Οι μεγάλες προσδοκίες του κυρ Αρίστου

«Πάλι πέτρες θα δούμε;» ακούγεται μία μπάσα εκνευρισμένη φωνή πίσω μου. Προσπαθώ να συγκρατηθώ και να μην απαντήσω, αντ’ αυτού πηγαίνω δίπλα στον ξεναγό μας που ιδροκοπώντας από τη ζέστη μας μιλάει για την ιστορία του ναού Κομ Όμπο που είναι αφιερωμένος στον θεό κροκόδειλο Σομπέκ και τον Ώρο. Με τα πολλά ο ξεναγός μας καταβάλλοντας φανερή προσπάθεια, όπως και οι υπόλοιποι, ώστε να αγνοεί τη μόνιμη γκρίνια του κυρ Αρίστου, μας οδηγεί προς το μουσείο κροκοδείλου. Καθώς τριγυρνάμε ανάμεσα στις άπειρες μούμιες κροκόδειλους, ακούγεται πάλι η φωνή σε αρκετά υψηλό τόνο, ώστε να είναι βέβαιος ο ομιλών ότι θα τον ακούσουμε όλοι.
«Οι Αιγύπτιοι μπορεί να ‘χαν όρεξη και να κάθονταν και να βαλσαμώνουν κροκόδειλους! Εγώ γιατί πρέπει να σπαταλώ τον χρόνο μου κοιτώντας τους;»

«Πες μου σε παρακαλώ, στον ναό του Σoμπέκ είμαστε, δεν έχουν κρατήσει έναν, δε χρειαζόμαστε παραπάνω, ένα ζωντανό κροκόδειλο; Θα το κάνω να φανεί ως ατύχημα!» ψιθυρίζω στον ξεναγό. Ο ξεναγός μου χαμογελά και κουνά το κεφάλι του σε ένδειξη κατανόησης. «Κρίμα, πολύ κρίμα… Απαράδεκτο πάντως αυτό που κάνατε! Είναι δυνατόν να έχετε ξεκάνει όλους τους κροκόδειλους στον Νείλο; Δεν μπορεί ένας να έχει επιζήσει;» του λέω αστειευόμενη.
«Οι μόνοι που επιζήσανε είναι οι πάνω από το φράγμα, οι άλλοι είναι τώρα τσάντες και πορτοφόλια…»
«Α τέλεια ιδέα! Πού μπορούμε να βρούμε κάνα αυθεντικό πορτοφόλι κροκόδειλου; Δεν πιστεύω να τα έχουν ακριβά!» ακούγεται η μπάσα φωνή πίσω μας. Απομακρύνομαι διακριτικά όσο ο ξεναγός προσπαθεί να εξηγήσει στον κυρ Αρίστο και τη γυναίκα του, την κυρία Λίτσα, τη σημασία προστασίας του κροκόδειλου. Η κυρία Λίτσα τον κόβει ανυπόμονη αρχίζοντας να απαριθμεί τα ονόματα τον εγγονιών της, στα οποία πρέπει οπωσδήποτε να πάρει πορτοφόλι από κροκόδειλο και κάπως έτσι τελειώνει η ξενάγησή μας…

Τα τελευταία χρόνια ταξιδεύω με γκρουπ, παρόλο που θα ήθελα πολύ να είμαι ταξιδεύτρια, ο ελάχιστος χρόνος που έχω λόγω δουλειάς, δε μου το επιτρέπει, οπότε είμαι μία απλή ταξιδιώτισσα. Θα μου πείτε τι διαφορά έχει; Μεγάλη, ένας ταξιδευτής καταρχάς δεν έχει την πίεση του χρόνου, συγχρωτίζεται με τους ντόπιους ώστε να γνωρίσει καλύτερα τη ζωή τους και την κοσμοθεωρία τους, ορίζει το τι θέλει να δει, περιπλανιέται όσο θέλει, όπου θέλει… Ενώ ένας ταξιδιώτης είναι ένας απλός παρατηρητής που θέλει να δει και να νιώσει όσα περισσότερα μπορεί μέσα στον λίγο χρόνο που έχει σε κάθε τόπο, για τον οποίο συνήθως έχει ήδη διαβάσει και ενημερωθεί, χωρίς συχνά να καταφέρνει να γνωρίσει πραγματικά και να συζητήσει με ντόπιους πέρα από τον ξεναγό.

Ένας ακόμη λόγος που ταξιδεύω με γκρουπ, είναι γιατί δε θέλω πια να χαραμίζω τον λίγο χρόνο που έχω να δω μία ξένη χώρα, προσπαθώντας να λύσω σπαζοκεφαλιές και προβλήματα που μπορεί να προκύψουν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Πολλοί βέβαια το κάνουν και γιατί έτσι γνωρίζουν άλλους ανθρώπους κι η αλήθεια είναι ότι τόσα χρόνια έχουμε αποκτήσει αρκετούς καλούς φίλους από αυτά τα ταξίδια μας.

Υπάρχει όμως και μία τρίτη κατηγορία, είναι εκείνοι οι άνθρωποι οι οποίοι αποφασίζουν να κάνουν ένα ταξίδι με μεγάλες προσδοκίες από τη μία, χωρίς όμως να έχουν πραγματικά ιδέα για το πού πάνε και το τι πρόκειται να δουν από την άλλη… Μία τέτοια περίπτωση ήταν και ο κύριος Αρίστος με τη σύζυγό του, την κυρία Λίτσα. Θα μου πείτε τι σημασία έχει αν δεν ξέρουν πού πάνε και τι θα δούνε; Να το πιάσουμε όμως από την αρχή…

Το γλυκύτατο κατά τ’ άλλα ζευγάρι, αποφάσισε να πάνε ένα μακρινό, όπως το θεώρησαν, ταξίδι, στην Αίγυπτο, αφού είχαν κάνει κάποια ταξιδάκια μέσα στην Ευρώπη. Τόσα πράγματα είχαν ακούσει βρε αδερφέ για αυτήν την Αίγυπτο, πυραμίδες, Φαραώ, χρυσάφι, χορούς της κοιλιάς, κρουαζιέρες στον Νείλο… Υπήρχαν βέβαια κι άλλα πολλά για το οποία δεν είχαν ιδέα κι ένα από αυτά ήταν… η ζέστη! Βγαίνοντας λοιπόν από το αεροδρόμιο, τρώνε την πρώτη φρίκη. Ο μικροκαμωμένος και καλοντυμένος κύριος Αρίστος, με το “εκδρομικό” του μπεζ κοστούμι, που πέρα από σακάκι και πουκάμισο περιελάμβανε κι ένα κομψότατο γιλέκο και μια ωραία κλασική βαμβακερή λευκή φανέλα, νιώθει τον λίβα να του καψαλίζει τα παχιά βαμβακένια μουστάκια, τα οποία σύντομα μουσκεύουν και στάζουν, κάνοντάς τον να χάσει το αριστοκρατικό του ύφος, καθώς τρέχει να μπει στο κλιματιζόμενο λεωφορείο ποδοπατώντας τους προπορευόμενους συνταξιδιώτες του.

Στο λεωφορείο, ο ξεναγός μας έδωσε μερικές γενικές πληροφορίες και μερικές οδηγίες, παραδείγματος χάριν να πίνουμε αρκετό νερό κατά τη διάρκεια της διαμονής μας στην Αίγυπτο και να μην ακουμπάμε φρούτα και λαχανικά αμαγείρευτα. Μόνο που το ζευγάρι δεν άκουσε και πολλά, γιατί την περισσότερη ώρα μουρμούριζαν ο ένας στον άλλον διάφορες παρατηρήσεις καθώς κοιτούσαν έξω από το παράθυρο.
«Κοίτα, κοίτα τι κάνει ο ηλίθιος, βγήκε από στοπ! Καλά, κανείς δεν τηρεί τα στοπ σε αυτήν τη χώρα; Κι αυτά τα φανάρια δεν λειτουργούν! Κι όλη την ώρα κορνάρουν, το μόνο που ακούς είναι μπιμπ μπιμπ μπιμπ! Ενώ εμείς στην Ελλάδα…». Πλάγιο βλέμμα της κυρία Λίτσας, «Εμείς στην Ευρώπη…» αλλάζει την πρότασή του ο κυρ Αρίστος, επαινετικό χαμόγελο από τη σύζυγο.
«Τι σκουπιδαριό! Τσ τσ τσ τσ τσ» αναφωνεί ξαφνικά η κυρία Λίτσα κι έπειτα γέρνει συνωμοτικά προς τον κυρ Αρίστο και του λέει χαμηλόφωνα «Κοίτα τους, όλοι τους μαυριδεροί σαν το κατράμι και άπλυτοι!»
«Κι οι γυναίκες…» κάτι πήγε να πει ο κυρ Αρίστος, αλλά έκοψε την κουβέντα μαχαίρι βλέποντας το προειδοποιητικό βλέμμα της συζύγου του, η οποία ρώτησε πιο φωναχτά από ότι ήθελε «Κι αυτοί με τα άσπρα ράσα τι είναι, Αρίστο μου, παπάδες; Πολλούς παπάδες έχουνε…» συμπέρανε έπειτα από λίγο αγνοώντας τα κρυφογελάκια από τους γύρω γύρω, ενώ ο ξεναγός μας έχει μείνει αποσβολωμένος και την κοιτά.

Την επομένη το πρόγραμμα περιελάμβανε επίσκεψη στο μουσείο του Καΐρου. Οι περισσότεροι προσπαθούσαμε να δώσουμε σημασία στην ξενάγηση και να τραβήξουμε φωτογραφίες, αλλά καταλαβαίναμε ότι στην “γαλαρία” κάτι έπαιζε κι όλο και κάτι γελάκια ξέφευγαν που προσπαθούσαν να συγκαλυφθούν γρήγορα. Υπήρξε μία μικρή ένταση όταν ο κύριος Αρίστος έκοψε τον ξεναγό μας για να αρχίσει με περηφάνια και στόμφο να διαβάζει τα αρχαία ελληνικά από ένα έκθεμα, για να τον κόψει κι εκείνον άδοξα μια άλλη κυρία υποδεικνύοντας το προφανές «Ναι, καλέ! Ξέρουμε να διαβάζουμε ελληνικά!». Στην αίθουσα με τους θησαυρούς του Τουταγχαμών, η κυρία Λίτσα μας εκπροσώπησε επάξια αναφωνώντας αυτό που όλοι σκεφτόμασταν «Πω πω χρυσάφι!» κι αυτός ήταν ο λόγος που όλοι την κοιτάξαμε μειδιώντας όταν ο ξεναγός μας έδειξε… το προφυλακτικό του Τουταγχαμών, μα τελικά ήταν ο κυρ Αρίστος που είπε την ατάκα, «Τι τα θες… μικροτσούτσουνοι οι Αιγύπτιοι…».

Η επίσκεψη στην Γκίζα μας άφησε όλους άφωνους, τον καθένα για τους λόγους του. Εγώ δεν το περίμενα να είναι οι πυραμίδες δίπλα, μην πω μέσα, στον αστικό ιστό του Καΐρου και τόσο τεράστιοι οι ογκόλιθοι με τους οποίους χτίστηκαν. Ο κυρ Αρίστος πάλι έμεινε άφωνος γιατί γίνεται τόση φασαρία για ένα σωρό πέτρες. Και σαν να μην έφτανε η ζέστη, του τα έπρηξαν και οι καμηλιέρηδες και οι αμαξάδες, οι οποίοι δεν είχαν καν air condition στις ανοιχτές άμαξες τους(!) και θέλανε κι ένα σωρό λεφτά… «Κι εκείνη η έρημος, αδερφάκι μου! Τίποτα δεν φυτρώνει! Oύτε ένα τόσο δα χορταράκι! Aχ ευλογημένη Ελλάδα…».

Ευτυχώς που ευχαριστήθηκε στο παζάρι του Αλ Χαλίλι όπου το ελληνικό του δαιμόνιο στο παζάρεμα, το οποίο τόσο διαφήμιζε, έλαμψε δια της απουσίας του και οι Αιγύπτιοι του φόρτωσαν ένα σωρό τενεκέδες για ασημικά σε τρελές τιμές. Όχι, ότι δε βρήκε κάτι να τον ενοχλήσει κι εκεί…
«Ποιος ήταν αυτός που ξελαρυγγιαζόταν τόση ώρα στα μεγάφωνα και μας πήρε τ’ αυτιά;» ρώτησε τον ξεναγό μας μπαίνοντας στο λεωφορείο.
«Ο Μουεζίνης…»
«Του πάτησαν τον κάλο;»
«Προσεύχεται…»
«Τι κάνει;» τον έκοψε εκείνος
«Πέντε φορές την ημέρα, ο μουεζ…»
«Πέντε φορές τη μέρα βγαίνει αυτός και γκαρίζει έτσι; Εμ πώς να μην έχει νεύρα! Δουλειά να σου πετύχει!»

Το πρόγραμμα κύλησε με επίσκεψη στην Αλεξάνδρεια, όπου θα παραβλέψω τα σχόλια για τον Καβάφη και το σπίτι του κι έπειτα πετάξαμε για Ασουάν για να κάνουμε κρουαζιέρα στον Νείλο με στάσεις στους ναούς, ή για την ακρίβεια στους σωρούς από πέτρες, όπως τους χαρακτήριζε κάθε φορά ο κυρ Αρίστος, για να καταλήξουμε στη λιποθυμία της κυρίας Λίτσας κατά την επίσκεψη στον επιτάφιο ναό της Χατσεψούτ από αφυδάτωση. Κι άλλο δε μας έλεγε κάθε τρεις και λίγο ο ξεναγός, πίνετε νερό, πολύ νερό. Η κυρία Λίτσα όχι μόνο δεν έπινε νερό, για να μη χρειαστεί να πάει στις βρομερές και τρισάθλιες τουαλέτες, όπως έλεγε, αλλά είχε τσακίσει και τις σαλάτες όλες αυτές τις μέρες (“Αφού κάμω δίαιτα, μάνα μ’, να την σπάσω;”) και την θέρισε η γαστρεντερίτιδα… Αυτή της η λιποθυμία και η όλη ένταση που προκλήθηκε, μιας και ήταν ανάγκη να τη δει γιατρός, ήταν και η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της υπομονής του κυρ Αρίστου για αυτήν την άθλια χώρα που επισκέφτηκαν. Που αλλιώς την περίμενε κι αλλιώς του βγήκε. Για να καταλήξει τρικούβερτος καβγάς με κάποιους από το γκρουπ που είχαν από καιρό σταματήσει να γελάνε με τις ατάκες του κυρ Αρίστου, τις συνεχείς παρατηρήσεις του στον οδηγό μας και την αγένειά του.

Περιμένοντας να παραλάβουμε τις βαλίτσες, στην Ελλάδα πια, ακούσαμε τον κυρ Αρίστο να μιλά δυνατά στο τηλέφωνο με έναν φίλο του φανερά απογοητευμένος…
«Άστα Λευτέρη, χάλια η Αίγυπτος! Ζέστη απίστευτη! Μπα! Τίποτα δεν είχε! Μόνο πέτρες! Και οι Αιγύπτιες ντυμένες από την κορφή ως τα νύχια! Τι μου λες… Εμάς πάλι μας χόρεψε χορό της κοιλιάς μια… μεσόκοπη. Ναι, σου λέω, άστα! Τίποτα, σου λέω… Ε κάτι τουριστριούλες, αλλά πού να κάνω παιχνίδι, μπορούσα με τον δερβέναγα δίπλα; Μπα που να την ξεφορτωθώ! Ούτε μία καμήλα δεν έπιασε η κυρά Λίτσα, τσάμπα την τάιζα πριν φύγουμε. Κι όχι μόνο αυτό, μου ζήτησαν και εκατό ευρώ για να την κατεβάσουν από την καμήλα! Τους είπα και εγώ, χάρισμά σας και ούτε τσάμπα δε θέλανε να την κρατήσουν, ρε φίλε! Τόσα λεφτά και τόσες ελπίδες χαμένες…».

Αναστασία Χ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading