Το κυνήγι του Αμντούσιας

Άξμπριτζ, Λονδίνο

Παρακολουθεί εκείνον που ακολουθεί την κοπέλα. Διασχίζουν τους μικρούς αγγλικούς δρόμους, μόνοι, ο καθένας με τον σκοπό του. Η ησυχία δε διασπάται μόνο από τα ποδοβολητά τους (και ενίοτε από κάποιο διερχόμενο όχημα που δεν θα σταματήσει για κανέναν τους), μα και από φυτά που λυγίζουν και τρομπέτες που φαινομενικά δεν υπάρχουν –αλλά που ο ίδιος τις ακούει και, είναι σίγουρος, πως και εκείνη τις ακούει. Το δρομάκι στο οποίο βρίσκονται τώρα μοιάζει ξεχασμένο από μια παλιότερη εποχή, όταν οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχαναν τον ύπνο τους για να μπεκρουλιάσουν στις ταβέρνες και τα μπαρ. Σε λίγο, θα βρεθούν σε έναν μεγαλύτερο δρόμο και ίσως χρειαστεί να αναβάλει τον σκοπό του. Αλλά δεν πρόκειται να το επιτρέψει.

*****

Η τριαντάχρονη Μαίρη τρέχει να ξεφύγει. Βαριανασαίνει, τα μαλλιά και το μπουφάν της ανεμίζουν, όπως και το μωβ φόρεμά της. Κλαίει -ό,τι υπολείμματα έχει από το μακιγιάζ της λιώνουν στο πρόσωπό της. Κουνάει τα χέρια της, μπρος και πίσω, πρώτα το δεξί και μετά το αριστερό. Τα βαμμένα ροζ νύχια της έχουν γδάρει το δέρμα των δακτύλων. Τα τακούνια της ακούγονται να χτυπάνε το πεζοδρόμιο.

Η μικρή Ρέντφορντ Γουέι απλώνεται γύρω της. Η Μαίρη έχει περάσει το μικρό καφέ Ux Coffee, το γραφείο απασχόλησης FiWo και το ηλεκτρολογείο αυτοκινήτων AutElec. Πιο πέρα, στα αριστερά της θα συναντήσει ένα μικρό οικοδόμημα που φιλοξενεί κάποιες νομικές υπηρεσίες. Κτίρια καλυμμένα από σκοτάδι και ψηλούς συρμάτινους ή και καλυμμένους με φυτά φράχτες την περιστοιχίζουν. Σπίτια όπου οι άνθρωποι έχουν κλειστεί μέσα τους ή που λείπουν κάπου μακριά. Βλέπει κάποια παρκαρισμένα αμάξια ή μηχανές στις θέσεις πάρκινγκ που παρέχονται στους πολίτες, αλλά δεν σταματάει. Οι ανατριχιαστικοί ήχοι από κάποια μουσικά όργανα της προκαλούν πονοκέφαλο. Η Μαίρη τα προσπερνά όλα, ό,τι υπάρχει γύρω της τούτη την συννεφιασμένη, δροσερή νύχτα. Τα αφήνει πίσω της όσο γρηγορότερα μπορεί, χωρίς να φωνάζει. Σύντομα, θα περάσει έξω από την Εκκλησία του Χριστού και, αν συνεχίσει, θα φτάσει στην οδό Μπέλμοντ, που είναι ένας αρκετά ασφαλής προορισμός. Ο πιο ασφαλής, ίσως, δεδομένου ότι είναι πολυσύχναστος δρόμος και τέτοια ώρα (μία μετά τα μεσάνυχτα) θα έχει περαστικούς ή, καλύτερα, αστυνομικούς που περιπολούν.

Αν συνεχίσει.

Και αν φτάσει.

Πίσω της, ανάμεσα στα ανεξήγητα βουητά, ακούει βήματα να την πλησιάζουν. Δεν μοιάζουν ανθρώπινα, όμως. Της θυμίζουν περισσότερο οπλές αλόγου, αλλά ενός αλόγου που έχει και νύχια για να σκοτώνει. Έρχεται. Την ακολουθεί. Δε βιάζεται, δεν τρέχει. Δεν τη φωνάζει να σταματήσει. Είναι πιο μεγάλος σε ηλικία από εκείνη, μα και πιο γυμνασμένος –αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που ενέδωσε στο φλερτ του. Είναι όμορφος, ξανθός με πρασινωπά μάτια και αφοπλιστικό χαμόγελο. Δουλεύει σε παμπ, ως σερβιτόρος ενίοτε, μα κυρίως ως πιανίστας. Κάποτε άκουγε στο όνομα Πίτερ, αλλά πλέον, τις τελευταίες εβδομάδες (οπότε και άρχισε να εμφανίζει επιθετικότητα και να γίνεται απότομος προς όλους), της λέει να τον αποκαλεί Αμντούσιας. Αυτό είναι το όνομά μου, γλυκιά μου, της λέει, δείχνοντάς της τα λευκά δόντια του. Ο Πίτερ (ή ο Αμντούσιας) είναι έτσι κι αλλιώς πιο ψηλός από την Μαίρη, όμως από τότε που άλλαξε η συμπεριφορά του, στα μάτια της μοιάζει θεόρατος. Σαν να μη χωράει καν από την πόρτα του διαμερίσματος που μοιράζονται τα τελευταία δύο χρόνια. Παλιά, όταν κάνανε έρωτα, οι στιγμές εκείνες ήταν όμορφες, γεμάτες πάθος, που τις ευχαριστιόντουσαν και οι δύο. Αλλά κατά την πιο πρόσφατη συνεύρεσή τους, εκείνος ήταν αδυσώπητος και γέμισε το σώμα της χτυπήματα. Και… έβγαζε κάτι περίεργους ήχους, λες και ήταν άγριο ζώο. Όσον αφορά την μουσική του, το πιάνο που έχουν στο διαμέρισμα θα είχε πιάσει ιστούς αραχνών, αν δεν το καθάριζε η Μαίρη –γιατί ο Πίτερ δεν ασχολείται με δαύτο πλέον.

Φύγε, της είπαν οι δικοί της την προηγούμενη ημέρα, την Πέμπτη. Βέβαια, από την πρώτη στιγμή δεν είχαν συμπαθήσει τον Πίτερ –τους φάνηκε πολύ μεγάλος εγωιστής, που χρησιμοποιούσε την μουσική του για να αναδεικνύει τον εαυτό του, παρά σαν μια υπέροχη ενασχόληση. Παράτα τον. Δεν σου αξίζει. Σώσε τον εαυτό σου, Μαίρη. Αν θες, μπορείς να έρθεις να μείνεις μαζί μας ή να πας στον αδερφό σου, που, παρότι μένει μακριά σου, ωστόσο είναι πιο κοντά από εμάς και επιπλέον ζει μόνος του. Αλλά φύγε από αυτόν τον άθλιο που σε ταλαιπωρεί και δε σε σέβεται! Ο πατέρας της, σχεδόν εβδομήντα χρονών, συνταξιούχος εργάτης σε εργοστάσιο, της είπε πως, αν ήθελε, θα κανόνιζε ο ίδιος ώστε να φύγει ο Πίτερ από την ζωή της. Η Μαίρη τον απέτρεψε, όπως απέτρεψε και τον κατά τα άλλα ευαίσθητο αδερφό της, τον πενηντάρη Σαμ. Γιατί είχε καταλάβει ότι ο (Αμντούσιας) Πίτερ είναι πολύ επικίνδυνος και δεν θα άφηνε να πάθουν κάτι οι δικοί της. Ούτε ο Σαμ μπορεί να κάνει κάτι απέναντι στον Πίτερ, γιατί, πέραν του εσωστρεφούς χαρακτήρα του, έχει απολυθεί πρόσφατα από ένα ξενοδοχείο στο Μάντσεστερ όπου εργαζόταν και αυτό τον έχει ρίξει πολύ ψυχολογικά.

Είχε αποφασίσει να ξαποστείλει τον Πίτερ την Παρασκευή, πριν λίγες ώρες δηλαδή. Όταν θα επέστρεφαν και οι δύο από τις δουλειές τους –η Μαίρη εργάζεται σε γραφείο λογιστή. Ήταν έτοιμη, ή έτσι νόμιζε. Όλο το πρωί το σκεφτόταν και πίστευε πως θα βρει το θάρρος να του μιλήσει. Ότι δεν θα δειλιάσει. Και πράγματι, όταν ήρθε το βράδυ (οπότε και ήρθε και ο Πίτερ), δε δείλιασε, παρότι τον είδε ότι είναι κακόκεφος –ως συνήθως αυτές τις εβδομάδες. Τα ρούχα του τσαλακωμένα, το πουκάμισο έξω από το παντελόνι. Τα μαλλιά του, που τα είχε αφήσει να μακρύνουν, όπως και τα γένια του, ανακατωμένα λες και είχε ψάξει να βρει κάποιον θησαυρό μέσα τους. Τον άφησε να ρίξει νερό στο πρόσωπό του και να αλλάξει –τίποτα από τα δύο δεν έκανε• απλά πήγε κοντά της, απλώνοντας τα μεγάλα χέρια του προς το μέρος της, λέγοντάς της πως θέλει να πάνε στο κρεβάτι. Τον απώθησε και, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της, του είπε ότι χωρίζουν και να φύγει. Αυτός γέλασε και της όρμησε. Η Μαίρη αντιστάθηκε, όσο μπορούσε, μα εκείνος τη χτύπησε στο κεφάλι, αφήνοντάς την αναίσθητη.

Όταν ξύπνησε μέσα στο σχεδόν σκοτεινό δωμάτιό τους, είδε πως η τηλεόραση ήταν ανοιχτή και έδειχνε επανάληψη κάποιου ποδοσφαιρικού αγώνα. Γνωρίζοντας το πρόγραμμα του συγκεκριμένου καναλιού, σκέφτηκε ότι η ώρα πρέπει να ήταν τουλάχιστον δώδεκα τα μεσάνυχτα. Είχε μείνει αναίσθητη για πάνω από τρεις ώρες.

Έμεινα αναίσθητη για πάνω από ένα μήνα, θα πει αργότερα. Ίσως και για δύο χρόνια.

Η ίδια ήταν γυμνή πάνω στο κρεβάτι. Το πρόσωπό της ήταν λερωμένο από το κατεστραμμένο μακιγιάζ της –δεν ήθελε να βάλει, αλλά δεν ήθελε και να δώσει αφορμές για σχόλια στο γραφείο που δούλευε. Ένιωθε καρφιά να τρυπάνε τα πόδια και το αιδοίο της. Το σοκ που ένιωσε, την έκανε να παγώσει για λίγο. Με βίασε, σκέφτηκε. Με… με… με βίασε! Ποτέ δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Ακόμα και όταν της φώναζε και την απειλούσε, εκείνη πάντα ενέδιδε και ό,τι έκαναν, ό,τι της έκανε, το… ανεχόταν. Εκείνη την στιγμή, όμως, αυτός…

Τον είδε ότι καθόταν στην πολυθρόνα που είχε αγοράσει και που δεν άφηνε κανέναν να τη χρησιμοποιεί –όχι πια, δηλαδή. Είχε γείρει το κεφάλι του και είχε κλειστά τα μάτια του. Ήταν κι αυτός γυμνός. Ανάσαινε ήρεμα, αν και είχε σμίξει τα φρύδια του. Στο μισοσκόταδο και με την εναλλαγή χρωμάτων από την τηλεόραση, έμοιαζε με ενήλικα που είχε καθίσει σε καρέκλα που προοριζόταν για παιδιά.

Η Μαίρη έμεινε να τον κοιτάζει για λίγα δευτερόλεπτα και να πονάει.

Αυτός δεν ξύπνησε, ούτε έδειχνε να έχει καταλάβει ότι εκείνη είχε βρει ξανά τις αισθήσεις της.

Τότε η Μαίρη άκουσε ξανά τη φωνή των γονιών της. Φύγε. Φύγε από αυτόν.

Και αυτό έκανε. Χωρίς να ανοίξει κανένα φως, πλην του φλας του κινητού της, ντύθηκε όσο πιο ήσυχα μπορούσε, με ό,τι ρούχα βρήκε στο διάβα της, δεν κάθισε καν να καθαρίσει το πρόσωπό της, πήρε την τσάντα της, περπάτησε στις μύτες των ποδιών της ως την πόρτα, την άνοιξε και…

Πού πας, γλυκιά μου; Η φωνή μέσα από το σκοτάδι την σταμάτησε. Απειλητική. Ανίερη.

Εκείνος είχε ξυπνήσει τελικά. Ποιος ξέρει πόση ώρα την παρακολουθούσε να ετοιμάζεται…

Η Μαίρη ένιωσε την παρόρμηση να σηκώσει το κινητό της προς το μέρος του, απλά και μόνο για να σπάσει το σκοτάδι και να φέρει στο φως τον… τον… άντρα που είχε αγαπήσει, μα που πλέον δεν αναγνώριζε.

Πας κάπου, γλυκιά μου; Με αφήνεις;

Μην παγώνεις τώρα, είπε μέσα της η Μαίρη. Μη δειλιάζεις ΤΩΡΑ!

Προσπάθησε να αποτρέψει την επίδρασή του πάνω της, μέσα της.

Νομίζεις ότι μπορείς να φύγεις, ΠΑΛΙΟΘΗΛΥΚΟ;

Ένα βήμα προς το μέρος της.

Δύο.

Τρία.

Τότε η Μαίρη έτρεξε. Δεν περίμενε καν το ασανσέρ, που θα την πήγαινε από τον τέταρτο όροφο ως το ισόγειο. Πήγε από τις σκάλες, κρατώντας το κιγκλίδωμα, προσπαθώντας να μη σωριαστεί. Γιατί άκουγε τον άντρα να την ακολουθεί.

Δεν σκέφτηκε να καλέσει την αστυνομία, ούτε κανέναν άλλο. Μάλλον, ήταν λάθος της, μα δεν είχε τον απαραίτητο χρόνο για να σκεφτεί λογικά. Ούτε ήξερε αν θα κατάφερνε να σκεφτεί λογικά. Το μόνο που γνώριζε ήταν πως έπρεπε να τρέξει μακριά από εκείνον. Κι αυτό έκανε.

*****

Ακολουθεί τον τύπο που κυνηγάει την τρομοκρατημένη κοπέλα. Ακούει τις τρομπέτες να ουρλιάζουν στο νυχτερινό Λονδίνο, αλλά κανένας δεν πετάγεται έξω από το σπίτι του για να δει τι συμβαίνει. Κανένα περιπολικό δεν σπεύδει να σταματήσει όποιους δεν σέβονται τις ώρες κοινής ησυχίας.

Γιατί κανένας άλλος εκτός από τους τρεις τους δεν ακούει τις τρομπέτες. Μήτε θα δει τα δέντρα και τα άλλα φυτά να λυγίζουν στο διάβα του άντρα που κυνηγάει την κοπέλα. Κι αυτό για την κοπέλα πρέπει να είναι δυσβάσταχτο. Να νιώθει μόνη, καταδιωκόμενη από κάποιον που θέλει να τη βλάψει, πιθανώς να τη σκοτώσει. Από κάποιον που έχει πολύ περισσότερη δύναμη απ’ όση θα έπρεπε. Βέβαια, δεν είναι μόνος του στο σώμα και την ψυχή του. Όχι, είναι και κάποιος άλλος εκεί. Ένα ζωόμορφο τέρας της Κόλασης. Έχει καταλάβει το μυαλό αυτού του άντρα. Τον κάνει ό,τι θέλει. Ο άνθρωπος δεν έχει δική του βούληση πια. Έχει βουλιάξει σε ένα βούρκο, έχει κλειστεί σε ένα σεντούκι και το θηρίο περπατάει ανάμεσα στους συνανθρώπους του.

Και το κυνήγι συνεχίζεται.

*****

Τώρα, η Μαίρη φτάνει έξω από την Εκκλησία του Χριστού. Χαμηλό κτίσμα, με τον κοκκινωπό μαντρότοιχο να προστατεύει το εσωτερικό του. Οι γκρίζες τριγωνικές σκεπές του φαίνονται σαν πύργοι παλιού κάστρου. Ο σταυρός στον τοίχο φωσφορίζει. Μια βιτρίνα με τον πίνακα ανακοινώσεων φωτίζεται εσωτερικά από μικρές λάμπες. Το ιδιωτικό πάρκινγκ της εκκλησίας είναι άδειο, ενώ η μπάρα που εμποδίζει τα οχήματα είναι κατεβασμένη. Στην απέναντι πλευρά, ένας κάθετος δρόμος που οδηγεί κι αυτός στην Μπέλμοντ.

Η Μαίρη νιώθει την ανάσα της να κόβεται. Αναγκάζεται να σταματήσει για πρώτη φορά μετά από ένα τέταρτο συνεχούς τρεξίματος. Παίρνει πολλαπλές ανάσες. Έχει ιδρώσει, η μπλούζα της κολλάει πάνω στο σώμα της. Αφήνει κάτω την τσάντα της, γιατί το δεξί χέρι της έχει σχεδόν μουδιάσει. Κοιτάζει πίσω της –κανείς. Δεν τον ακούει πια. Καλό αυτό, σκέφτεται.

Βλέπει τον μεγάλο λαμπερό σταυρό της εκκλησίας και νιώθει την ανάγκη να πάει κοντά του. Παίρνει την τσάντα της, πλησιάζει, περνάει τα διαχωριστικά και ακουμπάει στον τοίχο δίπλα από τη βιτρίνα και κάτω από τον σταυρό. Αφήνει πάλι την τσάντα. Παίρνει κι άλλες ανάσες. Κοιτάζει ξανά γύρω της –είναι μόνη της.

Στρέφεται προς τον σταυρό. Της φαίνεται σαν να εκπέμπει κάποια θερμότητα προς το μέρος της, αλλά σκέφτεται ότι μάλλον είναι η ιδέα της. Δεν έχει μεγαλώσει με οποιαδήποτε θρησκευτική ανατροφή από τους γονείς της. Γι’ αυτό δεν έχει καταλάβει ποιος είναι ο Αμντούσιας, τι είναι και πώς ο Πίτερ έμπλεξε με δαύτον. Της έλεγε ότι είναι παντοδύναμος και δούκας της Κόλασης και πως έχει εννιά λεγεώνες υπό την κατοχή του, αλλά όλα αυτά της φαίνονταν παρανοϊκά. Ξέρει πως η οικογένεια του Πίτερ είναι πιστοί χριστιανοί και πως ο ίδιος φέρεται συχνά κατά της βασιλικής οικογένειας. Όταν η Μαίρη πρωτάκουσε για τον Αμντούσιας και τι υποτίθεται πως είναι, νόμισε ότι ο Πίτερ κάνει κάποιον «αστείο» συσχετισμό των μελών του παλατιού με τον Διάβολο –ή έναν από τους δαίμονές του, τέλος πάντων. Νόμισε ότι είναι κάτι χαζό που απασχολεί τον Πίτερ στις ελεύθερες ώρες του και που πιθανώς του το είπαν οι δικοί του (επίσης, πολέμιοι του παλατιού), αλλά έκανε λάθος.

«Ωχ, πάψτε πια!» φωνάζει και κλείνει τα αυτιά της. Τα μουσικά όργανα παίζουν ακόμα τον παράλογο σκοπό τους. Δεξιά, αριστερά. Εμπρός και πίσω. Είναι σαν να βγαίνουν από το κάθε κτίριο, από το δρόμο, από τις κολόνες, από τα οχήματα. Δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει και πώς. Τα έχει ξανακούσει, φυσικά, αλλά ποτέ της δεν κατάλαβε ποιοι παίζουν στην γειτονιά που μένει και γιατί και… και…

Δεν μπορεί να σκεφτεί άλλο. Είναι κουρασμένη ψυχικά και σωματικά. Και πονάει ακόμα.

Δεν πρέπει να κάτσω εδώ, συλλογίζεται. Λίγο θέλω και έφτασα στην Μπέλμοντ. Εκεί… θα… θα βρω… ασφάλεια… κόσμο… Ένα ταξί, ίσως, για να πάω στον αδερφό μου στο Χίλιγκτον…

Αν και ο τοίχος μουδιάζει την πλάτη της, ωστόσο της παρέχει ένα στήριγμα, στο οποίο θέλει να αποταθεί. Ο σταυρός, όσο κι αν στη σκέψη της φαίνεται κάτι απόμακρο, αδιάφορο, της δίνει την παρηγοριά που αποζητά.

Και έτσι, τα πόδια της λυγίζουν.

Η Μαίρη κάθεται στο κρύο πεζοδρόμιο, δίπλα από τις πολύχρωμες πέτρες που έχουν προσθέσει εκεί. Ρίχνει το κεφάλι και σφαλίζει τα μάτια της. Σφίγγει γύρω της το μπουφάν της.

Ξέρει ότι κάνει κι άλλο λάθος, μένοντας εδώ, σε ένα σχετικά απόμερο σημείο, μόλις λίγα μέτρα μακριά από μια πολυσύχναστη οδό, αλλά, πέραν της εξάντλησης, της φαίνεται και κάπως λογικό να βρίσκεται έξω από μια εκκλησία. Αν ο Πίτερ νομίζει ότι είναι ο Αμντούσιας, και αν ο Αμντούσιας είναι κάτι σαν δαίμονας, τότε πού αλλού θα μπορούσε να είναι πιο ασφαλής, παρά κάτω από έναν σταυρό;

Αλλά πώς έμπλεξε με αυτόν τον δαίμονα;

Η Μαίρη δεν ξέρει. Τώρα, καθώς έχει καθίσει και κάπως ηρεμεί, συλλογίζεται. Από τότε που ο Πίτερ άλλαξε ριζικά τη συμπεριφορά του, προσπαθεί να βρει τι έχει γίνει, πώς του καρφώθηκε η ιδέα ότι έχει καταληφθεί ή ότι είναι ένας δαίμονας. Όμως, δεν το έχει μάθει, ο Πίτερ δεν της αποκάλυψε τι έχει συμβεί και η ίδια, αν και ρώτησε στη δουλειά του τους συναδέλφους του, δεν πήρε κάποια απάντηση, κανείς δε φαινόταν να ξέρει. Το μόνο που της είπαν είναι πως ο Πίτερ, από κει που τη μια μέρα έπαιζε μια χαρά μουσική, την επόμενη ήταν σαν να μην είχε κάνει ούτε ένα μάθημα στο πιάνο –με αποτέλεσμα να τον απομακρύνει το αφεντικό από το πιάνο, βάζοντάς τον μόνο να σερβίρει τους πελάτες.

Αλλά και πάλι, τι έγινε; Τι έπαθε ο Πίτερ;

Απ’ όποια πλευρά κι αν το δει, δεν μπορεί να δώσει απάντηση. Της διαφεύγουν σημαντικές πληροφορίες και λεπτομέρειες. Αποφασίζει πως, αν δεν της το πει ο ίδιος, δεν θα το μάθει ποτέ.

Και στην τελική, έχει σημασία; Αφού ούτως ή άλλως, θα τον χωρίσω. Ήδη τον χώρισα.

Όσο κι αν δεν θέλει να το παραδεχτεί, ωστόσο η αλήθεια είναι πως νοιάζεται για τον Πίτερ. Τον αγάπησε και ίσως ακόμα να μην τον έχει διαγράψει από την καρδιά της. Έχουν περάσει πολλές και πολύ όμορφες στιγμές. Έχουν πάει στο Παρίσι και στο Εδιμβούργο, όπου τα πέρασαν καταπληκτικά και δεν ήθελαν να γυρίσουν πίσω. Όταν αποφασίζουν να δουν κάποια ταινία, συνήθως καταλήγουν να ερωτοτροπούν, αφήνοντας τους πρωταγωνιστές στην μοίρα τους. Η Μαίρη έχει καταφέρει να πείσει  τον Πίτερ να δοκιμάσει μέχρι και ελληνικό φαγητό, που δεν είχε φάει ποτέ στην  ζωή του ως τότε, και δεν το μετάνιωσε. Έχουν ανταλλάξει πολλά λόγια αγάπης και αφοσίωσης όσο είναι μαζί. Ο Πίτερ έχει παίξει ουκ ολίγες φορές κάποιο ερωτικό κομμάτι στο πιάνο του και η Μαίρη έκανε στριπτίζ –δοκίμασαν και το ανάποδο, αλλά το αποτέλεσμα τους έφερε πολλά γέλια. Οι έξοδοί τους για καφέ και μπίρα σε μακρινές παμπ του Λονδίνου (και πάλι πίσω), χρησιμοποιώντας κάθε δημόσιο μεταφορικό μέσο, έχουν γίνει ολόκληρα ταξίδια.

Και τώρα, αυτός θέλει να με πονέσει. Ήδη με πόνεσε και θέλει να το ξανακάνει.

Πώς μπορεί να το δεχτεί; Πώς;

Μήπως, αν του μιλούσα;…

Εκείνη την στιγμή, βογκάει, καθώς συνειδητοποιεί ότι έχει δυναμώσει ξανά η φριχτή μουσική που φαίνεται να βγαίνει από κάθε πόρο του Άξμπριτζ. Σφραγίζει πάλι τα αυτιά της και τα μάτια της. Παρακαλάει να σταματήσει. Είναι σαν να της ξύνουν τα τύμπανα, σκάβοντας, μέχρι να φτάσουν στον εγκέφαλό της.

«ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ!» ουρλιάζει η Μαίρη. «ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ-ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ-ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ!»

Αλλά όχι μόνο δεν σταματούν, παρά αυξάνουν την έντασή τους.

Η Μαίρη νιώθει το κρανίο της να δονείται. Κλαίει ξανά.

Ένα λεπτό μετά, οι οπλές φτάνουν κοντά της. Η Μαίρη δεν τον έχει δει κι αυτός σκύβει προς το μέρος της, απλώνοντας τα μεγάλα χέρια του.

*****

Ο άλλος κάνει την κίνησή του.

Πρέπει να βιαστεί.

*****

«Άνοιξε τα χέρια, γλυκιά μου» λέει ο άντρας και αρπάζει τα μπράτσα της κοπέλας. «Άνοιξε και τα γαμημένα μάτια σου. Θέλω να με βλέπεις. Θέλω να βλέπεις το τέλος σου».

Η Μαίρη νιώθει να ίπταται. Θέλοντας και μη, ανοίγει τα μάτια της και βλέπει τον κόσμο από ψηλά, σαν να είναι τρία μέτρα και όχι ένα και εξήντα πέντε. Απέναντί της, είναι το πάρκινγκ της εκκλησίας και ο μαντρότοιχος και… και… ένα δέντρο, το οποίο, όμως… Προσπαθεί να εστιάσει, προσπαθεί να εξηγήσει αυτό που κοιτάζει.

Ο κορμός του δέντρου έχει λυγίσει και τα φύλλα των κλαδιών του ακουμπάνε στο οδόστρωμα. Μοιάζει σαν να αποτίνει φόρο τιμής, λες και είναι αξιωματικός που γονατίζει μπροστά στον άρχοντά του. Και οι τρομπέτες που παίζουν…

«Κοίταξέ με, βρόμα! Εμένα, τον μεγάλο Αμντούσιας!» λέει ο άντρας.

Και η Μαίρη σκύβει και βλέπει.

Είναι ο Πίτερ, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι ο Πίτερ. Είναι ο θεόρατος άντρας που έχει πάρει την θέση του συντρόφου της. Το πανύψηλο φαλλοκρατικό τέρας με τα σκοτεινά μάτια, το σαρδόνιο χαμόγελο και τον θώρακα σαν μεγάλη ασπίδα. Τα ρούχα του είναι σκισμένα και δε φοράει παπούτσια. Όλο το κορμί του Πίτερ μοιάζει να έχει μπλαβιάσει και να έχει πρηστεί από κάποια αδιανόητα επιθετική αρρώστια.

Μα… είναι δυνατόν;… λέει μέσα της η Μαίρη. Είναι;

Το ον τής λέει «Νόμιζες ότι θα μου ξέφευγες, πόρνη. Αλλά δεν μπορείς. Δεν ξεφεύγεις από τον Αμντούσιας. Έχω εννέα λεγεώνες στη δούλεψή μου. Δεν θα μπορούσες να κρυφτείς πουθενά, πορνίδιο».

«Πίτερ, σε παρακαλώ… Εγώ είμαι, η Μαίρη» του λέει εκείνη, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να υπενθυμίσει στον άλλο ποιος πραγματικά είναι και ποια ετοιμάζεται να βλάψει. «Πίτερ, μη μου κάνεις κακό. Η Μαίρη είμαι. Πίτερ…»

«ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΠΙΤΕΡ, ΠΑΛΙΟΘΗΛΥΚΟ! ΕΙΜΑΙ… Ο… ΑΜΝΤΟΥΣΙΑΣ! Ο ΑΜΝΤΟΥΣΙΑΣ! Ο ΜΕΓΑΣ ΔΟΥΚΑΣ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ! ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ;»

Οι τρομπέτες φρενιάζουν.

Το δέντρο απέναντί της κουνιέται πάνω κάτω, σαν να συμφωνεί με τον αφέντη του.

Η Μαίρη προσπαθεί να απελευθερωθεί, ενώ ουρλιάζει.

«ΑΡΚΕΤΑ!» ακούγεται η φωνή κάποιου άλλου. «ΑΦΗΣΕ ΤΗΝ ΚΟΠΕΛΑ ΚΑΤΩ! ΤΩΡΑ!»

Ο άντρας γυρίζει το κεφάλι του προς τα πίσω, χωρίς να κουνήσει χέρια ή πόδια. Ακούγεται ένας κοφτός ήχος, καθώς η σπονδυλική στήλη μεταβάλλεται. «Ποιος, ανάθεμά σε, είσαι εσύ που τολμάς να σταματάς τον μεγάλο Αμντούσιας;» ρωτάει.

Η Μαίρη βλέπει και αυτή τον νεοφερμένο. Στην αρχή, δεν τον αναγνωρίζει, της φαίνεται σαν ένας τυχαίος ξένος. Αλλά, όταν ο εκείνος προχωράει προς το μέρος τους και αποκαλύπτεται το πρόσωπό του, η κοπέλα τον αναγνωρίζει. Είναι γνωστός του αδερφού της του Σαμ, από τότε που δούλευε στο ξενοδοχείο στο Μάντσεστερ. Ο Σαμ είχε πει ότι αυτός ο μεσήλικας είναι από την Ελλάδα και βοήθησε σε μια παράξενη υπόθεση μιας οικογένειας Αμερικανών, που είχαν δολοφονηθεί μυστηριωδώς και μόνο ο τότε δεκάχρονος γιος ήταν ζωντανός. Ο αδερφός της δεν της είχε πει πολλά, αλλά κράτησε τον αριθμό και τα άλλα στοιχεία επικοινωνίας αυτού του τύπου, γιατί, όπως της είπε, μακάρι να μην τον χρειαστούμε ποτέ. Αλλά όποτε έχουμε μια “αλλόκοτη ανάγκη” που δεν μπορούμε να την λύσουμε αλλιώς, τότε καλό είναι να μπορούμε να τον βρούμε.

Η Μαίρη θυμάται το όνομά του. Τον λένε Ραφαήλ και είναι σύμβουλος ψυχικής υγείας.

Ο αδερφός μου, σκέφτεται. Αυτός πρέπει να τον κάλεσε. Αλλά γιατί; Έχουμε κι εδώ ψυχολόγους.

Ο άνδρας που κάποτε άκουγε στο όνομα Πίτερ λέει «Δεν ξέρω ποιος είσαι, κοντέ, αλλά σε προειδοποιώ: φύγε τώρα και ίσως, αν το αποφασίσω εγώ, ο Αμντούσιας, ο μέγας δούκας της Κόλασης, αρχηγός εννέα λεγεώνων, ίσως ζήσεις. Αυτή η πόρνη είναι δική μου και…»

Αν και νιώθει άβολα που βρίσκεται τόσο κοντά σε έναν μεγάλο σταυρό, ο Ραφαήλ χαμογελάει. Λέει «Από δω που στέκομαι, δε φαίνεσαι τόσο σκληρός και… ψηλός». Βλέπει, φυσικά, ότι το ον που κάποτε ήταν άνθρωπος τώρα έχει μόνο ανθρώπινο κορμό και μέλη, αλλά το κεφάλι του είναι αλόγου, με ένα κέρατο να βγαίνει από το μέτωπό του. Ο Αμντούσιας έχει όντως καταλάβει τον νέο αυτόν, αλλά η πραγματική φύση του δεν είναι ορατή σε όλους. Για αυτό και η κοπέλα νωρίτερα του απευθυνόταν με το ανθρώπινο όνομά του (Πίτερ). Γιατί ξέρει πως είναι τέρας, αλλά δεν μπορεί να το δει στην ολότητά του. Ο Ραφαήλ, όμως, μπορεί. Και ξέρει τι σιχαμερός δαίμονας είναι ο Αμντούσιας. Εκείνοι που κατοικούν στην ψυχή του του έχουν πει για αυτόν. «Γιατί δεν αφήνεις την κοπέλα και να λογαριαστείς μαζί μου; Ε, ψηλέ; Ή μήπως με φοβάσαι;»

Ο Αμντούσιας βγάζει ένα βροντερό ήχο, με τις τρομπέτες που τον ακολουθούν παντού να σκληρίζουν κι αυτές. Αφήνει την Μαίρη να πέσει στο δρόμο και στρίβει όλο του τον κορμό προς τον Ραφαήλ. «Τώρα θα το μετανιώσεις, άθλιε, που τόλμησες να…»

«Να προκαλέσω τον μεγάλο, τον τρισμέγιστο, τον φοβερό και τρομερό, τον δούκα των δουκών, τον πανύψηλο Αμντούσιας!» ολοκληρώνει ειρωνικά τη φράση ο Ραφαήλ.

Ο Αμντούσιας με δύο βήματα βρίσκεται κοντά στον κοντύτερό του άντρα και απλώνει τα χέρια του. Αρπάζει από τους ώμους τον Ραφαήλ, τον σηκώνει και τον φέρνει κοντά στο πρόσωπό του. «Ανόητε!» του φώναξε κατάμουτρα. «Νόμιζες πως θα έχεις καμία ευκαιρία απέναντί μου! Θα σε λιώσω όπως λιώνω όλους τους αμαρτωλούς στην Κόλαση!»

«Κοίτα, αν θες να με φιλήσεις, γιατί δεν το κάνεις κατευθείαν; Γιατί δεν αφήνεις τα γλυκόλογα και να μπούμε αμέσως στο… ζουμί, αν με εννοείς; Αφού βλέπεις, δεν αντιστέκομαι».

Ο Αμντούσιας σφίγγει τα χέρια του Ραφαήλ και κάνει πίσω το αλογόμορφο κεφάλι του, για να τον χτυπήσει με αυτό.

«Αν δεν θες τον σύμβουλο, τότε ίσως προτιμάς ΕΜΑΣ!» ακούγονται οι φωνές των δαιμόνων που ζουν στο σώμα του Ραφαήλ. Πριν προλάβει ο Αμντούσιας να αντιδράσει, ελευθερώνουν τα χέρια του Έλληνα και, παραμένοντας σε ύψος από το οδόστρωμα, αρπάζουν το μοναδικό κέρατο που φυτρώνει από το μούτρο του Αμντούσιας, ο οποίος, όσο θεόρατος κι αν είναι, υποχωρεί, τα πόδια του λυγίζουν και σε μία στιγμή βρίσκεται γονατιστός στο έδαφος, υποταγμένος από τους δαίμονες που κατοικούν στο πολύ πιο μικρό σώμα του Ραφαήλ.

Οι τρομπέτες σαν να σταματούν.

Το δέντρο σαν να επανέρχεται στην πρότερη θέση του.

«Τώρα… πού είχαμε μείνει;» ακούγονται οι φωνές Εκείνων. «Α, ναι. Στο φιλί της αγάπης και της επανασύνδεσης. Ε, Αμντούσιας;»

Ο δαίμονας προλαβαίνει να βγάλει ένα παράφωνο χλιμίντρισμα, πριν τα χείλη του σφραγιστούν από αυτά του Ραφαήλ.

*****

Δύο ώρες μετά, η Μαίρη βρίσκεται στο νοσοκομείο του Χίλιγκτον, μαζί με τον Ραφαήλ. Σύντομα, θα έρθει και ο αδερφός της. Οι γονείς τους δεν έχουν ενημερωθεί ακόμα.

Τα πράγματα τώρα έχουν ηρεμήσει. Όταν ο Ραφαήλ άφησε αναίσθητο τον -απαλλαγμένο από τον δαίμονα- Πίτερ, μαζεύτηκαν κάποιοι άνθρωποι που μένουν στη γειτονιά εκείνη. Ο Ραφαήλ, που συστήθηκε ως φίλος της κοπέλας και του συντρόφου της, είπε πως είχαν βγει και πως ο Πίτερ είχε μεθύσει περισσότερο απ’ ό,τι άντεχε και έτσι κατέρρευσε, οπότε μήπως κάποιος θα μπορούσε να καλέσει ασθενοφόρο; Ευτυχώς, δε ρώτησαν πιο πολλά (έπαιξε ρόλο και που οι τρομπέτες και οι παράξενες κινήσεις των φυτών είχαν σταματήσει πριν εμφανιστεί ο πρώτος γείτονας) και πράγματι μια κυρία πήρε τηλέφωνο και σε λίγα λεπτά είχε έρθει το ασθενοφόρο και φόρτωσε τον Πίτερ, ενώ η Μαίρη και ο Ραφαήλ θα πήγαιναν με το αμάξι του Πίτερ.

Ο Ραφαήλ έλυσε κάποιες από τις απορίες της κοπέλας, όπως γιατί τον είχε καλέσει ο αδερφός της (Γιατί, όταν του ανέφερες το όνομα του Αμντούσιας, θυμήθηκε την περίπτωση στο Μάντσεστερ) ή ποιος είναι τελικά αυτός ο Αμντούσιας (Δαίμονας της Κόλασης, δούκας, ηγέτης εννέα λεγεώνων, που παίζει απαράδεκτη μουσική, με αλογίσιο κεφάλι και ένα κέρατο) ή αν ο Πίτερ απελευθερώθηκε (Ναι). Δυστυχώς, όσον αφορά το πώς κατελήφθη ο Πίτερ από αυτόν τον δαίμονα, θα πρέπει να περιμένουν να ξυπνήσει ο τριανταπεντάρης νέος και ίσως μάθουν.

«Κι εσύ;» τον ρώτησε κάποια στιγμή η Μαίρη, όταν ήταν μόνοι. «Η φωνή σου… ακούστηκε κάπως… κάπως σαν του Πίτ- του Αμντούσιας, εννοώ».

Ο Ραφαήλ δεν θα της έλεγε την αλήθεια, γιατί ξέρει πόσο εύκολα παρερμηνεύεται η πραγματικότητα, οπότε της απάντησε «Αυτό; Απλά, με τα χρόνια, έχω μάθει να την προσαρμόζω στην κάθε περίπτωση. Βοηθάει να καταλαβαίνω τον πελάτη, κατάλαβες; Είναι ενδιαφέρον, ξέρεις…». Της αράδιασε τις θεωρίες της συμβουλευτικής που είχε μάθει στη σχολή του, κάτι που ήξερε πόσο βαρετό φαίνεται συνήθως στους άλλους. Συν ότι έτσι θα έπειθε την κοπέλα ότι ξέρει τι κάνει.

«Πόσο λες να τον κρατήσουν;» ρωτάει η Μαίρη, ενώ περιμένει να βγει κάποιος από τους γιατρούς που έχουν αναλάβει τον Πίτερ. Πίνει μια γουλιά από το τσάι της και κοιτάζει τον Ραφαήλ, ο οποίος κάθεται δίπλα της, πίνοντας κι αυτός το τσάι του.

«Όχι πολύ. Κάποιες εξετάσεις θα του κάνουν. Άντε να μείνει μέσα για ένα 24ωρο. Σύντομα θα ξυπνήσει και σε λίγες ώρες θα νιώθει καλά. Θα θέλει και ο ίδιος να φύγει. Ειδικά άμα σε δει και ξέρει ότι τον περιμένεις».

«Πώς θα πείσω τους δικούς μου; Δεν θέλουν να τον ξέρουν μετά που τους είπα ότι με χτυπάει και μου συμπεριφέρεται άσχημα. Βλέπεις, τότε δεν ήξερα, δεν… Δηλαδή, μου έλεγε για τον Αμντούσιας, αλλά εγώ δεν πίστευα πραγματικά ότι… ξέρεις».

«Ναι, καταλαβαίνω. Λογικό είναι. Δύσκολα πιστεύεις κάτι τέτοιο». Ο Ραφαήλ αναστέναξε και κοίταξε την Μαίρη. «Κοίτα, δεν θα είναι εύκολο. Για κανέναν σας. Αλλά, αν όντως αποφασίσεις να τα βρείτε ξανά, τότε θα πρέπει να κάνετε μια μεγάλη κουβέντα. Ένα μέρος της οποίας θα ήθελα να το ξέρω και εγώ. Το πώς έγινε η κατάληψή του από τον δαίμονα, δηλαδή».

«Πιστεύεις ότι δεν πρέπει να είμαι μαζί του; Ότι θα το ξανακάνει, ότι θα μου συμπεριφέρεται άσχημα; Κι ας μην είναι υπό την εξουσία του δαίμονα;»

«Δύσκολο να το προβλέψω. Πριν τον Αμντούσιας, πώς ήταν η σχέση της;»

«Τέλεια! Χωρίς εντάσεις, πέραν του φυσιολογικού, δηλαδή. Ήμαστε ερωτευμένοι και ζούσαμε για να είμαστε μαζί. Είχαμε τα προβλήματά μας, ναι, αλλά τίποτα το πολύ σοβαρό, το απειλητικό, το βίαιο. Ήταν πολύ όμορφη η ζωή μας».

«Κατάλαβα. Το πιο πιθανό είναι πως ο Πίτερ θα έχει την ίδια συμπεριφορά με πριν την κατάληψη από τον δαίμονα. Όταν ξυπνήσει, αν δεν έχεις αντίρρηση, θα ήθελα να είμαι παρών. Θέλω να του μιλήσω, και ίσως κατ’ ιδίαν, χωρίς τη δική σου παρουσία ή κάποιου άλλου. Έτσι, θα μπορέσω να βγάλω κάποια πρώτα συμπεράσματα».

«Και θα μάθεις αυτό που θες».

Ο Ραφαήλ ανασήκωσε τους ώμους. «Γιατί όχι, άλλωστε;»

«Ναι, γιατί όχι;»

Τότε από το βάθος του διαδρόμου εμφανίζεται ο Σαμ, που πλησιάζει γρήγορα και αγκαλιάζει την Μαίρη. Ύστερα, χαιρετάει τον Ραφαήλ και τον ευχαριστεί με τη σειρά του που έσπευσε αμέσως στην Αγγλία.

*****

Ο Ραφαήλ φεύγει από την Αγγλία την μεθεπόμενη μέρα. Έχει μάθει όσα θέλει και έχει διαβεβαιώσει την κοπέλα και τον αδερφό της πως ο Πίτερ είναι καλά. Και θα γίνει καλύτερα, τους τόνισε. Τους είπε ότι θυμάται τα πάντα για την τέχνη του, το πιάνο. Πώς το ξέρεις; τον ρώτησε ο Σαμ και ο Ραφαήλ απάντησε ανεμίζοντας το χέρι του. Άρχισε να μου μιλάει για τραγούδια και πώς πρέπει να τα παίζεις. Συνδυασμούς στις νότες κλπ. Φάνηκε να ξέρει για τι πράγμα μιλάει.

Πριν τους αποχαιρετίσει, τους είπε: Αν θέλετε κάποια βοήθεια, ξέρετε πώς να με βρείτε. Παρέχω και συμβουλευτική ζεύγους, αν ενδιαφέρεστε.

Καθώς πετάει από Λονδίνο για Μαδρίτη, κάθεται κοντά σε παράθυρο. Κοιτάζει έξω τον γαλήνιο ουρανό, ενώ μέσα του ο Αμντούσιας ακόμα παλεύει για να ξεφύγει από τους άλλους δαίμονες. Και ο ίδιος ήδη σκέφτεται πού θα βρει αυτή την Ισπανίδα που καταράστηκε τον Πίτερ, όταν ήρθε μεθυσμένη στην παμπ που δούλευε, προκάλεσε κάποιους πελάτες που άρχισαν να τσακώνονται μεταξύ τους, αναγκάζοντας τους εργαζόμενους του μαγαζιού να σταματήσουν τις διαμάχες και τον Πίτερ να την απομακρύνει από την παμπ, ακούγοντάς τη να λέει Maldito seas. Que el demonio de la música os haga de su propiedad, που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει Καταραμένος να είσαι. Είθε ο δαίμονας της μουσικής να σε κάνει κτήμα του.

Ο Ραφαήλ γέρνει πίσω. Πόσο θα μείνει στην Ισπανία, δεν ξέρει. Αλλά δεν ανησυχεί κιόλας. Δεν έχει κάποια άλλη τρέχουσα υπόθεση, για να βιαστεί. Και η δαιμονισμένη νυχτερίδα που έχει στο διαμέρισμά του, η Αζεμάν, έχει αρκετό αίμα στο μπολ της για τουλάχιστον πέντε ακόμα ημέρες.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————

Σημειώσεις: Το κείμενο προέκυψε από ανάθεση της Κικής Γιοβανοπούλου, του τραγουδιού «Πεθαμένες καλησπέρες». Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.

Ο Ραφαήλ έχει πρωταγωνιστήσει και σε άλλες ιστορίες μου που έχουν δημοσιευτεί στο TheBluez.gr («Η μέθοδος του Ραφαήλ», «Ο δαίμονας της Νίκης», «Αζεμάν» και «Η χάρη που ζήτησε η Αηζέν Μίο Ο»).

Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr.

Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/anastkom/.

Και στον ακόλουθο σύνδεσμο όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading