Η κυρά Βούλα

«Σσσ μην κάνεις θόρυβο! Σήκωσε τη βαλίτσα, δεν είναι βαριά!» ψιθυρίζω εκνευρισμένη. Εκείνος μου γνέφει καθησυχαστικά και κάνει να πατήσει το κουμπί του ασανσέρ.
«Μήπως να κατέβουμε από τις σκάλες;» τον ρωτώ προβληματισμένη με χαμηλή φωνή καθώς τον σταματώ.
«Να σου πω, μήπως είσαι λίγο υπερβολική;» μου απαντά πάντα ψιθυριστά.
«Θα το ακούσει και θα καταλάβει ότι σταμάτησε στον όροφό μας!»
«Λες να μην κοιμάται τέτοια ώρα;»
«Ξέρω ‘γω; Κοιμούνται οι λάμιες;» Ο Στέλιος έπνιξε το γέλιο του και κάλεσε το ασανσέρ.
«Μην ανησυχείς, τέτοια ώρα συνήθως επιστρέφει ο Κώστας από τον τρίτο, θα νομίζει ότι είναι αυτός!» μου ψιθυρίζει καθησυχαστικά την ώρα που το ασανσέρ σταματά στον όροφό μας.
«Μακάρι» μουρμουρίζω και κάνω τον σταυρό μου, καθώς βάζω μαλακά τη βαλίτσα μου στο ασανσέρ κι όπως γέρνω μου πέφτει ένα κεφαλάκι σκόρδο από την τσέπη.

«Να σου πω, μήπως είσαι λίγο υπερβολική;» με ξαναρωτά ο Στέλιος, αλλά μαζεύεται μόλις με βλέπει να τσιτώνω. Ακούς εκεί να με πει υπερβολική, ενώ ξέρει! Απλά για σιγουριά, είπα αυτή τη φορά να πάρω όλα τα μέτρα προφύλαξης που μπόρεσα να σκεφτώ. Λιβάνισα το σπίτι πριν φύγουμε, φόρεσα το φυλαχτό μου που μου ‘χε κάνει δώρο η γιαγιά μου στη γέννησή μου και που έφαγα τον τόπο να το βρω εκεί που το ‘χα παραχώσει, μαζί έβαλα κι ένα ματάκι κι ένα σταυρό διαβασμένο σε μοναστήρι όπως μου ‘πε η μάνα μου και στην τσέπη έβαλα ένα σκόρδο και λίγο αλάτι. Και πάλι φοβόμουν ότι δεν έφταναν…

Κάθε φορά που πηγαίναμε ταξίδι κάτι συνέβαινε, λάστιχα σκάγανε, πτήσεις ακυρώνονταν, αρρώστιες, τρομοκρατικές, σεισμοί, εκρήξεις ηφαιστείων, με δύο λόγια, μαμιώτανε ο Δίας! Και κάθε φορά, την ώρα που φεύγαμε, να σου η κυρά Βούλα να μας ευχηθεί καλό ταξίδι και να μας δώσει μία… συμβουλή!

Κατεβαίνουμε στο υπόγειο και φορτώνουμε τις βαλίτσες μας όσο πιο αθόρυβα μπορούμε, τσεκάρουμε για χιλιοστή φορά εκείνη την ημέρα τα λάστιχα, μπαίνουμε στο αμάξι κι ο Στέλιος βάζει το κλειδί στη μηχανή και το γυρνά μαλακά. Η μηχανή γουργούρισε ευχαριστημένη και ταυτόχρονα η γκαραζόπορτα είχε αρχίσει να ανεβαίνει σκούζοντας εκνευριστικά. Να θυμηθώ να της ρίξω λίγο λάδι όταν γυρίσουμε, σκέφτηκα καθώς ξαναέκανα τον σταυρό μου και παρακαλώντας αυτή τη φορά να πάνε όλα καλά με το ταξίδι μας, όταν το χέρι μου κόλλησε στο μέτωπό μου. Δεν μπορεί! Αποκλείεται! Μπροστά στην πόρτα του γκαράζ ένας σκοτεινός όγκος μας έκλεινε την έξοδο!

Κοιταχτήκαμε αλαφιασμένοι.
«Πες μου ότι ξέρεις ποιανού είναι!» ρώτησα τον Στέλιο ξεψυχισμένα.
«Δεν έχω ιδέα!» μου απάντησε εξίσου ξεψυχισμένα και τα χαρακτηριστικά του έμοιαζαν τραβηγμένα από μια έκφραση πανικού.

Πεταχτήκαμε κι οι δύο έξω και τριγυρίσαμε το αμάξι που μας έκλεινε την έξοδο προσπαθώντας να βρούμε ένα σημείωμα, ένα αναγνωριστικό, κάτι.
«Λες να ‘ναι του Νίκου; Επειδή γυρνά αργά, να μη βρήκε πού να το βάλει;» με ρωτάει ο Στέλιος.
«Δεν ξέρω» ομολογώ και για χιλιοστή φορά κοιτώ το ρολόι. Έχουμε ήδη καθυστερήσει και κρύος ιδρώτας με έχει λούσει στη σκέψη ότι τέτοια ώρα θα είναι αδύνατον να βρούμε ταξί και να είμαστε στην ώρα μας στο αεροδρόμιο.
«Μοιάζει με του Νίκου, ένα τέτοιο έχει… Θα τον πάρω τηλέφωνο!» λέει αποφασιστικά ο Στέλιος και βγάζει το κινητό του.
«Μα θα τον ξυπνήσεις τέτοια ώρα; Άσε που είπαμε να μην καταλάβει κανείς ότι πάμε ταξίδι…» μουρμουράω και κοιτώ ξανά απελπισμένη το ρολόι στο κινητό μου.
«Έλα Νίκο, είμαι ο Στέλιος, να σου πω, πρέπει να φύγω και κάποιος έχει παρκάρει μπροστά στην γκαραζόπορτα… Ααα… Ναι ε; Όχι…» λέει κι εγώ προσπαθώ να καταλάβω από τα συμφραζόμενα τι του λέει κοιτώντας τον τσιτωμένη. Εν τω μεταξύ όλη αυτήν την ώρα μιλάμε ψιθυριστά. «Ναι… Συγγνώμη… και πάλι συγγνώμη…» προσθέτει και κρύος ιδρώτας με λούζει.
«Δεν είναι του Νίκου» μου επιβεβαιώνει ξεφυσώντας την ώρα που κλείνει το τηλέφωνο. Ξανακάνουμε τον γύρο του αυτοκινήτου κι εκείνη την ώρα μου ‘ρχεται η ιδέα. «Θα πάρω το εκατό!» ανακοινώνω καθώς πληκτρολογώ το νούμερο και μιλώ χαμηλόφωνα.

«Καλησπέρα, δηλαδή καλημέρα, το υπ’ αριθμ. ΑΧΑ 5687 αυτοκίνητο έχει κλείσει την πόρτα του γκαράζ μας και πρέπει να φύγουμε οπωσδήποτε. Δε με νοιάζει η κλήση! Δεν μπορείτε να μας δώσετε το όνομα; Ένα στοιχείο; Αν ξέρω κανέναν που να είναι από την Πάτρα;». Κοιτώ ερωτηματικά τον Στέλιο. «Ξέρεις κανέναν από την Πάτρα; Γείτονα;». Ο Στέλιος σηκώνει τους ώμους του.
«Τι έγινε παιδιά; Βρήκατε ποιανού είναι;» ακούγεται η βροντερή φωνή του Νίκου πάνω από τα κεφάλια μας. Ένιωσα σαν κάποιος να άδειασε έναν κουβά κρύο νερό πάνω μας. Τον κοιτάμε αποσβολωμένοι και κλείνω το τηλέφωνο.
«Μόνο ότι είναι κάποιου από την Πάτρα», καταφέρνει να απαντήσει έπειτα από λίγο ο Στέλιος στον Νίκο που έχει βγει στο μπαλκόνι του.
«Από την Πάτρα ε; Δεν ξέρω… Ποιος μπορεί να είναι;» αναρωτιέται φωναχτά ο Νίκος. Έλα μου ντε! Αυτήν την απορία έχουμε κι εμείς και κοιτούμε απελπισμένοι το ρολόι.

Πασπατεύω το σκόρδο στην τσέπη μου και κοιτώ τον Στέλιο. Ποιος θα τολμήσει να το πει;
«Λες να της χτυπήσουμε; Αυτή σίγουρα θα ξέρει!» με ρωτά ο Στέλιος διστακτικά δείχνοντας με τα μάτια του το κουδούνι του λαγωνικού.

Ξεφυσώ απελπισμένη και γέρνω πάνω στο αμάξι που μας κλείνει την έξοδο. Ξαφνικά ηχεί ο συναγερμός. Κοιτάμε έντρομοι τα παράθυρα των πολυκατοικιών γύρω μας. Κάποια φώτα ανοίγουν, κουρτίνες τραβιούνται, δυο τρεις βγαίνουν στα μπαλκόνια και ξαναμπαίνουν μέσα.
«Αμ το πάρκαρε όπου να ‘ναι, χέστηκε κιόλας!» ξεσπά ο Νίκος που ακόμη βρίσκεται στην κουπαστή του μπαλκονιού του και μας κοιτά.

«Αμ τι περιμένεις, μάτια μου, από Πατρινιά;» ακούγεται μία βραχνή φωνή από κάπου ψηλότερα που μας κάνει να παγώσουμε. Ο Στέλιος προσπαθεί να πνίξει κάτι μπινελίκια κι εγώ νιώθοντας εξαντλημένη ξανακάθομαι πάνω στο αμάξι ξεχνώντας τον συναγερμό που αρχίζει πάλι να μας ξεκουφαίνει, προσπαθώντας να σκεφτώ αν το σχόλιο πήγαινε για μένα που είμαι από την Πάτρα ή όντως η λάμια ξέρει ποιανού είναι το αμάξι. Ο συναγερμός σταματά και ταυτόχρονα ανοίγει η εξώπορτα. Μία ευτραφής φιγούρα, όμοιο φάντασμα με το λευκό σα σεντόνι νυχτικό και την ξινισμένη γεμάτη δίπλες μούρη, μας προσπέρασε φουριόζα και πήγε στη διπλανή πολυκατοικία όπου χτύπησε επίμονα ένα κουδούνι. Μια νυσταγμένη φωνή απάντησε και σύντομα μία νεαρή αγουροξυπνημένη γυναίκα έπαιρνε το αμάξι της μπροστά από την είσοδο του γκαράζ κάτω από το γερακίσιο βλέμμα του λαγωνικού, όπως συνηθίζαμε να φωνάζουμε μεταξύ μας την κυρία Βούλα.

«Δε σας λέω καλό ταξίδι, για να μη λέτε ότι σας μάτιασα… Αλλά πάτα το τώρα, γιατί έχετε αργήσει, μη χάσετε την πτήση!» μας προέτρεψε ευχαριστημένη η κυρία Βούλα την ώρα που βγαίναμε με το αυτοκίνητο από το γκαράζ και γέρνοντας προς το παράθυρο μας πρόσθεσε χαμηλόφωνα «Και μην ανησυχείτε για το σπίτι και κάθεστε να ανοίγετε τηλεοράσεις και φώτα, θα το προσέχω εγώ… Τίποτα δε μου ξεφεύγει! Α και… προσοχή!» πρόσθεσε πιο δυνατά «Θερίζει η γαστρεντερίτιδα στην Αίγυπτο!».

Το χαμόγελο έχει παγώσει στα χείλη μας και μουδιασμένα σηκώνουμε το χέρι και τη χαιρετάμε. Για κάμποση ώρα δεν μπορούμε να αρθρώσουμε λέξη, απλά κοιτάμε τον δρόμο που τρέχει να εξαφανιστεί κάτω από τις ρόδες του αυτοκινήτου μας. Στρίβοντας στον Σταυρό δεν άντεξα:
«Λοιπόν; Είμαι υπερβολική; Ε; Πες! Είμαι υπερβολική, που σου έλεγα ότι πρέπει να μας έχει βάλει κοριό; Πώς είναι δυνατόν να ήξερε πού πάμε και τι ώρα πετάμε; Οι βαλίτσες δε φαίνονται στο πορτμπαγκάζ! Που δεν μπορούμε να μιλήσουμε μέσα στο σπίτι μας! Που ψιθυρίζουμε και μας ακούει! Πώς γίνεται ρε γαμώτο να μας ακούει δύο ορόφους πάνω; Ζωή δεν έχει; Που θα μου πει θερίζει η γαστρεντερίτιδα στην Αίγυπτο! Νηστικοί θα μείνουμε! Εγώ στο λέω, τίποτα δεν πρόκειται να φάω! Ευκαιρία να κάνω και δίαιτα!» φωνάζω εκνευρισμένη κι αρχίζω να σταυροκοπιέμαι, γιατί η κυρά Βούλα πέρα από λαγωνικό, έχει κι ένα μάτι που έχει θερίσει κόσμο και κοσμάκη! Ο Στέλιος απλά κουνάει το κεφάλι και σφίγγει τα χείλη του και ξαφνικά αρχίζει να κάνει τον σταυρό του και να φτύνει τον κόρφο του και γύρω του σαν πολυβόλο. Πφπφπφπφφφφφφφφφφφφφφ…

Θερίζει η γαστρεντερίτιδα στην Αίγυπτο… και η κυρά Βούλα παγκοσμίως…

Αναστασία Χ.

One response to “Η κυρά Βούλα”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading