Αριστέα την είχαν βαφτίσει, κάπου 50 χρόνια πριν. Επεισοδιακή ήταν η βάφτισή της, γιατί την ώρα που ετοιμαζόταν ο νονός της να της δώσει το όνομα Ελευθερία, της μαμάς της μαμάς της, πετάχτηκε η μαμά του μπαμπά της και ούρλιαζε “Αριστέα! Στη μνήμη του παππού της!”. Είδαν κι αποείδαν οι γονείς της που δεν την έκαναν ζάφτι, ντράπηκε κι ο νονός της και της έδωσαν το όνομα του παππού της που είχε πεθάνει πριν καν ακόμη εκείνη γεννηθεί.
Αριστέα την είχαν βαφτίσει, κάπου 50 χρόνια πριν. Επεισοδιακή ήταν η βάφτισή της, όπως κι η ζωή της. Να έφταιγε που δεν την είχαν βαφτίσει Ελευθερία, που τόσα χρόνια δεν είχε καταφέρει να νιώσει ποτέ της ελεύθερη; Να έφταιγε αυτό, που από τότε που γεννήθηκε, ένιωθε σαν να της είχαν δέσει μια σιδερένια μπάλα στο πόδι, που δεν την άφηνε να προχωρήσει παρακάτω, ν’ ανθίσει, να εξελιχθεί; Αριστέα την είχαν βαφτίσει και την φώναζαν Αρίστη κι ήταν η μοίρα που την ακολουθούσε να προσπαθεί να είναι άριστη σε όλα της, μην πέσει στο στόμα του κόσμου, μην έχουν οι άλλοι να λένε.
Στα 17 της παντρεύτηκε, στα 27 χήρεψε και σ’ αυτά τα 10 χρόνια είχε ήδη 3 παιδιά στην αγκαλιά της κι ένα ακόμη στην κοιλιά της. Λίγοι περίμεναν να καταφέρει να γεννήσει το τελευταίο της παιδί γερό, μετά το σοκ που είχε περάσει, μα μάζεψε η Αριστέα τα κομμάτια της γρήγορα, σήκωσε μανίκια και την πάλεψε τη ζωή “αντρίκια”. Γέννησε το στερνοπούλι της και μεγάλωσε μόνη τα 4 παιδιά της, δουλεύοντας ολημερίς στα χωράφια. Έσφιξε την καρδιά της κι έγινε μάνα και πατέρας μαζί κι έκανε το παν για να καταφέρει να μεγαλώσει τα παιδιά της σωστά, να τα βγάλει ακέραια στην κοινωνία, να μην γίνει η απώλεια του πατέρα τους λόγος για να βγουν απ’ τον σωστό δρόμο.
Τρεις γιους και μια κόρη κατάφερε κι ανέστησε. Κι ευτυχώς ήταν αγόρια τα τρία πρώτα της παιδιά, γιατί μόλις λίγο ξεπετάγονταν, τα έπαιρνε μαζί της στα χωράφια, να την ελαφρύνουν απ’ τη σκληρή δουλειά όσο μπορούσαν. Σχολείο και σπουδές δεν υπήρχαν για την δική τους τάξη, μόλις κουτσά στραβά έβγαζαν το δημοτικό, έπιαναν την τσάπα. Όπως όλα, έτσι και τα παιδιά της Αριστέας, ρίχτηκαν στη βιοπάλη από μικρά. Κι ήταν μια οικογένεια – υπόδειγμα, κανείς δεν είχε να πει το παραμικρό για κανέναν τους. Όλοι σέβονταν και θαύμαζαν την Αριστέα, που μοναχή της τα κατάφερε και σαν την κλώσα κράτησε τα παιδιά της κοντά και δεν τις “ξέφυγαν” να πάρουν το στραβό το δρόμο. Που στάθηκε “σαν άντρας”.
Τρεις γιους και μια κόρη κατάφερε κι ανέστησε η Αριστέα. Δούλεψαν σκληρά όλοι μαζί και μια χαρά τα κατάφεραν τελικά. Και ό,τι χρέη είχαν, τα αποπλήρωσαν και κάτι χωραφάκια ακόμη κατάφεραν κι αγόρασαν, να έχουν το κάτι τις τους τα παιδιά σαν θα ερχόταν η στιγμή να παντρευτούν. Και την προίκα της Ελευθερίας, που ήταν το στερνοπούλι τους, κατάφεραν να φτιάξουν, που πια στα 16 της είχε φτάσει πια “ο καιρός της”. Γιατί όμορφη σαν νεράιδα ήταν και άφταστη νοικοκυρά, ευγενική, σεβαστική και καλόκαρδη, μα πώς να την “πάρει” κάποιος χωρίς προίκα; Να φτιάξει κι αυτή το σπιτικό της, να ξεκινήσουν να παντρολογιούνται και οι αδερφοί της, μιας κι υπήρχε “σειρά” τότε, πρώτα στεφανωνόταν τα θηλυκά του σπιτιού κι ακολουθούσαν έπειτα οι άντρες. Πρώτα πάντρευαν και προίκιζαν την αδερφή τους κι έπειτα κοιτούσαν να φτιάξουν και τ’ αρσενικά αδέρφια τις οικογένειές τους.
Κι άρχισαν να φτάνουν τα πρώτα προξενιά στην πόρτα της Αριστέας. Κι εκείνη, γυναίκα του χωριού κι αγράμματη, μα το είχε στο νου της να μην την “πετάξει” τη θυγατέρα της. Ήξερε την αξία της και μόνο σ’ όμοιό της είχε σκοπό να της δώκει. Μήτε τα όμορφα μάτια την ξεγελούσαν, μήτε τα πολλά στρέμματα. Έναν άνθρωπο άξιο ήθελε δίπλα στη μοναχοκόρη της, που με τόσο κόπο τη μεγάλωσε, που από μια σταλιά σποράκι, την έφτασε ολόκληρη κοπέλα. Κι είπε “όχι” πολλά, χωρίς καν να την ρωτήσει κι ας την στραβοκοιτούσαν οι γιοι της, που περίμεναν πώς και πώς να έρθει κι η δική τους η σειρά. Είπε “όχι” πολλά κι ας κατέβαζε τα μπλε της μάτια στενάχωρα η θυγατέρα της, που ένιωθε πια πως είχε έρθει ο καιρός και πως γινόταν βάρος στ’ αδέρφια της. Μα δεν μιλούσε στη μάνα της, δεν έφερνε αντίρρηση, τη σεβόταν, την εμπιστευόταν και την φοβόταν για να πει το οτιδήποτε. Μόνο μια φορά… εκείνη την καταραμένη φορά, στύλωσε τα πόδια στο έδαφος σαν πεισματάρικο μουλάρι και ζήτησε απ’ τη μάνα της να πει το “ναι” σ’ ένα προξενιό που έφτασε στην πόρτα τους. Μαγεύτηκε η Ελευθερία απ’ τα μαύρα μάτια του κι απ’ το ψηλό του ανάστημα. “Αυτόν θέλω για άντρα μου μάνα!” της έλεγε και δεν άκουγε καμιά απ’ τις αντιρρήσεις της Αριστέας. “Αυτόν ή κανέναν!”. Κι έπεσαν και οι γιοι της από δίπλα, να της μουρμουράνε πως έπρεπε επιτέλους να καταλήξει, να παντρευτεί η Ελευθερία, να κάνουν κι εκείνοι τις οικογένειές τους. Και πες πες όλοι μαζί, την έπεισαν – για την ακρίβεια δεν πείστηκε, μα παραιτήθηκε και κουρασμένη πια είπε το “ναι”. Ένα “ναι” που έμελλε να μετανιώσει πικρά…
Κι έγινε ο γάμος της Ελευθερίας με δόξα και τιμή και έλαμπε σαν αστέρι δίπλα στον Νικόλα της. Και μέσα στα επόμενα δυο χρόνια, παντρεύτηκαν και τα τρία παληκάρια της. Κι εκτός της Ελευθερίας, που έφυγε με τον άντρα της να ζήσει με τα πεθερικά της, οι γιοι της έμειναν εκεί, κοντά της, στο χωριό. Ο Αποστόλης μάλιστα, ο πρωτότοκος, έμεινε με τη μάνα του στο πατρικό του σπίτι – έτσι γινόταν τότε. Κι άφησε η Αριστέα πια τα χωράφια, σκεβρωμένο απ’ την ταλαιπώρια κορμί πια κι έμεινε στο σπίτι να φροντίζει τα εγγόνια, αφήνοντας την τσάπα για τα νιάτα. Κι είχε κάθε μέρα στο σπίτι της 4 μικρά, ένα του Αποστόλη της, ένα του Γιώργη της και τα δίδυμα του Αντρέα. Όλα μωρά κι όλα τα φρόντιζε με όλη της την αγάπη, γιατί παρά τα τραχιά απ’ τη δουλειά χέρια της, η καρδιά της παρέμενε αγνή και τρυφερή όπως όταν ήταν κοπέλα. Αγκάθι μόνο είχε μέσα της που δεν μπορούσε να έχει κοντά και την Ελευθερία της, που είχε να τη δει κοντά τρεις μήνες. Ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί της η μοναχοκόρη της κι όλο πονούσε και την έβγαζε στο κρεβάτι. Είχε πάει κι είχε καθίσει κοντά της η Αριστέα μια βδομάδα τότε, να την βοηθάει, μα μια την στραβοκοιτούσε ο γαμπρός της, μια πετούσε κάτι μπηχτές η συμπεθέρα της “τράβα σπίτι σου βρε συμπεθέρα! Τι ταλαιπωριέσαι; Αφού είμαι εγώ εδώ! Την φυλάω εγώ τη θυγατέρα σου, μη σε μέλλει!” και τα μάζεψε και γύρισε στο χωριό. Μα κάτι την έτρωγε μέσα της…
Κυριακή ήταν, μόλις είχε γυρίσει απ’ τη λειτουργία. Στο σπίτι επικρατούσε ησυχία, ο γιος της ο Αποστόλης, με τη γυναίκα του και το μωρό είχαν πάει στα πεθερικά του, στο διπλανό χωριό. Στάθηκε όρθια στη μέση της αυλής κι έφερε με το βλέμμα της ένα γύρο. Τα λουλούδια της είχαν όλα ανθίσει και γέμισαν χρώματα κι αρώματα το είναι της ολόκληρο. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έπρεπε επιτέλους να ηρεμήσει, όλα ήταν καλά, όλα έπρεπε να είναι καλά, μα ήταν κι αυτά τα άσχημα όνειρα που την τυραννούσαν τα τελευταία βράδια, που όσο κι αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να τα βγάλει απ’ το νου της. Σήκωσε το βλέμμα της στον ουρανό και βυθίστηκε στο απαλό γαλάζιο του. Μετά κούνησε καταφατικά το κεφάλι, θαρρείς και μόλις είχε κάνει με κάποιον μια άηχη συμφωνία, πήγε στην αποθήκη, πήρε κάτι τυλιγμένο σε ένα τσουβάλι κι ετοίμασε το κάρο. Θα πήγαινε στην κόρη της. Μόνη της. Ακάλεστη. Χωρίς να ενημερώσει κανέναν. Έπρεπε να πάει κοντά της. Σε τρεις ώρες θα ήταν εκεί…
Φτάνοντας, είδε την συμπεθέρα της να στρώνει το τραπέζι στην αυλή. Έδειξε ξαφνιασμένη που την είδε να φτάνει εκεί μόνη της με το κάρο. Σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της και την πλησίασε.
-Συμπεθέρα; Εσύ εδώ; Πώς μεσημεριάτικα; Και μόνη; Έπαθες τίποτις;
-Ήρθα να δω την κόρη μου συμπεθέρα. είπε η Αριστέα και κατέβηκε απ’ το κάρο
Το βλέμμα της Αριστέας τράβηξε μια σκιά, ίχνος ανθρώπου που βγήκε απ’ την πόρτα του σπιτιού. Ήταν η Ελευθερία, ξυπόλητη, μ’ ένα λευκό νυχτικό, που τόνιζε την φουσκωμένη κοιλιά της και τα αδύνατα πόδια της. Τα μαλλιά της ανάκατα και τα μάτια της βαθουλωμένα μέσα στο πρόσωπό της. Κρατούσε στο ένα της χέρι τον γιο της και με το άλλο ακουμπούσε την κοιλιά της. Έδειχνε κι εκείνη το ίδιο έκπληκτη με την πεθερά της.
-Ελευθερία! Κορίτσι μου! Τι έπαθες; είπε κι άνοιξε την αυλόπορτα κι έτρεξε κοντά στην κόρη της
-Τι φωνάζεις έτσι συμπεθέρα; Να μας συζητάει η γειτονιά! Τι έπαθε; Μια χαρά είναι, κουρασμένη που έφτασε στις μέρες της είναι!
Η Αριστέα γύρισε και της έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα κι άρπαξε την κόρη της στην αγκαλιά της. Η Ελευθερία αφέθηκε στα χέρια της μάνας της, σχεδόν λιπόθυμη.
-Είσαι καλά περδικομάτα μου; της ψιθύρισε στο αυτί
-Βοήθεια μάνα… της είπε ξεψυχισμένα η Ελευθερία
Απ’ την αρχή δεν τον ήθελε αυτόν τον άντρα για την κόρη της, ποτέ δεν της άρεσε το βλέμμα του, ο τρόπος του, μα δεν είχε αποδείξεις ότι κάτι κακό συνέβαινε. Και στα χρόνια που ήταν παντρεμένος με την κόρη της, τις λίγες φορές που έρχονταν στο χωριό να την δουν, “έπιανε” η Αριστέα κάτι αρνητικό στην ατμόσφαιρα, μα δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Κι όσες φορές ρώτησε τη θυγατέρα της, όλο “είναι όλα μια χαρά μάνα, μην ανησυχείς” της έλεγε. Μα τα έβλεπε τα μάτια της που όλο και θόλωναν, όλο κι έχαναν το χρώμα τους, όλο κι έχαναν τη ζωντάνια τους. Μετά ήρθαν κι οι εγκυμοσύνες κι όλοι της έλεγαν πως ήταν φυσιολογικό να μην είναι καλά, μα εκείνη μέσα της ήξερε, ήξερε καλά πως δεν ήταν αυτό το πρόβλημα. Κι ήταν κι αυτή η απόσταση που δεν βοηθούσε να την έχει πιο πολύ κοντά της, να την προσέχει. Σαν μαχαιριά στην καρδιά την πόνεσε, που σαν την άγγιξε στην πλάτη, πετάχτηκε απ’ τον πόνο η Ελευθερία. Και τράβηξε λίγο στο πλάι το νυχτικό κι είδε την πλάτη της κόρης της μαύρη, μελανιασμένη. “Ανάθεμα την ώρα που ξεστόμισα εκείνο το ‘ναι’” σκέφτηκε “Θα μου το πεθάνει το κορίτσι μου”.
-Έλα συμπεθέρα… έλα, άσε την, καλά είναι, έλα κι έρχεται κι ο Νικόλας με τον άντρα μου σε λίγο, κόπιασε να φάμε όλοι μαζί… είπε η συμπεθέρα της, προσπαθώντας να την τραβήξει απ’ την Ελευθερία. Γιουβέτσι έκαμα, να φάει κι Ελευθερίτσα μας να στυλωθεί, γιατί με τους εμετούς της εγκυμοσύνης… πήγε να πει με γλυκό ύφος, μα η Αριστέα γύρισε και την κοίταξε έτοιμη να την κατασπαράξει
-Άσε το γιουβέτσι και τράβα μέσα, βάλε σε μια τσάντα τα πράγματα της κόρης μου και του μωρού και φέρ’ τα εδώ τώρα! της είπε με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση. Για μια στιγμή έμειναν οι δυο γυναίκες ν’ αναμετριούνται με το βλέμμα, μα ήταν ξεκάθαρο πως σε τούτη τη “μάχη” η Αριστέα θα έβγαινε πανηγυρικά νικήτρια κι η συμπεθέρα της μπήκε με γρήγορα βήματα στο σπίτι, να κάνει ό,τι της είχε πει.
Η Αριστέα στο μεταξύ, πήρε αγκαλιά το μωρό και βοήθησε την Ελευθερία ν’ ανέβει στο κάρο.
-Ένα καβγαδάκι είχαν προψές σαν όλα τα ζευγάρια! Πώς παίρνεις το κορίτσι έτσι απ’ το σπίτι του; Έρχεται ο Νικόλας μου σε λίγο… τι να του πω; Σου έχει σαλέψει πια; της είπε, δίνοντάς της μια τσάντα με πράγματα
-Άμαν έρθει ο γιος σου συμπεθέρα, να του πεις πως αν εμφανιστεί ποτέ στο σπίτι μου, δεν θα βγει όρθιος απ’ την πόρτα! της είπε δυνατά και έδειξε με το βλέμμα της το όπλο που είχε τυλιγμένο στο τσουβάλι δίπλα της. Τέσσερις θα τον βγάλουν, μια εγώ και τρεις οι γιοι μου. Αυτό να του επείς!
Αριστέα την είχαν βαφτίσει, κάπου 50 χρόνια πριν. Αριστέα την είχαν βαφτίσει και την φώναζαν Αρίστη κι ήταν η μοίρα που την ακολουθούσε να προσπαθεί να είναι άριστη σε όλα της, μην πέσει στο στόμα του κόσμου, μην έχουν οι άλλοι να λένε. Κι ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που δεν λογάριασε το τι θα πει ο κόσμος. Γράμματα πολλά δεν ήξερε, μα το “τι θα πει ο κόσμος;” δεν της έλεγε τίποτα μπροστά στη ζωή του σπλάχνου της. Σε μια εποχή, που δεν υπήρχε καν η λέξη “διαζύγιο”, “χωρισμός”, “ενδοοικογενειακή βία”, η Αριστέα, εκείνη η αμόρφωτη γυναίκα του χωριού, έκανε την επανάσταση και πήρε στην αγκαλιά της την μοναχοκόρη της. Λύκαινα, έτοιμη να υπερασπιστεί ακόμη και με τη ζωή της, όποιον τολμούσε να την ξαναγγίξει.
Και στάθηκε με θάρρος μπροστά στον γαμπρό της, να του μηνύσει να μην ξαναβρεθεί στο δρόμο τους (του είπαν και δυο… “λογάκια” οι γιοί της).
Και μπήκε μπροστά σ’ όλες τις “κακές γλώσσες”, που έσπευσαν να στάξουν δηλητήριο για την απόφαση να πάρει την κόρη της πίσω στο πατρικό της.
Και έγινε βράχος για την κόρη της και τα παιδιά της, που τόσο την είχαν ανάγκη.
Και μέχρι την τελευταία στιγμή, τίμησε τη λέξη “μάνα”, με όλη της την έννοια.
Και “έφυγε” μόνο όταν πάντρεψε και το τελευταίο της εγγόνι, εκείνο το σποράκι που βρισκόταν στην κοιλιά της Ελευθερίας τότε. “Έφυγε” γαλήνια, ταλαιπωρημένη απ’ τη ζωή, μα με μια καρδιά ήρεμη για το ότι τελικά όλα είχαν πάει καλά. Και μπορεί στιγμή να μην είχε νιώσει ελεύθερη, μα τελικά, άριστα τα είχε καταφέρει…
Κική Γιοβανοπούλου

One response to “Αριστέα”
[…] Αριστέα Μια γενναία μάνα […]