Η Άννα

“Επιτέλους Νικόλα μου! Βρήκες μια αξιόλογη κοπέλα! Να ‘δέσετε’ τις ζωές σας και να κάνεις οικογένεια. 40 χρονών έφτασες και μόνο σουρλουλούδες μου έφερνες! Η Άννα μας, όμως, είναι ό,τι πρέπει! Μέχρι τον επόμενο χρόνο περιμένω και το εγγόνι, ε! Τα χρόνια περνάνε… Να μπορώ να βοηθήσω κι εγώ στο μεγάλωμά του.”, είπε η Μάρθα όλο συγκίνηση και έδεσε την γραβάτα γύρω από το λαιμό του γιου της.

Ο Νικόλας δεν απάντησε κάτι, γιατί από τη μέρα που γνώρισε την Άννα στους γονείς του άκουγε ακριβώς την ίδια ‘κασέτα’. Ξεφύσηξε και βγήκε στο μπαλκόνι να κάνει ένα τσιγάρο. Δεν ήταν και λίγο τέτοια αλλαγή στη ζωή του…

“Βασίλη μου, εσύ έμεινες! Πότε θα νοικοκυρευτείς εσύ; 38 χρόνων έφτασες! Άντε βρες κι εσύ μια κοπέλα που μένεις σαν τον μαγκούφη σε ένα σπίτι μόνος σου! Ξέρεις βρε τι είναι να έχεις μια γυναίκα να σε προσέχει και κουτσούβελα να τρέχουν τριγύρω; Ευτυχία είναι!”, είπε η Μάρθα στον δεύτερο της γιο και τον φίλησε στο μέτωπο.
“Άσε με ρε μάνα! Ασχολήσου με τον μεγάλο σήμερα και από αύριο αρχίζεις πάλι τη κατήχηση!”, της απάντησε ο Βασίλης τσαντισμένος και ακολούθησε το παράδειγμα του αδελφού του, προκειμένου να γλυτώσει τους μονολόγους της μητέρας του. Πήρε τα τσιγάρα του και βγήκε στο μπαλκόνι.

Η Μάρθα ήθελε να πει πολλά ακόμη, μα προτίμησε να πάει στη κουζίνα και να ετοιμάσει το πιατάκι με το μέλι, ώστε όταν επιστρέψει το ζευγάρι σπίτι να το ‘μελώσει’. Γυναίκα από χωριό η Μάρθα, δεν υπήρχε περίπτωση να μην τηρήσει όλα τα έθιμα στον γάμο του πρωτότοκου γιου της.

Στο μπαλκόνι, ο Νικόλας και ο Βασίλης κάπνιζαν ασταμάτητα χωρίς να έχουν ανταλλάξει κουβέντα. Ο πρώτος γιατί ήταν χαμένος στις σκέψεις του. Δεν ήταν σίγουρος αν ήθελε όντως να αφήσει την εργένικη ζωή του και να κάνει οικογένεια, ακόμα κι αν αγαπούσε τόσο πολύ την Άννα, που ήθελε να ζήσει μια ζωή μαζί της. Και ο δεύτερος, γιατί ντρεπόταν να αντικρίσει τον αδερφό του μετά από όσα έγιναν το προηγούμενο βράδυ…

Στο μεταξύ στο σπίτι της Άννας επικρατούσε μια φρενίτιδα! Σε μια ώρα περίπου ήταν ο γάμος και η νύφη μόλις που είχε τελειώσει το μακιγιάζ και τα μαλλιά. Έπρεπε να βάλει το νυφικό, τα κοσμήματα, να γράψει τα ονόματα στα παπούτσια και να βγάλει με το ζόρι πόσες ακόμη φωτογραφίες!
“Χαμογέλα λίγο ρε Άννα!” , της είπε η καλύτερη της φίλη, η Σοφία. “Παντρεύεσαι τον Νικόλα σου! Από το πρωί είσαι με τα μούτρα κάτω! Μήπως το μετάνιωσες;”, τη ρώτησε γουρλώνοντας τα μάτια και βάζοντας τα χέρια στο στόμα της.
“Μη φωνάζεις…”, την παρακάλεσε η Άννα και της έκανε νόημα να ηρεμήσει. “Τον Νικόλα τον αγαπάω. Πόσο μάλλον μετά την απόφασή του να αλλάξει όλη του τη ζωή και από ορκισμένος εργένης να θελήσει να ζήσουμε μαζί. Απλά κατάλαβέ με… Είμαι κουρασμένη. Όλη αυτή η προετοιμασία από τις 11 το πρωί σήμερα και το μπάτσελορ χτες βράδυ… Ούτε οι 3 καφέδες, ούτε τα παυσίπονα με έχουν βοηθήσει να είμαι όσο δυνατή και πρόσχαρη θα έπρεπε…”, ολοκλήρωσε η Άννα και έπιασε το κεφάλι της.
“Εντάξει ομορφιά μου, σε καταλαβαίνω και θα κάνω ό,τι χρειαστεί για να είναι αυτή η μέρα όπως την είχες φανταστεί. Ωστόσο, οφείλεις να παραδεχτείς ότι έχεις μεγαλώσει πια! Στις 12 γυρίσαμε χτες, δεν ήταν και τόσο βαρύ το ξενύχτι μας πια…”, είπε η Σοφία προσπαθώντας να την κάνει να γελάσει και να ξεαγχωθεί και την πήρε μια μεγάλη αγκαλιά.

Έμειναν για λίγο έτσι, αλλά όταν η Σοφία κοίταξε το ρολόι στο καρπό της, πετάχτηκε πάνω! “Σήκω, σήκω να βάλουμε το νυφικό!”, φώναξε και τράβηξε την Άννα από το χέρι.
Ακολουθώντας τις υποδείξεις της φίλης της κατά γράμμα, ετοιμάστηκε στην ώρα της και ήταν πραγματικά μια κούκλα!

Όπως είθισται, η νύφη έφτασε με μια μικρή καθυστέρηση στην εκκλησία. Όλα τα βλέμματα ήταν πάνω της. Είχε φορέσει ένα ζαχαρί νυφικό με τους ώμους έξω και μια τεράστια ουρά που κρατούσαν 4 παρανυμφάκια. Οι ώμοι της έλαμπαν από το γκλίτερ, όπως και το μπούστο, ενώ το ελαφρύ μακιγιάζ σε συνδυασμό με τον ψηλό κότσο που άφηνε τον λαιμό της εκτεθειμένο και τόνιζε τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, ολοκλήρωνε άψογα την μαγική αυτή εικόνα.

Πλησίασε τον Νικόλα της και του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα.
“Είσαι σαν νεράιδα! Είμαι πολύ τυχερός που εσύ θα είσαι η γυναίκα μου!”, της είπε, ενώ έτρεμε ολόκληρος από άγχος αλλά και χαρά.

Η Άννα δεν του απάντησε κάτι, μα του χαμογέλασε δειλά, ενώ με την άκρη του ματιού της είχε εντοπίσει τον Βασίλη, που είχε σκύψει το κεφάλι και ούτε την κοίταξε, ούτε της μίλησε.

Το μυστήριο ολοκληρώθηκε με τον κόσμο να παρακολουθεί σιωπηλός και έκθαμβος από την ομορφιά του ζευγαριού και του στολισμού, τους συμπέθερους να προσπαθούν καθ’ όλη τη διάρκεια να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους, τον Νικόλα να έχει ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και την Άννα να πασχίζει να σταθεί όρθια. Ο δε Βασίλης, μόλις άρχισε να μιλάει ο παπάς, βγήκε έξω και δεν ξαναμπήκε στην εκκλησία. Ισχυρίστηκε πως ζαλιζόταν κι έτσι γλύτωσε και τον εξάψαλμο από τη μητέρα του.

Αφού το ζευγάρι και οι γονείς χαιρέτησαν τους καλεσμένους και ανανέωσαν την συνάντησή τους σε λίγη ώρα στο κτήμα που θα γινόταν η δεξίωση, η Μάρθα επέμενε, μετά τις φωτογραφίες, στις οποίες ανάγκασε και τον Βασίλη να είναι και να χαμογελά κιόλας, γιατί όπως τόνιζε “Είναι δυνατόν να λείπει ο αδελφός από το άλμπουμ;”, να πάνε σπίτι να ‘μελώσει’ τους νεόνυμφους και μετά στο τραπέζι.
Κι έτσι έγινε. Ποιος τολμούσε να της φέρει αντίρρηση;

Ο Βασίλης κατάφερε να ξεφύγει από το να παρευρεθεί στη παραδοσιακή αυτή τελετή, όπως την αποκαλούσε η Μάρθα και πήγε κατευθείαν στο κτήμα με τον πατέρα του. Οι άλλοι τρεις θα έρχονταν με το αμάξι του Νικόλα.

Όταν πια έφτασαν στο κτήμα, οι μετρ έβαλαν σε διαφορετικά δωμάτια τον γαμπρό και τη νύφη για να φάνε κάτι, να φρεσκαριστούν και να πάρει όσο χρόνο χρειαζόταν ο καθένας μέχρι να μπουν επίσημα στο χώρο της δεξίωσης και να κόψουν την γαμήλια τούρτα.

Μόλις έκλεισε την πόρτα πίσω της η Άννα, που με πολύ κόπο και παρακάλια τους απώθησε όλους και μπήκε μόνη της στο δωματιάκι, έβγαλε το πέπλο από το κεφάλι της και προσπάθησε να ξεκουμπώσει το νυφικό, όταν άκουσε μια φωνή πίσω της…
“Να σε βοηθήσω;”, τη ρώτησε ο Βασίλης.

Η Άννα αν και τρόμαξε στην αρχή, δεν φώναξε. Ούτε τον ρώτησε πώς βρέθηκε εδώ, μα τρέχοντας έπεσε πάνω του και τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση του. Άρχισε να τον φιλάει παθιασμένα κι εκείνος την κρατούσε σφιχτά από τους γλουτούς και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα χείλη του από τα δικά της.

Τα φιλιά τους διέκοψε ο χτύπος στην πόρτα. Κοκάλωσαν και οι δύο. Ο Βασίλης έτρεξε στο μπάνιο και η Άννα, αφού έσβησε τελείως το κραγιόν από τα χείλη της, που είχε απλωθεί τριγύρω και σουλούπωσε όπως όπως τα μαλλιά της, άνοιξε την πόρτα. Ήταν η φίλη της η Σοφία.
“Θες βοήθεια;”, της είπε με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη.

Η Άννα τρέμοντας την έσπρωξε προς τα έξω και βγήκε κι εκείνη από το δωματιάκι.
“Τι έγινε καλέ; Μήπως το έχεις παρακάνει με το άγχος σήμερα; Πώς με κοιτάς έτσι;”, τη ρώτησε όλο ανησυχία η Σοφία.
“Πρέπει να σου μιλήσω Σοφία…”, της απάντησε αυστηρά η Άννα. “…πάμε στο κηπάκι από πίσω.”
“Τώρα; Θα αργήσουμε καλέ! Ο Νικόλας είναι ήδη έτοιμος!”
“Τώρα!”, είπε επιτακτικά η Άννα και η Σοφία κατάλαβε πως δεν χωρούσε αναβολή.

Μόλις έφτασαν στον μικρό κήπο, στο πίσω μέρος του κτήματος, έκατσαν στο μοναδικό παγκάκι που υπήρχε και ίσα που έβλεπαν η μία την άλλη, μιας και σε αυτό το σημείο ο φωτισμός ήταν ελάχιστος.

“Θα μου πεις τώρα τι έχει γίνει; Με κάνεις και ανησυχώ!”, απόρησε η Σοφία και η Άννα παίρνοντας μια βαθιά ανάσα ξεκίνησε.
“Θα με ακούσεις πρώτα και μετά θα πεις ό,τι θες. Σε παρακαλώ μην με διακόψεις….”, είπε η Άννα και η Σοφία κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι της.
“Χτες βράδυ δεν γύρισα στις 12 σπίτι… Όταν με αφήσατε με το αυτοκίνητο έξω από το πατρικό μου, ένιωσα έντονα την ανάγκη να περπατήσω και ο δρόμος με έβγαλε έξω από το σπίτι του Νικόλα. Πάνω που πήγαινα να τον πάρω τηλέφωνο, να δω αν είναι εκεί, εμφανίστηκε ο Βασίλης. Μου είπε πως το μπάτσελορ των αγοριών ήταν πολύ βαρετό, αφού όλο έτρωγαν και συζητούσαν για αθλητικά κι έτσι έφυγε. Άμα κατάλαβα ότι ο Νικόλας δεν ήταν πάνω, του πρότεινα να πάμε για ένα ποτό στην μπυραρία που είναι δύο στενά πιο κάτω, ξέρεις, σαν μελλοντικοί συγγενείς… Το ένα ποτό έφερε το άλλο, η μία κουβέντα την άλλη… Αυτή την ταύτιση ιδεών δεν την είχα βιώσει ποτέ μέχρι τώρα με τον Νικόλα… Όχι πως είχα γνωρίσει και κανέναν άλλον άντρα για να ξέρω… Τέλος πάντων, είχε πια περάσει η ώρα και έπρεπε να γυρίσουμε σπίτια μας. Μα είχαμε πιει τόσο πολύ, που ο Βασίλης αρνούνταν να πάρει το αμάξι να με πάει σπίτι κι έτσι πρότεινε να ανέβω στο δικό του διαμέρισμα, να κοιμηθώ εγώ στον καναπέ κι αυτός στον κρεβάτι του. Κι έτσι έγινε.., Στην αρχή… Ξέρω ότι είχα ορκιστεί να αφήσω την πρώτη μου φορά για τον Νικόλα, που με περίμενε τόσα χρόνια, αλλά δεν ξέρω ποιος διάολος με έσπρωξε και βρέθηκα στην κρεβατοκάμαρα του Βασίλη. Δεν κοιμόταν. Ήταν μόνο με το εσώρουχο. Δεν είχα ξαναδεί πιο γυμνασμένο αντρικό σώμα… Απλά κοιταχτήκαμε και ενώ γύρισα να φύγω, να μαζέψω τα πράγματά μου και να φύγω, βρέθηκε μπροστά μου, να μου κλείνει με το ένα χέρι την έξοδο και με το άλλο να μου χαϊδεύει το μάγουλο. Έσκυψε και με φίλησε… Ανατρίχιασα ολόκληρη… Ένιωθα ότι η καρδιά μου θα σπάσει και τα πόδια μου θα διαλυθούν σε χίλια κομμάτια… Κάνοντας βήματα πίσω, βρεθήκαμε στο κρεβάτι. Εγώ ανάσκελα κι αυτός από πάνω μου. Με άγγιζε τόσο προσεκτικά, σαν να φοβόταν ότι θα σπάσω κι εγώ παρέδιδα ακόμα περισσότερο… Μέχρι που γίναμε ένα… Και ο έρωτάς μου για εκείνον άναψε σαν ανεξέλεγκτη φωτιά! Μέχρι το πρωί ήμασταν στο κρεβάτι και δεν μπορούσαμε να αποχωριστούμε ο ένας τον άλλον… Μου εκμυστηρεύτηκε μάλιστα ότι από την πρώτη στιγμή που με είδε, στο επίσημο τραπέζι αρραβώνων που κάναμε με τον Νικόλα, δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Ήθελε να πέσει σαν θηρίο πάνω μου και να με κάνει δική του, μόνο δική του. Μα τα πράγματα είχαν πάρει τον δρόμο τους… Κι εγώ δεν τον είχα δει ποτέ έτσι, ως εραστή δηλαδή, μέχρι χτες… Και όλα αυτά έγιναν και ειπώθηκαν χτες βράδυ σαν να μην είχε οργανωθεί ποτέ ο γάμος με τον αδελφό του σήμερα…”.

Η Σοφία την κοίταζε με μάτια γουρλωμένα. Ξεροκατάπιε και τη ρώτησε:
– Γιατί παντρεύτηκες σήμερα;
– Δεν ξέρω… της απάντησε η Άννα. Ό,τι και να σου απαντήσω, θα είναι μια ηλίθια δικαιολογία.
– Μαζί του ήσουν κάτω ε;
– Ναι…
– Προλαβαίνεις να φύγεις!
– Να πάω πού; Δεν θα με βρίσεις; Μετά από όσα άκουσες, δεν θα με βρίσεις;
– Σε ξέρω από το προνήπιο ρε Άννα… Πάντα ήσουν τύπος και υπογραμμός! Ακόμα και τον Νικόλα τον πήρες γιατί οι γονείς σου απαιτούσαν ένα άντρα με τέτοιες προδιαγραφές και αντίστοιχου επαγγέλματος… Και πρώτη φορά άφησες την Άννα ελεύθερη και έκανες το αντισυμβατικό!

Η Άννα δεν περίμενε τέτοια υποστήριξη από τη φίλη της, ούτε και το είχε σκεφτεί ποτέ από αυτή την οπτική.
-Λοιπόν, πήγαινε κάτω, βρες τον και φύγετε!, πρότεινε όλο λαχτάρα η Σοφία.
-Τι λες καλέ; Πώς θα κάνω τέτοιο πράγμα; Τόσο κόσμο θα πληγώσουμε! Θα πάω κανονικά να βρω τον Νικόλα… Και αύριο θα κάνω μια πολύ σοβαρή κουβέντα με τον Βασίλη… Θα πρέπει να το αποσιωποιήσουμε εντελώς όλο αυτό που έγινε. Ήταν, ίσως, η πιο όμορφη βραδιά της μέχρι τώρα ζωής μου, αλλά ο Νικόλας δεν μου φταίει σε τίποτα. Να βιώσει τέτοια προδοσία… Σε ευχαριστώ πάρα πολύ που με άκουσες και το έβγαλα από μέσα μου. Και για τη στάση σου. Είσαι πραγματική φίλη.

Η Σοφία πάσχισε να την μεταπείσει, μα η Άννα ήξερε ότι αφού δεν το έκανε χτες, δεν ήταν δυνατόν πια να το κάνει… Θα έμπαινε πάλι στο καλούπι της “τέλειας συντρόφου” και θα περνούσε μια ζωή με έναν άντρα που αγαπούσε μεν για τον αδαμάντινο χαρακτήρα του, αλλά δεν θα τον ποθούσε ποτέ, γιατί το κορμί της και το μυαλό της ήταν πια δοσμένα άλλου…

Επιστρέφοντας στο δωματιάκι την περίμενε η Μάρθα.
“Δεν θα βγάλεις μιλιά! Πίστευα ότι ήσουν διαφορετική από τις άλλες, αλλά κι εσύ ένα τσ@λι είσαι! Θα αφήσετε τις χαζομάρες κι εσύ και ο βλάκας ο γιος μου και θα πας τώρα στον Νικόλα μου! Δεν θα ειπωθούν ποτέ ξανά τα όσα είπες πριν στην φίλη σου – να μην μιλήσω για του λόγου της – και θα κάτσεις να αγαπήσεις και να κάνεις παιδιά με τον Νικόλα μου! Κατάλαβες; Τον Βασίλη τον έστειλα σπίτι και αύριο πρωί φεύγει για το χωριό όπου θα μείνει μόνιμα και θα δουλέψει στην οικογενειακή επιχείρηση που έχουμε εκεί. Δεν θα ξαναειδωθείτε! Και ούτε δάκρυ!”.

Η Άννα ήθελε να ουρλιάξει, μα ήξερε πως όσο κι αν έζησε τον απόλυτο έρωτα με τον Βασίλη και τίποτα δεν θα άλλαζε το γεγονός πως ήταν ο πρώτος άντρας που την έκανε γυναίκα, έπρεπε να πράξει το κοινωνικά αποδεκτό.

Άλλαξε το νυφικό, έβαλε ένα λευκό φόρεμα, βάφτηκε από την αρχή και πήγε να βρει τον Νικόλα, ο οποίος έζησε μια ζωή παραμυθένια πλάι σε μια γυναίκα που προσπάθησε πολύ να τον αγαπήσει και να του τα δώσει όλα. Μέχρι και η πεθερά της πίστεψε ότι είχε ξεχάσει τον Βασίλη και άλλαξε στάση απέναντί της.

Η Άννα, όμως, τα βράδια έκλαιγε κρυφά. Το να είναι πάντα εκεί για τον άντρα της ήταν ένα βάσανο για εκείνη. Ένα βάσανο που είχε μάθει να το κρύβει πολύ καλά κάτω από κίβδηλα χαμόγελα…

Αγγελική Ανδριοπούλου

One response to “Η Άννα”

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading