!
«Α καλά, Μενέλαε, άστο, θα την εξυπηρετήσω εγώ την κοπέλα. Μπορείς να ετοιμάσεις τις άλλες παραγγελίες που είναι to go» , είπε μια γνώριμη γυναικεία φωνή και μόνο τότε η Αναστασία ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της και αντιλήφθηκε πως μόλις είχε γίνει ρεζίλι και στο προσωπικό και στους πελάτες του μαγαζιού.
«Αμάν!», ψέλλισε μέσα από τα χείλη της και έπιασε το κούτελό της.
«Ένα φρέντο εσπρέσσο σκέτο ετοιμάζω, έτσι;», την ρώτησε η κοπέλα πίσω από τη μπάρα και η Αναστασία κούνησε το κεφάλι καταφατικά.
Σε 2 λεπτά ο καφές ήταν έτοιμος.
Η Αναστασία ήδη είχε αφήσει τα χρήματα για τον καφέ της στον πάγκο και με σκυφτό το κεφάλι τον πήρε στα χέρια της.
«Ευχαριστώ πολύ», κατάφερε να πει και έφυγε σφαίρα για τη δουλειά.
Δεν μπορούσε όμως όλο το απόγευμα να βγάλει τον Μενέλαο από το μυαλό της. Κυρίως αναρωτιόταν πώς ήταν δυνατόν να χάσει έτσι τα λόγια της και με τι μούτρα θα πήγαινε αύριο να πάρει καφέ από εκεί…
Όταν πια έφτασε 9 το βράδυ και σχόλασε, πήρε τον δρόμο για το σπίτι. Στη διαδρομή αποφάσισε να πάρει και τη φίλη της τηλέφωνο που την ‘είχε αφήσει στο διαβάστηκε’ από το μεσημέρι, όμως περνώντας με το αυτοκίνητο έξω από την καφετέρια, είδε τον Μενέλαο να μαζεύει τις καρέκλες και άφησε το κινητό κάτω.
Χωρίς δεύτερη σκέψη έστριψε στο αμέσως επόμενο στενό και για καλή της τύχη βρήκε να παρκάρει αμέσως. Με γρήγορες κινήσεις βγήκε από το αμάξι, το κλείδωσε και στο λεπτό είχε φτάσει έξω από την καφετέρια.
Ο Μενέλαος μόλις είχε μαζέψει και το τελευταίο τραπέζι και κατευθυνόταν προς την πόρτα για να κλειδώσει. Αντικρίζοντας την Αναστασία, κοντοστάθηκε και σαν να έκανε μια γκριμάτσα αγανάκτησης, κάτι που την έκανε να νιώσει ακόμη πιο άσχημα…
«Γειά», κατάφερε να πει, αν και το στόμα της ήταν και πάλι στεγνό και τα χέρια της είχαν ιδρώσει.
«Κλείσαμε», της είπε αυστηρά ο Μενέλαος και έκανε να σπρώξει την πόρτα ώστε να την κλειδώσει.
«Μισό λεπτό…Ήρθα μόνο να ζητήσω συγνώμη… Σε κοίταζα σαν τη χαζή το μεσημέρι και σε έφερα σε δύσκολη θέση… Δεν ήθελα να σου δημιουργήσω πρόβλημα στη δουλειά ή να σε κάνω να φανείς ανεπαρκής στην προϊσταμένη σου… Την ξέρω την Εύα… Θα της μιλήσω αύριο, να ζητήσω συγνώμη κι από εκείνη…», κατάφερε με κομμένη την ανάσα να πει η Αναστασία.
Τότε ο Μενέλαος χαμογέλασε και επιτέλους έφυγε αυτό το ‘μαύρο σύννεφο’ από τα μάτια του!
«Σε ευχαριστώ πάρα πολύ που με σκέφτηκες. Δεν υπήρξε κάποιο πρόβλημα με την Εύα… Αλλά όχι και χαζή! Να σου είμαι ειλικρινής, με χαροποίησε η στάση σου. Συνήθως οι κοπέλες μου αφήνουν το τηλέφωνό τους ή με ρωτάνε τι κάνω το βράδυ! Κάτι τέτοιο πίστευα ότι θα ακούσω πριν, όμως με εξέπληξες», ολοκλήρωσε και χαμογέλασε.
Η Αναστασία εξέπνευσε και οι ώμοι της χαλάρωσαν, νιώθοντας πια ανακούφιση.
«Ε πόσο πια να ρεζιλευτώ;», ήταν το μόνο που σκέφτηκε να απαντήσει και αμέσως κοκκίνισε, γιατί κατάλαβε ότι πάλι βλακεία είχε πει! Αλλά πώς να συγκεντρωθεί με αυτό το θέαμα απέναντί της;
Ο Μενέλαος γέλασε, γιατί του φάνηκε αρκετά χαριτωμένη η αμηχανία της.
«Λοιπόν, καληνύχτα», είπε η Αναστασία και απλά γύρισε την πλάτη της κι έφυγε.
Και φυσικά το μυαλό της δεν την άφησε να κοιμηθεί όλη τη νύχτα. Αναπαρήγαγε την συζήτησή τους ξανά και ξανά ή έπλαθε σκηνές με παθιασμένα φιλία (και όχι μόνο) μεταξύ τους. Και κάθε φορά κούναγε το κεφάλι της ή σηκωνόταν να πιεί νερό, για να σταματήσει τις πονηρές αυτές σκέψεις…
Το επόμενο μεσημέρι φόρεσε ένα λευκό φόρεμα με τιράντες που έφτανε μέχρι τα γόνατα, έπιασε μια ψηλή αλογοουρά τα μαλλιά της και συμπλήρωσε το outfit με ένα ζευγάρι λευκά sneakers. Πήρε και το σακίδιο της δουλειάς και πήγε, με άλλον αέρα πια, να πάρει τον καφέ της και να δει τον Μενέλαο.
Μόλις μπήκε στο μαγαζί η καρδιά της άρχισε να χτυπάει τόσο δυνατά που σχεδόν την άκουγε! Αλλά αυτή τη φορά δεν θα ‘κοκάλωνε’!
«Τι θα θέλατε;», την ρώτησε με αυτό το αφοπλιστικό χαμόγελο ο δίμετρος μπαρίστα
«Ένα φρέντο εσπρέσσο σκέτο, παρακαλώ», είπε η Αναστασία και συνεχάρη τον εαυτό της που τα κατάφερε να αρθρώσει την πρόταση.
«Ορίστε», είπε ο Μενέλαος που τον είχε ήδη έτοιμο με ένα 10ψήφιο νούμερο πάνω στο καπάκι.
Η Αναστασία τελικά δεν κράτησε την υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό της και έμεινε ακίνητη να κοιτάζει το ποτήρι του καφέ.
«Είναι κερασμένο και το βράδυ περιμένω τηλέφωνό σου, αν και ακόμα δεν έχω μάθει το όνομά σου», της είπε ο Μενέλαος και έσπρωξε τον καφέ προς το μέρος της.
Η Αναστασία ‘ξεμπλόκαρε’, τον κοίταξε μέσα στα μάτια και του χαμογέλασε.
«Αναστασία», απάντησε και παίρνοντας τον καφέ της έφυγε για τη δουλειά.
Το βράδυ με τον Μενέλαο ήταν πια μόνο λίγες ώρες μακριά…
Αγγελική Ανδριοπούλου
Συνεχίζεται…

One response to “Φρέντο Εσπρέσσο Σκέτο – 1”
[…] Προηγούμενο […]