Αχ αυτά τα γεμιστά σου…!

Μεσημέρι Αυγούστου και η ζέστη αναμενόμενη. Δεν την ένοιαζε όμως και πολύ την Ελένη. Έσυρε το σπαστό καρεκλάκι της δίπλα στο μνήμα, το άνοιξε και έκατσε. Με αργές κινήσεις και χωρίς να βιάζεται, έβγαλε από την πάνινη τσάντα της το πολυκαιρισμένο ταπεράκι, γνωστής εταιρείας, το άνοιξε, πήρε και ένα πιρουνάκι και άρχισε να τρώει αργά αργά τα γεμιστά της.

«Δυο ντομάτες και μια πιπεριά έφερα μάνα. Μούρλια γίνανε! Αχ αυτά τα γεμιστά σου! Θα μας φτάσουν λες; Έχουμε πολλά να πούμε!» είπε η Ελένη.
Έφαγε άλλη μια μπουκιά.
«Έβαλα και τρεις σταφίδες στον πάτο, όπως μου έλεγες…»
Στην τελευταία φράση ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της.
«Συγχώρα με ρε μάνα… Δεν ήξερα… Δεν καταλάβαινα… Δεν…» τα λόγια της πνίγηκαν σε λυγμούς.

*****

Από μικρές μαγείρευαν με την μάνα τους. Την βοηθούσαν στην κουζίνα, είτε στο φαγητό το μεσημεριανό, είτε σε κανένα γλυκάκι που όλο και έφτιαχνε η κυρά-Θέκλα. Αδερφές δίδυμες μα τόσο διαφορετικές, η Γιώτα ήθελε απλά να ακούει οδηγίες και να τις εκτελεί πιστά και η Ελένη να προσθέτει όλο και κάτι νέο στις συνταγές της μαμάς της.
«Να βάλουμε λίγο παραπάνω κανέλα μαμά;» ρωτούσε σαν κοριτσάκι και η γλυκιά Θέκλα ποτέ δεν χαλούσε κανένα χατίρι.
Ίσως αυτά τα ερεθίσματα να την έσπρωξαν και να παρατήσει την Νομική και να στραφεί προς της ζαχαροπλαστική. Ήταν 25 χρονών και ήδη στον πρώτο χρόνο της πρακτικής της όταν το ανακοίνωσε στους γονείς της.
«Εμένα αυτή η ζωή δεν μου ταιριάζει. Θα τα παρατήσω όλα και θα σπουδάσω ζαχαροπλαστική. Αυτό είναι το όνειρό μου!» είχε πει με στόμφο η Ελένη και όσο και να προσπάθησαν οι γονείς της να αλλάξουν την γνώμη της, αυτή ήταν ακλόνητη. Θα αντικαθιστούσε τα ταγιέρ της με την μαγειρική ποδιά.

Και πολύ γρήγορα το ταλέντο της άρχισε να φαίνεται. Τόσο στην σχολή, όσο και στις πρώτες της δουλειές, το κορίτσι τα πήγαινε περίφημα. Ακολουθούσε πιστά τις συνταγές, ενώ παράλληλα επεδίωκε να διαμορφώνει λίγο τα υλικά και να προσθέτει την δική της προσωπική πινελιά. Το συνοικιακό ζαχαροπλαστείο που πρωτοδούλεψε, από μικρό και ξεχασμένο, άρχισε να γίνεται γνωστό και όλα χάρη στο μαγικό χεράκι της Ελένης. Σύντομα το αφεντικό της πρότεινε να συνεργαστούν για να ανοίξει και νέο υποκατάστημα σε πιο περιζήτητη γωνιά της πόλης.

Και η μάνα της καμάρωνε που το κοριτσάκι της τα πήγαινε τόσο καλά. Απέδειξε σε όλους πως η απόφασή της ήταν σωστή και η επιλογή της επιτυχημένη. Μα όποτε τύχαινε να μαγειρέψουν μάνα και κόρη μαζί, όλο τσακώνονταν.
«Να κοσκινίσουμε το αλεύρι για τους κουραμπιέδες» έλεγε η Ελένη.
«Δεν χρειάζεται, τόσα χρόνια το κάνω έτσι και πάντα μου πετυχαίνουν!» επέμενε η Θέκλα.
«Μα αφού το έχω μελετήσει και το έχω δοκιμάσει, θα είναι πιο αφράτοι άμα κοσκινίσουμε το αλεύρι σου λέω!»
«Δεν αλλάζω εγώ δοκιμασμένη συνταγή τόσων χρόνων» κατέληγε πειραγμένη η Θέκλα.
«Ε τότε και εγώ αρνούμαι να μείνω κολλημένη στην παλιά συνταγή απλά επειδή εσύ είσαι ξεροκέφαλη και δεν θες να βελτιώσεις το αποτέλεσμα!» αναφωνούσε τότε η Ελένη, έβγαζε την ποδιά της και έφευγε από την κουζίνα.

Σκοτείνιαζε τότε το βλέμμα της κυρά-Θέκλας μα δεν έλεγε άλλη κουβέντα και συνέχιζε να ακολουθεί πιστά τα βήματα της συνταγής της.

«Ρε συ μην την αποπαίρνεις την μάνα μας!», προσπαθούσε η Γιώτα να τους τα βρει. «Θέλει απλά να κάνει αυτά που ξέρει και εμπιστεύεται τόσα χρόνια.»
«Δεν είναι αυτό. Είναι ξεροκέφαλη! Δεν θέλει να ακούσει την κόρη της. Όλη η πόλη μιλάει για την μαεστρία μου στην ζαχαροπλαστική και η ίδια μου η μάνα δεν δέχεται να της αλλάξω την συνταγή! Έχεις ιδέα πόσο άσχημο είναι αυτό;»
«Δεν έχεις άδικο. Μα νομίζω πως απλά θέλει να περάσει λίγο χρόνο μαζί σου, όπως παλιά…»
«Τα παλιά ανήκουν στο παρελθόν όπως και οι ξεπερασμένες συνταγές της μάνας μας!» την έκοβε η Ελένη «και εγώ αρνούμαι να ακολουθήσω αυτή την λογική!»

Έτσι οι τσακωμοί δεν περιορίζονταν μόνο στο κοσκινισμένο αλεύρι, αλλά και στο πόση ζάχαρη θα βάλουμε στο κέικ, αν θέλουν τα κουλουράκια αλμυρό βούτυρο, πόσο αλάτι θέλει το κάθε φαγητό –η φράση της κυρά-Θέκλας «με το μάτι θα το βάλεις και με το κουτάλι θα το δοκιμάσεις» τρέλαινε την Ελένη που είχε μάθει όλα να τα μετράει σε καλοζυγισμένα γραμμάρια στην ψηφιακή της ζυγαριά- όταν δε έφτανε η ώρα για τα γεμιστά η κουζίνα γινόταν πεδίο μάχης.
«Ρε μαμά, σταφίδες έβαζαν τότε που η ζάχαρη ήταν είδος πολυτελείας!» έλεγε η Ελένη.
«Η ντομάτα θέλει τρεις σταφίδες στον πάτο της, αλλιώς πικρίζει. Άσε που η αψάδα τους δίνει άλλη νοστιμιά στο γεμιστό.» αντέτεινε η Θέκλα.
«Και η ζάχαρη την ίδια δουλειά κάνει και δεν βαραίνει κιόλας το φαγητό».

Τέτοιες συζητήσεις δεν κατέληγαν ποτέ καλά. Και οι δυο πικραίνονταν και ας ήταν ο λόγος της κουβέντας τους η γλυκάδα του φαγητού.

Τα χρόνια περνούσαν και μάνα και κόρη άρχισαν να απομακρύνονται. Η Ελένη έλεγε πως η μάνα της είναι εγωίστρια και ξεροκέφαλη και η Θέκλα πως η κόρη της είχε καβαλήσει το καλάμι και έτσι δεν τα έβρισκαν με τίποτα.

Μα ο χρόνος κυλά γρήγορα και είναι αμείλικτος. Όταν η Ελένη έκανε το πρώτο της παιδί στα 38 της, η Θέκλα είχε ήδη αρχίσει να δείχνει τα πρώτα σημάδια άνοιας. Λίγο μπόρεσε να το χαρεί το πρώτο εγγονάκι της, να κάνει μαζί του τα πρώτα του Χριστούγεννα, μαζί με τα πρώτα του μελομακάρονα και κουραμπιέδες και ας ξεχνούσε τις σωστές δοσολογίες και ας βγήκαν πολύ μελωμένα ή πολύ σκληρά. Η Ελένη πέταξε διακριτικά τα περίεργα αυτά γλυκίσματα και στην θέση τους έβαλε άλλα, που είχε φτιάξει με δική της συνταγή. Δεν είχε νόημα πια να μαλώνει με την μαμά της για τις λεπτομέρειες της συνταγής.

Δύο χρόνια μετά η Θέκλα έφυγε ήσυχα, αφήνοντας πίσω της παιδιά και εγγονή περίλυπες. Δύσκολο το πένθος, μεγάλη η στεναχώρια και οι δύο αδερφές βυθίστηκαν σε αυτήν για καιρό.

Ένα πρωινό, η κόρη της Ελένης την τράβηξε από την μπλούζα.
«Μαμά, θες να κάνουμε κουλουράκια;» ρώτησε η μικρή.
«Ναι αγάπη μου, να σου κάνω. Ποια θες;»
«Θέλω να τα φτιάξουμε μαζί. Να κάνουμε τα κουλουράκια της γιαγιάς;» πρότεινε το κοριτσάκι.

Οι δυο αδερφές κοιτάχτηκαν. Τα μάτια βούρκωσαν, ένας λυγμός κάθισε στο λαιμό της Γιώτας και η μικρή το κατάλαβε.
«Δεν ήθελα να στεναχωρηθείτε θεία, ας κάνουμε όποια κουλουράκια θέλετε, δεν με πειράζει» είπε
«Όχι μωρό μου, νομίζω ότι είχες την καλύτερη ιδέα, πάω τώρα να φέρω το βιβλίο με της συνταγές της γιαγιάς.» είπε η Γιώτα και σε λίγη ώρα τα τρία κορίτσια του σπιτιού ήταν στην κουζίνα.

Μέσα σε λίγα λεπτά, το δωμάτιο είχε γεμίσει από την μυρωδιά της κανέλας, την γλύκα του μελιού και τα χαμόγελα από τα χαρούμενα πρόσωπα και των τριών τους. Τα γέλια τους αντηχούσαν σε όλη την κουζίνα. Λίγο αλεύρι ξέφυγε και λέρωσε τον πάγκο, λίγο μέλι έπεσε πάνω στην ποδιά της Γιώτας και η μικρή πάσχιζε να το γλύψει και οι μνήμες άρχισαν να ξυπνούν.
«Μου θυμίζει…» ξεκίνησε η Ελένη
«Κάτι από την παιδική μας ηλικία» της συμπλήρωσε η Γιώτα.
«Βλέπεις αδερφή, αυτό το μαγικό έχουν οι συνταγές της μαμάς. Δεν ήταν τα υλικά, ούτε η δοσολογία, ήταν η όρεξη και η διάθεσή της για να κάνουμε κάτι δημιουργικό μαζί. Αυτό προσπαθούσα να σου πω. Αυτό προσπαθούσε και εκείνη. Ήθελε απλά να περνάμε χρόνο μαζί, να δημιουργούμε, να παίζουμε, να γευόμαστε και να χαμογελάμε. Δεν ήταν η συνταγή που είχε το νόημα. Ήταν η διαδικασία. Γι’ αυτό και δεν ήθελε να την αλλάξει. Διατηρώντας χρόνια την ίδια συνταγή, ήταν σαν να ήθελε να διατηρήσει αυτές τις όμορφες στιγμές μαζί μας για λίγο ακόμα…».

Βούρκωσαν εκ νέου τα μάτια της Ελένης. Τα λόγια της αδερφής της άρχισαν να ξεκαθαρίζουν την θολωμένη σκέψη της.
«Μαμά, θα το κοσκινίσουμε το αλεύρι;» ρώτησε η μικρή αθώα διακόπτοντας τον συλλογισμό της.
Η Ελένη κοίταξε την αδερφή της όλο νόημα.
«Όχι αγάπη μου, δεν χρειάζεται. Η γιαγιά δεν το κοσκίνιζε ποτέ» είπε αγκαλιάζοντας την κόρη της. «Μετά λέω να φτιάξουμε και γεμιστά. Λέω να της πάω και λίγα αύριο. Τι λέτε;».

Άρτεμις Γ.Κ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading