Η κακή νύφη

«Πόσο καιρό έχω να σας δω! Τι κάνετε;»

«Καλά, καλά, κυρά Μαρία, εσείς; Τα παιδιά, τα εγγόνια;» είπε κάπως βιαστικά και τυπικά η κυρά Σιμούλα.

«Αχ τα εγγόνια! Τι να σου λέω, κυρά Σιμούλα μου! Αχ με αυτό το παλιοθήλυκο που μου κουβάλησε ο γιος μου! Που καλή μέρα να μην έχει, όλα στραβά να της πηγαίνουν! Φτου!» ξεφώνισε αγανακτισμένη η κυρά Μαρία και μια βαριά ροχάλα εξακοντίστηκε από το στόμα της στα τσιμεντοπλακάκια του πεζοδρομίου, έξω ακριβώς από την πόρτα του σούπερ μάρκετ.

Η κυρά Σιμούλα βλέποντας με την άκρη του ματιού της την κόρη της να βγαίνει εκείνη την ώρα από το σουπερμάρκετ, τράβηξε αλαφιασμένη πιο πέρα την κυρά Μαρία και προσπάθησε ν’ αλλάξει το θέμα. Η κυρά Μαρία όμως έχει πάρει φόρα και λέει λέει λέει για την κακιά νύφη που χώρισε τον λεβέντη της και πήρε τα παιδιά κι έφυγε και ο ανόητος ο γιος της, για χάρη της, θέλει να φύγει να πάει να τη βρει και να παρατηρήσει την άρρωστη και κακόμοιρη, χήρα μάνα του…

Η κυρά Σιμούλα έριχνε πού και πού μερικά φοβισμένα και ταυτόχρονα προειδοποιητικά βλέμματα προς την κόρη της, τη Σταματίνα, που τις κοιτούσε με σφιγμένα χείλη και συνοφρυωμένο αποδοκιμαστικό βλέμμα περιμένοντας να τελειώσουν την κουβέντα τους. Η κουβέντα, η διανθισμένη με κάμποσες βρισιές και κατάρες για την κακιά νύφη όμως φαίνεται να τραβά σε μάκρος και η Σταματίνα απέθεσε τις σακούλες με τα ψώνια που κρατούσε και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της περιμένοντας φανερά πια εκνευρισμένη τη μάνα της να δώσει ένα τέλος στον μονόλογο της κυρά Μαρίας. Το τέλος όμως δε φαίνεται να έρχεται και η Σταματίνα, που παρόλη την απόσταση που έχει κρατήσει τόση ώρα ακούει καθαρά τα λεγόμενα της κυρά Μαρίας, δεν καταφέρνει άλλο να συγκρατηθεί. Αρπάζει τις σακούλες και πλησιάζει τις δύο γυναίκες την ώρα που για χιλιοστή φορά η κυρά Μαρία έθετε το ρητορικό ερώτημα «Όχι, πες μου σε παρακαλώ πολύ, τι της κάναμε, της ανεπρόκοπης, που βασίλισσα την είχαμε!».

«Να σου πω εγώ, κυρά Μαρία, τι της έκανες;» ακούστηκε μέσα από τα δόντια της φανερά εκνευρισμένη η φωνή της Σταματίνας. Η κυρά Σιμούλα τινάχτηκε ακούγοντας τη φωνή της και προσπάθησε να τραβήξει την κόρη της μακριά.

«Κάτσε, μάνα! Γιατί τόση ώρα ακούω, ακούω τα αίσχη και δε μιλάω! Η γυναίκα το ‘χει απορία, να μην της τη λύσω;»

«Σσσσσ Σταματίνα, μη μιλάς! Πάμε πάμε!»

«Αντροχωρίστρα! Που έχεις και απορία γιατί έφυγε…» την έκοψε απότομα η Σταματίνα ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής της και προσπερνώντας τη μάνα της φώναξε μες στα μούτρα της κυρά Μαρίας. «Εξαιτίας σου χώρισαν! Πόσο να σε αντέξει η κοπέλα!»

«Σταματίνα, σιωπή! Μας κοιτά ο κόσμος!» τη μάλωσε η μάνα της και η Σταματίνα είπε να δώσει τόπο στην οργή κι έκανε να φύγει όταν άκουσε τη μάνα της να λέει:

«Μας συγχωρείς, κυρά Μαρία, πρέπει να…»

«Σιγά μη ζητήσουμε και συγχώρεση από την καρακατινάρα, την αντροχωρίστρα που επιτέλους τώρα έδειξε τον αληθινό της εαυτό! Που σε όλα ήθελε να χώνεται ανάμεσα στο ζευγάρι και να ‘χει άποψη και πόσα ψέματα έλεγε και λέει, Θεέ μου! Τρεις μέρες ήμουν μαζί με την κοπέλα στο νοσοκομείο που γεννήσαμε και τρεις μέρες της έψησε το ψάρι στα χείλη κι εκείνη να μη μιλά! Που εγώ που τα έβλεπα ήθελα να την πετάξω από το παράθυρο. Και σου ‘πα άσε με! Θα ‘χα και καλή δικαιολογία, οι ορμόνες!» φώναζε τώρα η Σταματίνα στη μάνα της που την τραβολογούσε μακριά από την κυρά Μαρία που ‘χε μείνει στήλη άλατος.

«Κι άλλο που δεν του ‘πα του μαλακοπίτουρα, του γιου της! Πρόσεξε, αν δεν βάλεις όρια στη μάνα σου, θα στο κλείσει το σπίτι! Μπες μέσα, μάνα!» πρόσταξε εκνευρισμένη ανοίγοντας τις κλειδαριές στο αμάξι η Σταματίνα και η κυρά Σιμούλα έτρεξε κυριολεκτικά να χωθεί στο κάθισμα του συνοδηγού. «Ακούς εκεί να λέει όλα αυτά για την κοπέλα!» παραμιλούσε τώρα η Σταματίνα έξαλλη που πέταξε όπως όπως τις σακούλες στο πίσω κάθισμα. «Συγχαρητήρια!» φώναξε ξαφνικά γυρνώντας προς την κυρά Μαρία που κάτι μουρμουρούσε τώρα και τις κοίταζε στριφνά «Τα κατάφερες την ξαπόστειλες τη νύφη σου και τώρα θες να βγεις κι από πάνω! Φτου σε ‘σενα!» φώναξε καθώς έκλεινε με δύναμη την πόρτα του αυτοκινήτου και σπινιάροντας απομακρύνθηκε.

«Βρε, Σταματίνα!» προσπάθησε να τη μαλώσει η μάνα της.

«Τι, βρε Σταματίνα; Αφού απορία το ‘χε, να μην τη λύσω; Και πολύ ευγενής ήμουν! Εκεί ήσουν, την είδες που κατέφθασε την πρώτη μέρα με το που γέννησε η κοπέλα κι άρχισε περήφανη να μας δείχνει σαν διαφήμιση τηλεμάρκετινγκ τις δύο πετσετούλες, κυριολεκτικά δύο πετσετούλες, ούτε καν προσώπου, που έφερε δώρο για το μωρό! Το πρώτο της εγγόνι που θα έπαιρνε και το όνομά της όπως έλεγε συνέχεια. Θα μου πεις, μπορεί να μην είχε η γυναίκα, τι να κάνει; Δεκτό! Δεν είχε… Γιατί για να πάρει μπλούζα για τον εαυτό της από γνωστό μαγαζί στο Κολωνάκι και να μας τη δείχνει την επομένη, είχε! Έπειτα θυμάσαι που είχε πάει πάνω από την γυναίκα, καταμεσήμερο, μήνα Αύγουστο, σε δημόσιο νοσοκομείο, χωρίς κλιματισμό και να επιμένει να τη φασκιώνει μέχρι πάνω με την κουβέρτα και να μην αφήνει να βγάλει έξω ούτε το χέρι της, ηθοποιηλίκια, τάχα μου ότι νοιάζεται! Νοιαζόταν, αμέ! Για το πώς να σκάσει τη νύφη της! Μάλιστα! Και μετά, που φέραν το μωρό, τι να πρωτοθυμηθώ! Τι έλεγε το στόμα της τάχα μου τάχα για αστείο; Για το “δε μας μοιάζει, βρε είναι σίγουρα δικό σου;” κι άλλα ωραία; Που επέμενε να σκεπάσει το νεογέννητο με τις πετσέτες τις καινούργιες κι άπλυτες; Καλά, στο δε θηλασμό έδωσε ρέστα! Να ‘ναι πάνω από το κακόμοιρο το κορίτσι και το μωρό να της φωνάζει συνέχεια “Όχι, έτσι! Πώς το βάζεις; Θα το πνίξεις το μωρό! Για τίποτα δεν είσαι άξια! Γύρνα το από εδώ, γύρνα το από εκεί! Να της το τραβά πάνω από το στήθος που έπινε το μωρό, ώσπου της μάτωσε τη ρώγα! Να σκούζει το μωρό, να σκούζει αυτή ότι νοιάζεται και η νύφη δεν την ακούει, αυτήν που ξέρει, την τύφλα της δεν ήξερε! Να κλαίει και το κακόμοιρο το κορίτσι και ο χάνος, ο γιος της, να κάθεται και να τις κοιτά! Ευτυχώς που μου έκοψε να φωνάξω τη νοσηλεύτρια που ήρθε και την έβγαλε έξω ότι δεν κάνει να είναι κανείς όταν θηλάζουμε! Από την ταραχή που πήραμε, καμία δεν μπορούσε να θηλάσει! Άσε μετά το σόου που έκανε σαν είπε ο γιατρός ότι πρέπει να πάρουν ειδική κρέμα για το στήθος της κοπέλας, αφού το μωρό την πλήγιασε. Που εξαιτίας της την πλήγιασε! Κι έκανε ότι δεν αισθανόταν καλά, να την πάει ο χάνος σπίτι και δεν θα πάθει τίποτα να μείνει και μια μέρα η άλλη χωρίς την κρέμα… Και μην ξεχνάς ότι το ίδιο θέατρο είχε παίξει και τη μέρα της γέννας, που άφησε τη γυναίκα να γεννήσει μόνη της και δεν είχε κανέναν, μιας και οι δικοί της ήταν στο χωριό, ότι και καλά έπαθε έμφραγμα από τη χαρά της κι έτρεξε ο γιος της σε αυτή, για να αποδειχθεί ότι τους δούλευε!»

«Αχ, μωρέ Σταματίνα, μπουρλοτιάζεις κι εσύ εύκολα, σαν τον πατέρα σου! Και στο νοσοκομείο τότε όλο της την έμπαινες! Ενώ η νύφη της κουβέντα δεν έλεγε, μπαινάκης βγαινάκης. Γιατί να είσαι εσύ αγενής στην ξένη γυναίκα;»

«Άσε με, μάνα, τόση ώρα κρατήθηκα και τίποτα δεν της είπα απ’ όσα ήθελα! Που μου ήρθε σεινάμενη κουνάμενη την επόμενη για να ανακοινώσει περιχαρής στη νύφη της ότι έφεραν την κούνια για το μωρό που είχε παραγγείλει η κοπέλα κι ήταν τέλεια και τη διακόσμησε πολύ όμορφα στο δωμάτιό της! Στο δωμάτιό της! Γιατί είπε στους μεταφορείς να την πάνε στο δικό της σπίτι! Ότι και καλά θα κοιμάται αυτή με το μωρό, με την πρόφαση ότι θέλει να τους βοηθήσει! Στο σπίτι της, αν είναι δυνατόν! Θα το έβαζε και στο βυζί να το θηλάσει το μωρό; Στην ουσία της έλεγε, ωραία, μας έκανες το παιδί, τώρα δε σε χρειαζόμαστε, δίνε του… και τώρα τσαντίζεται που πήρε τα παιδιά η άλλη κι έφυγε σε άλλη πόλη; Αν έκανε και είπε τόσα σε τρεις μέρες, φαντάσου τι τράβηξε αυτό το κακόμοιρο το κορίτσι, πέντε χρόνια! Και πολύ άντεξε, σου λέω! Ε ρε και να ‘χε νύφη εμένα! Και να σου πω, κακώς, πολύ κακώς εσύ και οι άλλες δεν της τα λέτε έξω από τα δόντια και κάθεστε και την ακούτε να λέει τέτοια ψέματα και κακίες και δε μιλάτε. Είναι σα να της δίνετε δίκιο!»

«Ε όχι, εμείς ξέρουμε… και γι’ αυτό την έχουμε κάνει πέρα…»

«Ναι και σκασίλα της! Ούτε που το ‘χει καταλάβει! Την αφήνετε να πιστεύει ότι έχει δίκιο! Γιατί δεν της λέτε κατάμουτρα την αλήθεια;»

«Σε τέτοιους ανθρώπους δεν έχει νόημα ό,τι και να πεις. Και να ξέρεις, με το ξέσπασμά σου της έδωσες αξία και θα κακολογεί και εσένα τώρα!»

«Μπορεί όμως και να σκεφτεί ότι έχει άδικο!» επέμενε η Σταματίνα.

«Οι εμμονικοί με τον εαυτό τους άνθρωποι δεν αλλάζουν γνώμη, ούτε δίνουν ποτέ άδικο στον εαυτό τους. Πιο πιθανό να σκέφτηκε ότι τα ‘χεις τακιμιάσει με τη νύφη της και αν το πάει κι ένα βήμα παραπέρα, που θα το πάει, θα πει ότι η νύφη της τη διαβάλλει και θα έχει κι άλλο λόγο να λέει εναντίον της…»

«Μα αυτή το κάνει! Αυτή διαβάλλει!» διαμαρτυρήθηκε αγανακτισμένη η Σταματίνα.

«Αυτή δεν πιστεύει ότι το κάνει…» της είπε μαλακά η μάνα της. «Όπως κι εσύ δεν πιστεύεις ότι ήσουν αγενής, ενώ ήσουν…»

Η Σταματίνα έπεσε σε περισυλλογή.
«Εντάξει, μητέρα, κατάλαβα…» είπε η Σταματίνα έπειτα από λίγο. «Ο καθένας πιστεύει αυτό που θέλει να πιστέψει και κανείς δεν μπορεί να του αλλάξει γνώμη! Και για σένα είναι πιο σημαντικό το να μη φανείς αγενής από το δίκιο! Μα να ξέρεις, ένα ψέμα που το λένε πολλές φορές, στο τέλος γίνεται πιστευτό ως αλήθεια και αυτό προσπαθεί να κάνει αυτή η γυναίκα. Εγώ όμως δε το δέχομαι αυτό και δε θα σταματήσω να ξεμπροστιάζω τους ψεύτες, γιατί δε θέλω τα παιδιά μου να μεγαλώσουν και να αποδέχονται το άδικο και την κακία για να είναι ευγενικά, δηλαδή αποδεκτοί στην κοινωνία υποκριτές!» και χωρίς προειδοποίηση πάρκαρε μπροστά από ένα ζαχαροπλαστείο. «Μισό λεπτό…» είπε στη μάνα της.

«Τι θες να…»

«Έχει το αγαπημένο γλυκό της πεθεράς μου, αν μη τι άλλο σήμερα την εκτίμησα ακόμη περισσότερο, γιατί είναι ένας ειλικρινής, δίκαιος άνθρωπος, δεν κρύβεται πίσω από θεατρινισμούς και “ευγένειες”, μου τα χώνει, της τα χώνω, τα συζητάμε, τα βρίσκουμε…».

Αναστασία Χ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading