Οι παλιές γόβες της νύφης

Η νεαρή κοπέλα έκλεισε πίσω της την πόρτα του μικρού εργαστηρίου που μύριζε βερνίκι και δέρμα. Χαιρέτησε τον ηλικιωμένο άντρα που καθόταν σκυμμένος πίσω από τον πάγκο και διόρθωνε απορροφημένος ένα ζευγάρι παπούτσια. Όταν αντιλήφθηκε την παρουσία της, σηκώθηκε αμέσως να την εξυπηρετήσει. Χαμογέλασε βλέποντας εκείνο το νεαρό κορίτσι που ήταν γεμάτο φρεσκάδα και ανυπομονησία. Πάντα χαιρόταν να βλέπει τα νέα παιδιά να σκορπίζουν την ζωντάνια τους. Ήταν έτοιμος για την καινούργια πρόκληση που θα είχε να αντιμετωπίσει.

«Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;», την ρώτησε ευγενικά και κατέβασε τα μάτια στο κουτί που κρατούσε στα χέρια της.

«Θα μπορούσατε να μου βάψετε λευκές αυτές τις γόβες;», ρώτησε διστακτικά η κοπέλα και άνοιξε το κουτί.

Ο κυρ Στέργιος ισορρόπησε τα γυαλιά στην άκρη της μύτης του και επεξεργάστηκε τα παπούτσια. Η εμπειρία του δεν έκανε ποτέ λάθος. Αυτά τα παπούτσια δεν γινόταν να αλλάξουν χρώμα. Η σοφία του όμως επέμενε να κάνει μια ερώτηση στην νεαρή κοπέλα πριν απογοητευτεί από την αλήθεια.

«Για ποια περίσταση, αν επιτρέπεται;»

«Για μια πολύ επίσημη… περίσταση»

«Παντρεύεστε, νεαρή μου;»

Η κοπέλα κοκκίνησε μονομιάς και προσπάθησε να κρύψει το χαμόγελό της. Μα πού να κρυφτεί η χαρά! Ο ενθουσιασμός ήταν χαραγμένος στο πρόσωπό της. Τα μάτια της έλαμπαν από έρωτα. Θυμήθηκε ο κυρ Στέργιος την συγχωρεμένη την γυναίκα του που έτσι γελούσαν και τα δικά της μάτια. Πόσο χάρηκε ο ηλικιωμένος άντρας που υπήρχε ακόμα αυτή η αγάπη στον κόσμο. Αυτή η αγνή αγάπη που δεν μπορείς να περιμένεις ούτε μια μέρα χωρίς να είσαι με εκείνον που αγαπάς.

«Με το καλό! Χίλιες χαρές να έχετε!»

«Σας ευχαριστώ πολύ. Είστε πολύ ευγενικός. Να μου μιλάτε όμως στον ενικό. Η αλήθεια είναι ότι έχω λίγο άγχος. Είναι δύσκολες οι εποχές. Θα κάνουμε λιτό γάμο γιατί δεν θέλουμε να αφήσουμε τα χρήματα να μπουν εμπόδιο. Δεν λένε ότι τα απλά είναι και αυτά όμορφα;»

Συμφώνησε, γιατί έτσι είχε ξεκινήσει και εκείνος με την γυναίκα του. Από το τίποτα έκαναν τα πάντα. Έζησαν μια όμορφη, απλή ζωή και ποτέ δεν γύρεψαν κάτι παραπάνω. Αυτό το μαγαζάκι είχε μονάχα, μα ποτέ δεν του έφερε πολλά λεφτά γιατί ο κυρ Στέργιος πρώτα βοηθούσε και μετά δούλευε. Δεν παραπονέθηκε ποτέ η γυναίκα του και αυτό είχε να το λέει με καμάρι. Ακόμα και στις δύσκολες στιγμές, πάντα γύριζε σπίτι και έβρισκε ένα πιάτο φαΐ στο τραπέζι. Όταν την ρωτούσε πώς τα κατάφερνε, να κάνει από το τίποτα τόσο νόστιμο φαΐ, εκείνη του απαντούσε πως η αγάπη το κατάφερνε. Και τελικά αυτοί οι δύο είχαν όντως τα πάντα γιατί είχαν ο ένας τον άλλον.

«Νυφικό; Βρήκες νυφικό;»

«Ένα λευκό φόρεμα θα φορέσω. Απλά δεν είπαμε; Λοιπόν, θα μπορέσετε να φτιάξετε τις γόβες;»

«Φυσικά», της είπε και ήταν το πρώτο και μοναδικό ψέμα που είπε στην ζωή του.

Ο ηλικιωμένος τσαγκάρης σημείωσε το όνομα και το τηλέφωνο της Αναστασίας σε ένα χαρτάκι και το έβαλε μέσα στο κουτί με τις παλιές γόβες της. Ήταν ώρα να πιάσει δουλειά!

Πρώτα πήγε στην μεγάλη αγορά που είχε γνωστά μαγαζιά με παπούτσια. Κοίταξε πολλά και διαφορετικά ζευγάρια και διαπίστωσε ότι όλα ήταν πολύ ακριβά. Δεν είχε ιδέα ότι αυτές ήταν οι τιμές για τα νυφικά παπούτσια. Θύμωσε γιατί σκέφτηκε πώς να κάνουν γάμο τα νέα παιδιά με αυτές τις τιμές. Δεν μπορούσε όμως να τα παρατήσει.

Λίγες μέρες μετά, βγήκε ξανά στα μαγαζιά. Αυτή τη φορά όμως πήγε σε μικρά, ξεχασμένα μαγαζάκια να βρει λευκές γόβες και καλούς ανθρώπους για να καταφέρει να χαρίσει σε ένα νεαρό κορίτσι ένα μικρό όνειρο. Σε κάθε βήμα θυμόταν την δική του αγάπη που ποτέ δεν έφυγε από την καρδιά του.

Μετά από λίγη ώρα, σταμάτησε μπροστά από μία βιτρίνα και κόλλησε τα μάτια του σε ένα ζευγάρι. Όταν έπιασε στα χέρια του εκείνες τις γόβες, ενθουσιάστηκε σαν μικρό παιδί. Έμοιαζαν τόσο πολύ στις παλιές γόβες της Αναστασίας που ήταν σίγουρος ότι δεν θα καταλάβαινε ότι δεν είναι οι ίδιες!

«Για την κόρη σας;», τον ρώτησε ο ιδιοκτήτης που είχε ενθουσιαστεί και αυτός από την χαρά του ηλικιωμένου.

«Όχι, όχι…»

«Για την εγγονή σας; Να τις ετοιμάσω για δώρο;»

«Όχι, όχι. Εννοώ, ναι, είναι για δώρο. Όχι! Μην τις τυλίξετε για δώρο! Θα το καταλάβει. Συγγνώμη, είμαι πολύ χαρούμενος. Είναι δώρο… Για ένα κορίτσι που θα παντρευτεί και δεν μπορεί να τις αγοράσει… Αλλά δεν θέλω να ξέρει ότι εγώ τις πήρα»

«Τότε, σε αυτήν την περίπτωση, έχουμε ειδικές τιμές. Μισό δικό σας, μισό δικό μου»

«Μα… Γιατί να το κάνετε αυτό;»

«Γιατί φαίνεται ότι είναι πολύ σημαντικό για εσάς να κάνετε αυτό το δώρο. Σίγουρα πρόκειται για μια νεαρή που σας έχει συγκινήσει. Βλέπω πως έχετε καρδιά μικρού παιδιού. Θα με τιμήσετε αν μπορώ και εγώ να βοηθήσω»

Ο κυρ Στέργιος μόνο τα χέρια που δεν του φίλησε του ανθρώπου. Ήταν αλήθεια πως έβλεπε στην νεαρή κοπέλα την καλοσύνη που είχε και η δική του γυναίκα. Ήταν σίγουρος πως ο άντρας της θα ήταν πολύ τυχερός να μοιραστεί την ζωή του μαζί της. Όπως ήταν και εκείνος ευλογημένος να ζήσει μια όμορφη ζωή γεμάτη αγάπη.

«Λοιπόν, πώς σου φαίνονται;» τις έδειξε όλο καμάρι στην κοπέλα.

«Είναι καταπληκτικές! Πώς το καταφέρατε αυτό; Τις κάνατε καινούριες!»

Τώρα η Αναστασία, μόνο τα χέρια που δεν του φίλησε του κυρ Στέργιου που αρνήθηκε να πληρωθεί για την «εργασία» του και της είπε πως είναι δώρο για τον γάμο της. Χίλια ευχαριστώ του είπε πριν περάσει την πόρτα εκείνου του μικρού εργαστήριου και φύγει πετώντας από χαρά.

Ίσως κάποια στιγμή η κοπέλα να το καταλάβαινε ότι ήταν όντως καινούρια τα παπούτσια της. Ίσως και όχι. Δεν είχε σημασία. Σίγουρα όμως ο κυρ Στέργιος είχε καρδιά μικρού παιδιού και αυτή ταίριαξε με την ψυχή του κοριτσιού. Έτσι γίνεται κάποιες φορές. Η αγάπη βρίσκει την αγάπη.

«Ελπίζω να σε κάνω ακόμα περήφανη», φίλησε την φωτογραφία της γυναίκας του και έκλεισε πίσω του την πόρτα.

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading