Το μόνο που ακουγόταν στο πλακόστρωτο ήταν τα τακουνάκια της κυρίας Ευτέρπης. Η ώρα ήταν περασμένη κι η νύχτα κρύα, κι όλοι στη γειτονιά είχαν από νωρίς κλείσει τα παραθυρόφυλλά τους. Κόντευε δύο το ξημέρωμα κι ενώ σίγουρα δεν ήταν η καταλληλότερη ώρα για μια γυναίκα, πόσο μάλλον αυτής της ηλικίας, να κυκλοφορεί μόνη της, η κυρία Ευτέρπη δεν έδειχνε να πτοείται. Περπατούσε καμαρωτή στο στενό πεζοδρόμιο, φτιάχνοντας κάθε τόσο με τα δάχτυλά της και μια μπούκλα που έπεφτε στο γερασμένο της πρόσωπο. “Χαλάλι τα λεφτά που έδωσα στη Σούλα, την κομμώτρια”, σκεφτόταν. “Κοριτσάκι μ’ έκανε!”, θαύμαζε τον εαυτό της από μέσα της.
Η κυρία Ευτέρπη, που από χρόνια είχε κλείσει τα εβδομήντα και βάδιζε καμαρωτή προς την όγδοη δεκαετία της ζωής της, ζούσε σ’ αυτή τη γειτονιά, πάνω από μισό αιώνα. Νιόπαντρη ήρθε με τον άντρα της, τον κύριο Αριστείδη και εγκαταστάθηκαν στο ισόγειο διαμέρισμα, προικώο απ’ τους γονείς της. Δυο παιδιά ανέστησαν οι δυο τους, δυο λεβέντες μέχρι εκεί πάνω και κορδωνόταν η κυρία Ευτέρπη που κι οι δυο πήραν τα μπλε σαν χάντρες μάτια της. Κι ο κύριος Αριστείδης, που τόση αδυναμία της είχε, δεν της έλεγε “ευτυχώς που δεν πήραν και το μπόι σου, πριγκιπέσσα μου”, γιατί η κυρία Ευτέρπη ήταν μια μπουκιά άνθρωπος, παρά μόνο χαμογελούσε και την φιλούσε τρυφερά στο μάγουλο.
Και πέρασαν τα χρόνια, και παντρεύτηκαν οι λεβέντες της. Και πήραν δυο κορίτσια: “α πα πα! Ο Θεός να σε φυλάει!”, όπως χαρακτήριζε η κυρία Ευτέρπη τις νύφες της. “Και δε λες καλά, που τα εγγόνια μας πήραν απ’ το δικό μου σόι κι έγιναν όμορφα κι έξυπνα;”, συμπλήρωνε και δώσ’ του της έκανε νοήματα ο κύριος Αριστείδης να σταματήσει, μα εκείνη: “εγώ είμαι Σμυρνιά και λέω τα πράγματα με το όνομά τους!”.
Δυο παιδιά και πέντε εγγόνια, ανέστησε σ’ εκείνο το μικρό, αλλά γεμάτο αγάπη, ισόγειο διαμέρισμα η κυρία Ευτέρπη με τον άντρα της. Κι όταν μεγάλωσαν όλα τους, και κανένα τους δεν τους είχε ανάγκη, αποφάσισε ο κύριος Αριστείδης να ξεκουράσει την ψυχή του, πετώντας ψηλά κι αφήνοντας την κυρία Ευτέρπη μόνη, αγκαλιά μόνο με αναμνήσεις και φωτογραφίες. Μα η κυρία Ευτέρπη, δεν ήταν απ’ τις γυναίκες που τις λύγιζε ο πόνος. Τον έκλαψε γοερά το μακαρίτη, μα σύντομα αποφάσισε πως είχε χρέος στον εαυτό της να συνεχίσει να ζει. Τα παιδιά και τα εγγόνια της τα είχε μεγαλώσει, τον άντρα της τον είχε φροντίσει μέχρι το τέλος, ήταν σειρά της τώρα. Σαράντα μέρες τα φόρεσε τα μαύρα για το χαμό του άντρα της κι ας έλεγε η γειτονιά. “Η γνώμη του κόσμου δε μου πληρώνει το νοίκι!”, έλεγε πάντα και ζούσε τη ζωή της ακριβώς όπως επιθυμούσε. ‘Γυρίστρω και γλωσσού’ την έλεγε πάντα ο κύριος Αριστείδης κι η αλήθεια ήταν πως καλή, χρυσή γυναικούλα, αλλά ροδάνι πήγαινε η γλώσσα της. Κακιά δεν ήταν, το αντίθετο, πάντα βοηθούσε αθόρυβα όποιον είχε ανάγκη, αλλά “Αλί σ’ αυτόν που θα με αδικεύσει!”, όπως έλεγε. “Δεν θα βρει ο παπάς να θάψει, Θέε μου σχώρα με!”, συμπλήρωνε και γυάλιζαν επικίνδυνα τα μπλε σαν χάντρες μάτια της.
Αν κάτι ευχαριστήθηκε στα χρόνια που ήταν χήρα, ήταν τα πολύωρα καφεδάκια με τις φίλες της, την Πιπίνα και την Δέσπω, χήρες κι αυτές από χρόνια. Καφεδάκια που σύντομα γίνονταν τσιπουράκια, με τον ανάλογο μεζέ και κατέληγαν σε… πράσινα τραπεζάκια, παρέα με τον ρήγα και τον βαλέ. Το έπαιζαν το χαρτάκι τους, αλλά όχι στ’ αστεία! Χάνονταν συντάξεις χηρείας πάνω στην πράσινη τσόχα. Μέχρι το δαχτυλίδι του αρραβώνα της πήγε να παίξει η Πιπίνα ένα πρωτοχρονιάτικο βράδυ. Και το κέρδισε η κυρία Ευτέρπη, μα το επόμενο πρωί της το επέστρεψε, μαζί μ’ ένα πιάτο με κέικ βανίλια, που πάντα το πετύχαινε. “Πάρε το πίσω Πιπίνα μου και ωρίμασε καμιά φορά! Τα ογδόντα ένα κλείνεις τον άλλο μήνα! Νισάφι πια! Μεγάλωσες!”, της είχε πει γελώντας κι η Πιπίνα κοκκίνισε, πρασίνισε, μα το πήρε και το χαντάκωσε στην ποδιά της κι ορκίστηκε στον εαυτό της να μην ξανακάνει τέτοιες υπερβολές.
Ψίθυροι και συρσίματα έκαναν την κυρία Ευτέρπη να σταματήσει να περπατάει. “Από πού έρχεται αυτός ο θόρυβος;”, αναρωτήθηκε χαμηλόφωνα και σούφρωσε τα φρύδια κοιτώντας γύρω της. Κι είδε μέσα απ’ το στενό να βγαίνουν δυο τύποι, νεαροί φαίνονταν, και να σέρνουν μια μηχανή. Περίεργοι της φάνηκαν, φορούσαν μαύρα μπουφάν, γάντια και είχαν τις κουκούλες απ’ τα φούτερ τους στο κεφάλι τους. Η κυρία Ευτέρπη ξερόβηξε κι έβαλε τα χέρια στη μέση, κοιτώντας τους απειλητικά. “Τι κάνετε εκεί του λόγου σας;”, είπε δυνατά. Οι δυο άντρες γύρισαν και την κοίταξαν. Σάστισαν προς στιγμή. Μια μπουκιά γιαγιούλα και τους κοιτούσε έτοιμη να κάνει τσαμπουκά. Ο ένας χασκογέλασε και συνέχισε να σπρώχνει τη μηχανή, την ώρα που ο άλλος προσπάθησε να δικαιολογηθεί: “Μας έμεινε η μηχανή από μπαταρία”, και συνέχισε να βοηθάει το φίλο του στο σπρώξιμο.
Η κυρία Ευτέρπη όμως ζούσε σ’ αυτή τη γειτονιά πάνω από μισό αιώνα και δεν νοούνταν να συμβαίνει κάτι εκεί και να μην γνωρίζει επακριβώς το τι. Κρατώντας το τσαντάκι της κάτω απ’ την αριστερή μασχάλη, περπάτησε θαρρετά προς το μέρος τους. Όταν έφτασε μπροστά τους, τράβηξε με τα δάχτυλά της μια μπούκλα που είχε πέσει στο μέτωπό της και ρώτησε ξανά, σηκώνοντας εμφανώς τον τόνο της φωνής της: “Δικιά σας είναι αυτή;”. “Ε ποιανού θα είναι; Του γείτονα; Δικιά μας είναι, θεία!”, την ειρωνεύτηκε ο ένας.
Χιλιάδες λαμπάκια άρχισαν ν’ ανάβουν μέσα στο μυαλό της κυρίας Ευτέρπης! Πώς την αποκάλεσε; Ε… τι τα θες… ξεσήκωσε τη γειτονιά με τις φωνές της!
“Εμένανε είπες θεία, βρε παλιόπαιδο; Που άματις σε πιάσω στα χέρια μου, δε θα βρει ο παπάς να θάψει! Που καταργήθηκε ο νόμος τέσσερις χιλιάδες, αντί να υπάρχει για κάτι ρεμάλια σαν και του λόγου σου! Που να σου ξυρίσω εγώ η ίδια το κεφάλι και να σου βάλω την ταμπέλα ‘είμαι τετιμπόις’ και να σε γυρίσω σ’ όλη τη γειτονιά! Αλήτη! Που θα με πεις εμένα θεία! Τι είμαι βρε; Καμιά γριά;…”, είπε… είπε… Και δεν ήταν μόνο το τι είπε, ήταν και πώς τα είπε! Που απ’ τις τσιρίδες και τις υστερίες της βγήκε όλος ο κόσμος στα μπαλκόνια. Και κοίτα να δεις κάτι πράγματα… όντως του γείτονα ήταν η μηχανή, που μόλις πήρε χαμπάρι τι γινόταν, κατέβηκε τρέχοντας απ’ το σπίτι του και πήρε στο κατόπι τους δυο μαντράχαλους που πήγαν να του φάνε το εργαλείο.
“Δεν τους πρόλαβα…”, είπε επιστρέφοντας και βλέποντας πως ακόμη η γειτονιά ήταν στο πόδι. Πλησίασε στο μέρος που είχαν βάλει την κυρία Ευτέρπη να καθίσει και να πιει λίγο νερό να συνέλθει απ’ την τρομάρα, γονάτισε μπροστά της και την κοίταξε στα μάτια. “Σ’ ευχαριστώ κυρία Ευτέρπη. Είσαι πολύ γενναία που τα έβαλες μαζί τους για να σώσεις τη μηχανή μου…”, της είπε τρυφερά. Η κυρία Ευτέρπη ήπιε μια ακόμη γουλιά νερό και τον κοίταξε εκνευρισμένη, τραβώντας νευρικά μια μπούκλα που είχε πέσει στο μέτωπό της. “Ποια μηχανή σου βρε ζεβζέκι; Με είπε θεία! Ακούς;;; Με είπε ΘΕΙΑ!”.
Κική Γιοβανοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές 👇👇👇
