Άνοιξε με τα κλειδιά της η Χριστίνα.
“Μπαμπά;” φωνάζει, να δηλώσει την παρουσία της. Καμία ανταπόκριση.
Κλείνει την εξώπορτα και κατευθύνεται στο κουζινάκι. Κανείς.
“Μπαμπά;” λίγο πιο δυνατά αυτή τη φορά. Τίποτα.
Πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρα κι εκεί τους βλέπει, σε μια γνώριμη, τόσο οικεία για εκείνη, θέση. Ο μπαμπάς της καθιστός στο κρεβάτι, ακουμπάει την πλάτη του στο μαξιλάρι, στο προσκέφαλο του κρεβατιού. Η μαμά της, ημιξαπλωμένη, με το κεφάλι στο στέρνο του μπαμπά της. Στα χέρια του κρατά ένα άλμπουμ φωτογραφιών και πλάι του έχει μια στοίβα ακόμα, από άλμπουμ.
Δεν την κατάλαβαν. Η παρουσία της, τους άφησε παγερά αδιάφορους. Εκείνοι είχαν μεταφερθεί στον δικό τους κόσμο. Όπως κάθε μέρα, πολλές ώρες της μέρας, ταξιδεύουν πίσω. Για να ακριβολογούμε, την ταξιδεύει πίσω. Στη ζωή τους. Στην αγάπη τους. Στο “μαζί” τους. Η φωνή του ήρεμη, μεθυστική, ήταν η σύνδεσή της με το παρελθόν. Δεν αναγνώριζε το πρόσωπό του, δεν θυμόταν ποιος ήταν. Η φωνή του όμως την γαλήνευε. Σα να της μιλούσε κατευθείαν στη ψυχή. Σα να της γλύκαινε την μοναξιά που της επέβαλλε το αλτσχάιμερ.
Τέσσερα χρόνια τώρα, ζει στο σκοτάδι. Δεν ξέρει ποια είναι. Δεν θυμάται τον έρωτα της ζωής της. Δεν θυμάται τον πρωτότοκο γιο της, ούτε την κόρη της. Το ίδιο κενό βλέμμα όταν τους κοιτάζει. Ποιοί είναι όλοι αυτοί; Η ίδια παγωμένη αντίδραση, όταν πηγαίνουν στο σπίτι. Μόνο όταν έρχεται ένα μικρό αγόρι και φωλιάζει επίμονα στην αγκαλιά της, σα να παίρνει λίγο από τη σκιά που σκεπάζει το είναι της. Δεν αντιδρά. Μα και δεν το αποφεύγει, όπως κάνει με όλους τους άλλους επισκέπτες. Υπάρχουν μάλιστα στιγμές, που ανταποδίδει την αγκαλιά του και κουμπώνουν απόλυτα. Της θυμίζει τον άντρα που κάθε μέρα της μαγειρεύει, την ταΐζει στο στόμα, την λούζει, της χτενίζει τα μαλλιά, της τραγουδάει. Την παίρνει από το χέρι και χορεύουν ένα πολύ γνώριμο ρυθμό. Κάθε μέρα. Την κοιτάζει στα μάτια και της σιγοψιθυρίζει “άστα τα μαλλάκια σου, ανακατωμένα, άστα ν’ ανεμίζουνε στη τρελή νοτιά. Τώρα που τα νιάτα σου είν’ ολανθισμένα, άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα”. Της άρεσε τόσο πολύ. Τα βλέμματα τους συναντιούνται, ταξιδεύουν στο χρόνο, της ξεφεύγουν μια δυο σκόρπιες λέξεις του τραγουδιού.
Η Χριστίνα δεν αναπνέει καν. Δεν θέλει να εισβάλλει σε αυτήν την ιεροτελεστία των γονιών της. Στέκεται όρθια και με δάκρυα στα μάτια τους παρακολουθεί.
Μία μία της εξηγεί τις φωτογραφίες.
“Αυτή εδώ η πανέμορφη γυναίκα, είσαι εσύ καρδιά μου. Στην αυλή μας. Βλέπεις τις τριανταφυλλιές; Με πόση αγάπη τις φρόντιζες! Τις μιλούσες καθημερινά! Κι αυτές σου ανταπέδιδαν την αγάπη με τα μπουμπούκια και το άρωμά τους. Ο μικρούλης που δείχνει τον κήπο και συ τον καμαρώνεις, είναι ο Φάνης μας. Ο γιος μας. Και στην κοιλιά σου φιλοξενείς την κόρη μας. Την Χριστίνα μας, που εδώ η εγκυμοσύνη είναι προχωρημένη. Την περιμέναμε μέρα με τη μέρα να έρθει στη ζωή μας και να συμπληρώσει την ευτυχία μας…”.
Μέλι έσταζε ο μπαμπάς της. Και η μαμά της άκουγε. Ρουφούσε κάθε λέξη. Χωρίς να μιλάει. Χωρίς να ρωτάει. Θυμόταν άραγε τίποτα; Της ξυπνούσε μνήμες η αφήγηση; Η καθημερινή αναδρομή; Η Χριστίνα πίστευε πως όχι. Ο μπαμπάς της όμως ήταν σίγουρος για το αντίθετο. Γι’ αυτό και τέσσερα χρόνια τώρα, κάθε μέρα, πάει κόντρα στο αλτσχάιμερ, στους γιατρούς, σε όλους όσους τον αποκαρδιώνουν, του λένε ότι μάταια χάνει τον χρόνο του. Μα δεν ακούει κανέναν. Μονάχα την ψυχή του. Άλλωστε τι αξία έχει ο χρόνος αν δεν έχει πλάι του την γυναίκα του; Κι ας μη τον θυμάται.
Λεπτό δεν την αφήνει μόνη. Τον πρώτο καιρό, επέμενε να την βγάζει έξω, να την πηγαίνει σε όλα εκείνα τα μέρη που έχουν μοιραστεί χαρές, αγάπη, γέλια, ευτυχία. Η μαμά της όμως ήταν πάντα διστακτική και φοβισμένη. Στιγμές στιγμές και αντιδραστική, σχεδόν επιθετική. Τότε επέλεξε να μη τη βγάλει ξανά έξω. Το σπίτι τους έγινε το φρούριό τους. Το καταφύγιό τους. Αφού εκεί ένιωθε ασφαλής η γυναίκα του, εκεί θα την φύλαγε. Στο σπίτι τους, θα την ταξίδευε στην προηγούμενη ζωή τους. Κι ας μη του μιλούσε. Κι ας υπήρχαν κι εκείνες οι φορές που δεν ήθελε ούτε την δική του παρουσία.
Κλεινόταν στην κρεβατοκάμαρα για ώρες. Εκείνος, έπαιρνε την καρέκλα, καθόταν έξω από την πόρτα υπομονετικά και της εξιστορούσε το παρελθόν τους. Σαράντα οχτώ χρόνια κοινής ζωής. Είχε πολύ υλικό. Και πάντα τα κατάφερνε. Την έβγαζε από το καβούκι της. Έβγαινε σιωπηλά, στεκόταν μπροστά του ανέκφραστη. Εκείνος πάντα, της χάριζε το πιο ζεστό, το πιο μελένιο, το πιο αγαπησιάρικο χαμόγελό του, την έπαιρνε από το χέρι και κάθονταν παρέα στον καναπέ. Στις ίδιες θέσεις πάντα. Κάθε μέρα, μέλημά του, να την κάνει να νιώθει οικεία, στην ασφάλεια του χώρου και της φωνής του.
Η Χριστίνα αποφάσισε να μη διαταράξει την ηρεμία τους. Έκλεισε πίσω της την πόρτα. Έφυγε. Στο αμάξι έκλαψε πολύ. Πόσο σκληρά φέρεται το μυαλό σε ανθρώπους που είχαν έντονη διάθεση και όρεξη για ζωή… Η μαμά της ήταν η χαρά της ζωής. Η ίδια η ζωή. Τίποτα δεν την φόβιζε. Όλα τα αντιμετώπιζε με θάρρος. Ήταν πρότυπο μάνας. Μεγάλωσε εκείνη και τον αδερφό της με περίσσεια αγάπη. Το ίδιο και τον εγγονό της. Τον γιο του Φάνη της. Όταν πια στα έξι του χρόνια, δεν ήξεραν πώς να του εξηγήσουν ότι η γιαγιά δεν τον θυμάται. Με την άγνοια και την αθωότητά του, δε σταμάτησε ποτέ να τρέχει στην αγκαλιά της, να την φιλάει, να της λέει ιστορίες από το σχολείο. Δεν του ξαναμίλησε ποτέ. Μα ο μικρός ήξερε, ότι η γιαγιά του τον καταλάβαινε. Δεν τα παράτησε ποτέ. Άλλωστε είχε να μοιάσει. Ίδιος ο παππούς του.
Χρυσούλα Καμτσίκη
