[Σημείωση: Φέτος (2024), εκτός απροόπτου, θα δημοσιευτεί το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματός μου σε συνέχειες, «Η Εντολή της Κόμισσας». Μέχρι τότε, θα δημοσιευτούν μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς ή και τοποθεσίες/γεγονότα (με εξαίρεση τα υπαρκτά μέρη ή πραγματικά γεγονότα, που αμφότερα χρησιμοποιούνται κατά τρόπο μυθιστορηματικό) αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
***
Οι Κόριγκαν του Φόρεστι
του Τζον Μπάρλοου
(Τεύχος Ιουλίου, 1872, σελ. 3-20)
Αγαπημένε μου αναγνώστη,
Αυτή είναι η πρώτη ιστορία που δημοσιεύεται στο νέο αυτό περιοδικό. Όπως θα διαπιστώσεις, αφορά έναν μύθο της αγγλικής λαογραφίας που παίρνει σάρκα και οστά, με πολύ δυσάρεστες συνέπειες για τους ανθρώπους που βρίσκονται στο διάβα του, ένα μοτίβο που θα δούμε και σε άλλες ιστορίες.
Δεν θα σου κρύψω ότι το διήγημα που πρόκειται να διαβάσεις θα σε φέρει σε αμηχανία. Θα προκαλέσει τα πιο βαθιά σου ένστικτα, τις πιο μύχιες ανησυχίες σου.
Η γνώμη του συγγραφέα του παρόντος διηγήματος είναι αυτό να μη διαβαστεί νύχτα και υπό το ελάχιστο φως των κεριών ή του τζακιού.
Γιατί η φρίκη της οικογένειας Μέισερ θα γίνει δική σου, αγαπημένε μου αναγνώστη.
Είθε η δική σου μοίρα να είναι καλύτερη των κατοίκων του μικρού χωριού Φόρεστι.
Το χωριό Φόρεστι ήταν ένα απομονωμένο μέρος της Νοτιοδυτικής Αγγλίας. Αποτελούσε τμήμα της κομητείας Χέρεφορντσάιρ, αλλά λίγοι άνθρωποι ήξεραν ότι υπάρχει και αυτή η κοινότητα κάπου στην ευρύτερη περιοχή που κατοικούν. Αλλά αυτό δεν μπορούμε να το θεωρήσουμε ως κάτι αξιοπερίεργο, αφού το Φόρεστι θα το έβρισκε κανείς μόνο αν επέλεγε να πάει στο Σροπσάιρ διασχίζοντας το μεγάλο δάσος, αντί του συντομότερου δρόμου του Κλεντ Χιλς.
Η ιστορία του χωριού ξεκινούσε από το 1645, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Εμφύλιου Πολέμου, όταν, λόγω των συρράξεων και της δυσβάσταχτης φορολόγησης, κάποιοι πολίτες από το Χέρεφορντ αναγκάστηκαν να φύγουν από τα σπίτια τους, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Δέκα οικογένειες βρήκαν καταφύγιο στην πεδιάδα που περιβαλλόταν από το μεγάλο δάσος, όπου και αποφάσισαν να ξεκινήσουν τη δική τους φιλειρηνική κοινότητα, με την ενορία τους και τη βουκολική ζωή τους, μακριά από τους βασιλικούς και τους βουλευτές και τους στρατούς τους που πάλευαν αναμεταξύ τους. Για σχεδόν δύο αιώνες, ευημερούσαν στο Φόρεστι. Η κτηνοτροφία ήταν η βασική πηγή που απέφερε στους κατοίκους του Φόρεστι τα χρήματα για να βελτιώσουν τα κτίσματα που κατείχαν. Είχαν συνδιαλλαγές κυρίως με εμπόρους από άλλες, μεγάλες πόλεις, όπως η πάλαι ποτέ πατρίδα τους, το Χέρεφορντ, που είχαν ανακαλύψει ότι οι πελάτες τους αρέσκονταν στο γάλα, το βοδινό και το χοιρινό κρέας από το Φόρεστι. Στο χωριό είχαν και ευχάριστες μαζώξεις, σε γάμους, βαφτίσεις και στις θρησκευτικές γιορτές, που οι περισσότερες γίνονταν στο μοναδικό μπαρ του Φόρεστι, όπου οι άνθρωποι συγκεντρώνονταν φορώντας τα καλύτερα ενδύματα που διέθεταν, γελούσαν και τραγουδούσαν και φώναζαν και χαρτόπαιζαν και κερνούσαν μπίρα και κρασί ο ένας τον άλλο. Οι χωρικοί αυξάνονταν και πληθύνονταν, αν και ποτέ το χωριό δεν απαρίθμησε πάνω από εκατό ψυχές, κυρίως λόγω των αρρωστιών που χτυπούσαν γονείς, παππούδες και παιδιά, προξενώντας συχνά τον θάνατο, μιας και όλα αυτά τα χρόνια αντιμετώπιζαν μοναχοί τους το όποιο κακοπάθημα τούς έβρισκε. Αυτούς τους αιώνες της ύπαρξής του, το Φόρεστι είχε μόνο τρεις γιατρούς, που ελάχιστα μπορούσαν να κάνουν με τα πενιχρά μέσα που διέθεταν. Ωστόσο, δεν υπήρξε ποτέ κάποια μεγάλη φυγή ανθρώπων από το Φόρεστι, αν και κατά καιρούς κάποιος φιλομαθής νεαρός αποφάσιζε ότι δεν ήθελε να ζει σε ένα απομονωμένο χωριό ή κάποιος γυρολόγος κατάφερνε να κλέψει κάποια ερωτοχτυπημένη νεαρή που θα πήγαινε οπουδήποτε, αρκεί να ήταν μαζί του. Αλλά αυτά τα περιστατικά ήταν σπανιότατα και έτσι το Φόρεστι άκμαζε με τους δικούς του ρυθμούς, δίνοντας ελπίδες στους κατοίκους ότι κάποτε, μετά από αιώνες επί αιώνων ίσως, θα γίνονταν μια τεράστια πόλη, όπως το Λονδίνο.
Αλλά μια ατυχής απόφαση που προήλθε από μια, ομολογουμένως, μαλθακή ιδιοτροπία, έμελλε να συνταράξει ανεπανόρθωτα το Φόρεστι. Ήταν μια σύγκλιση συγκυριών, από εκείνες που δεν συμβαίνουν συνεχώς, μα που, άπαξ και τύχουν, ενδέχεται να έχουν συντριπτικά αποτελέσματα, όπως δηλαδή συνέβη και με την περίπτωση του Φόρεστι και όπως συμβαίνει μέχρι και στο Κοινοβούλιο.
Το Κακό που θα έβρισκε το Φόρεστι, ξεκίνησε στην οικία της οικογένειας Μέισερ, όπου ο Άνταμ Μέισερ καθόταν στην καρέκλα πλάι στο τζάκι και κάπνιζε και έπινε μπράντι με τσάι, όσο η νεαρότερη σύζυγός του, η Μαίρη, θήλαζε τον τριών μηνών γιο τους, τον Τζόναθαν. Το μωρό είχε σταματήσει να κλαίει από την στιγμή που η μητέρα του το πήρε στην αγκαλιά της και του προσέφερε την πηγή της ζωής του, για να τραφεί με το ζεστό, όμοιο με το ιχώρ των θεών, γάλα που απέρρεε από το μητρικό στήθος. Η Μαίρη προσπαθούσε να νανουρίσει τον Τζόναθαν, ψέλνοντάς του παιδικά τραγούδια που ήξερε από την μητέρα της, ο Θεός να αναπαύει την ψυχή αυτής και του αείμνηστου πατέρα της. Το μωρό μισόκλεινε τα μάτια του, απολαμβάνοντας το δείπνο του, δίνοντας την ίδια στιγμή την ευκαιρία στους γονείς του να ηρεμήσουν από τις άναρθρες κραυγές του. Όταν ήταν μόνη της με τον Τζόναθαν, η Μαίρη δεν παραπονιόταν για το κλάμα του και τα παράπονά του, αλλά, όταν ήταν παρών και ο Άνταμ, αδυνατούσε να μείνει ψύχραιμη, μιας και ο σύζυγός της δεν έδειχνε την ίδια κατανόηση, κάτι που το γνώριζε και ο ίδιος. Λίγο πριν αρχίσει τις δικές του φωνές, ο Άνταμ έπιανε τον εαυτό του να αναρωτιέται γιατί είχε γεννηθεί έτσι ο γιος του, γιατί έπρεπε να φωνάζει τόσο πολύ και τόσο συχνά μέσα στην ίδια μέρα. Αναρωτιόταν αν ήταν και ο ίδιος έτσι, όμως, ενθυμούμενος τους δικούς του γονείς που δεν έδειχναν ανοχή προς τους γιους και τις κόρες τους, ήξερε ότι η δική του περίπτωση ήταν πολύ διαφορετική από του Τζόναθαν, τον οποίο κακομάθαινε η Μαίρη με την ήπια στάση της. Ίσως ευθύνονταν οι θάνατοι στις οικογένειες και των δύο που τους είχαν συνταράξει: ο Άνταμ είχε χάσει τους δύο αδερφούς του και την μία αδερφή του, ενώ η Μαίρη είχε χάσει σε μικρή ηλικία την μητέρα της. Ή μπορεί και να έφταιγε που εκείνη έμενε στο σπίτι με τον μικρό, ενώ ο Άνταμ αναγκαζόταν να είναι έξω, στο μαντρί ή στο δάσος, φροντίζοντας τα γουρούνια και τα πρόβατα και τα σκυλιά, τα οποία και αυτά διαμαρτύρονταν, πολλές φορές για λόγους που ο Άνταμ αδυνατούσε να καταλάβει, παρότι από μικρό παιδί ασχολιόταν με ζώα σαν αυτά. Όταν τύχαινε ένα αντίστοιχο περιστατικό, ο νέος άνδρας ήθελε να πάρει το τσεκούρι ή το μαχαίρι για το κυνήγι του και να δώσει ένα καλό μάθημα ειδικά στα σκυλιά, το γάβγισμα των οποίων ήταν το χειρότερο από όλων των ζώων, γιατί ήταν το πιο δυνατό, μα και το πιο επίμονο και το πιο αναπάντεχο, αφού τα αναθεματισμένα ό,τι και να έβλεπαν τα αναστάτωνε και με τη σειρά τους αναστάτωναν τον ίδιο τον Άνταμ, που αργότερα καλούνταν να αντέξει και τα παράπονα του γιου του. Ήξερε ότι αυτές οι σκέψεις δεν ήταν σωστές και πως αμάρτανε στα μάτια του Θεού, δε χρειαζόταν τον πάστορα να του το επιβεβαιώσει (αν και ούτε ο ίδιος ο πάστορας Τζέιμς ήταν κατά της χρήσης του βούρδουλα για τα κακομαθημένα παιδιά), όμως η κούραση από τις δουλειές, το κρύο και οι άλλες δυσκολίες που τον ταλαιπωρούσαν, τον ανάγκαζαν να μην έχει όση υπομονή χρειαζόταν να διαθέτει ένας πατέρας προς το παιδί του. Τώρα, όπως και άλλες φορές, ο Άνταμ ζήλεψε την ηπιότητα του χαρακτήρα της Μαίρης. Κι αυτό τον έκανε να νιώθει περισσότερες ενοχές για τον εαυτό του, γιατί γνώριζε ότι η δική του μη ανεκτική συμπεριφορά επηρέαζε αντίστοιχα και την Μαίρη, γεγονός που από την μια ήταν αναμενόμενο και πρέπον για μια σύζυγο, αλλά από την άλλη ο Άνταμ την αγαπούσε ως έχει και δεν θα ήθελε να αλλάξει το ποιόν της, και μάλιστα εξαιτίας του.
Μια βροντή ακούστηκε κάπου μακριά, υπενθυμίζοντας στην οικογένεια Μέισερ ότι οι βροχές θα άρχιζαν ξανά κάποια στιγμή. Η βροντή τρόμαξε τον Τζόναθαν, που αναδεύτηκε στην αγκαλιά της μητέρας του. Η Μαίρη, όμως, συνέχισε να του τραγουδάει με την απαλή φωνή της, κι έτσι το μωρό δεν έβαλε ξανά τα κλάματα. Ωστόσο, εκείνη κοίταξε για λίγο τον άντρα της. Όπως και η ίδια, έτσι κι αυτός είχε ανησυχήσει. Γιατί, ακολουθώντας το παράδειγμα όλων των κατοίκων του Φόρεστι, οι δύο σύζυγοι Μέισερ φοβούνταν όταν σταματούσαν οι βροχές, μιας και τότε, απ’ ό,τι λεγόταν, έβγαιναν από τις κρυψώνες τους όλοι οι διάβολοι που μάστιζαν τα δάση της Αγγλίας, και αυτό που περικύκλωνε το χωριό τους δεν αποτελούσε εξαίρεση.
Ο Άνταμ φίλησε τον σταυρό που είχε περασμένο στον λαιμό του και αναστέναξε, κράτησε την πίπα του με το ένα χέρι και με το άλλο, όπως έκανε συχνά, ήπιε μονορούφι το υπόλοιπο ποτό του, που έκαψε τον λαιμό του, αλλά ικανοποίησε την ψυχή του. Έβηξε ελαφρώς. Το μπράντι, που ήταν περισσότερο από το τσάι στο φλιτζάνι, είχε ήδη αρχίσει να τον χαλαρώνει και να μεθάει το μυαλό του. Ο Άνταμ έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή και ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας. Έπειτα, κοίταξε την σύζυγο και τον γιο τους, που κάθονταν στο μοναδικό κρεβάτι του σπιτιού. Δίχως να σκέφτεται τη δική του συμπεριφορά, πλέον, πρόσεξε ότι τα ξανθά μαλλιά της Μαίρης ήταν μουσκεμένα από τον ιδρώτα, με τις τούφες κάτω από το άσπρο σκουφάκι της να της δίνουν πιο πολλή χάρη, τονίζοντας την νεότητα και την ομορφιά της, ενώ ο γαλήνιος Τζόναθαν, που μόνο το κεφαλάκι του ξεχώριζε κάτω από τα φασκιώματά του, αγαλλίαζε τον Άνταμ. Αυτή η τόσο γλυκιά εικόνα των δύο αγαπημένων του προσώπων του θύμιζε πόσο τους αγαπούσε και ότι θα έκανε τα πάντα για αυτούς. Αποφάσισε να κρατήσει αυτή τη σκέψη για λίγο, σφραγίζοντας ξανά τα μάτια του, με τον ήχο των καιόμενων ξύλων να επικαλύπτει τη σκοτεινιά που επικρατούσε έξω από το σπίτι. Ο Άνταμ άφησε το ποτήρι να πέσει στην αγκαλιά του, ενώ ο ίδιος αποκοιμιόταν.
Κάποια στιγμή, η Μαίρη τον σκούντηξε και τον ξύπνησε. Ο Άνταμ την είδε να έχει λυγίσει τα γόνατά της και να στέκεται δίπλα του. Αν και ήταν εμφανώς κουρασμένη, του χαμογελούσε. Ο Άνταμ ανταπέδωσε το χαμόγελο, όμως ένιωσε πως κρύωνε, γεγονός που τόνισε και η Μαίρη: «Συγνώμη, αγάπη μου, που σε ξύπνησα, αλλά χρειαζόμαστε ξύλα. Η φωτιά κοντεύει να σβήσει».
Ο Άνταμ κοίταξε προς το τζάκι. Είδε πως οι στάχτες είχαν κατακαθίσει και πως πράγματι οι φλόγες είχαν περιοριστεί σε διάσπαρτα σημεία των τελευταίων ξύλων. Το φως του σπιτιού είχε κι αυτό μειωθεί, περιορίζοντας την ορατότητα. Ο Άνταμ αναθεμάτισε που για άλλη μια φορά είχε ξεχάσει να φέρει κι άλλα κούτσουρα από την αποθήκη τους. Ήταν μια κακή συνήθεια που την είχε μόνο αυτός από τα αδέρφια, τους γονείς και τους άλλους συγγενείς του. Δεν λησμονούσε τόσες άλλες δουλειές που είχε καθημερινά ή και πιο σπάνια, αλλά θα ξεχνούσε να φέρει όσα από τα αναθεματισμένα τα ξύλα χρειάζονταν, για να παραμείνει ζεστό το σπιτικό τους, μέχρι το πρωί.
«Να πάρει η ευχή» είπε. Κοίταξε την Μαίρη. «Πάλι τα ξέχασα, ε;»
Ο Άνταμ έπαιζε ενίοτε χαρτιά στο μπαρ, αλλά σχεδόν ποτέ δεν κέρδιζε. Όμως, αν υπήρχε ένα στοίχημα που θα το κέρδιζε πάντα, αυτό ήταν η αντίδραση της γυναίκας του στην ακόλουθη λεκτική συνδιαλλαγή. Η Μαίρη χαμογέλασε, γιατί ήξερε τι θα γινόταν στη συνέχεια. Είπε «Θα πήγαινα εγώ, αγάπη μου, αλλά μπορεί ο Τζόναθαν να ξυπνήσει και να αρχίσει πάλι τις φωνές. Ξέρεις ότι το κάνει πολλές φορές αυτό. Τον ταΐζω, κοιμάται, αλλά πετάγεται μετά από λίγο και αρχίζει τα κλάματα. Είσαι κουρασμένος, το ξέρω, αλλά…».
«Εντάξει, αγάπη μου» τη διέκοψε ο Άνταμ. «Θα πάω να φέρω κι άλλα ξύλα». Έβαλε την πίπα στο στόμα του και σηκώθηκε από την καρέκλα. Περπάτησε ως το κρεβάτι του μωρού, το φίλησε στο μέτωπο και του είπε να παραμείνει ήρεμο και να κοιμηθεί γαλήνια, και μετά, αφού ξεκρέμασε και φόρεσε το πανωφόρι του από τον καλόγερο δίπλα στην πόρτα, έπιασε το χερούλι, αλλά δεν άνοιξε. Αποτόλμησε μια ματιά έξω από το παράθυρο. Δεν υπήρχε τίποτα να δει, πέραν των σκιών που βασίλευαν. Ο Άνταμ, που δεν ήθελε να δείξει στην Μαίρη πως φοβόταν να βγει, δάγκωσε το χείλος του όπως συνήθιζε και γύρισε προς το μέρος της. Έκανε μια πολύ αστεία γκριμάτσα και ρώτησε «Πάλι τα ξέχασα τα ξυλαράκια, ε;». Ήταν ένα παιχνίδι που είχαν βρει σχεδόν από την αρχή της γνωριμίας τους, ένας ευχάριστος τρόπος για να απελευθερώνουν τους εαυτούς τους από τα δεινά της ψυχής τους.
Όπως το περίμενε ο άντρας της, η Μαίρη κάλυψε το στόμα της, για να μην γελάσει δυνατά. Απλά, κατένευσε, κοιτώντας τον Άνταμ κατάματα. Στο βλέμμα της υπήρχε απεριόριστη αγάπη και μια σφοδρή επιθυμία να συνεχίσει να βλέπει αυτόν τον μορφασμό του άντρα της. Αλλά υπήρχε και μια παράκληση στη ματιά της Μαίρης: του ζητούσε να βγει, πριν λυθεί στα γέλια και ξυπνήσει τον Τζόναθαν. Ο Άνταμ σκέφτηκε να κάνει μια ακόμα γκριμάτσα, δήθεν παραπονιάρικη αυτή τη φορά, αλλά αποφάσισε πως θα ήταν υπερβολικό από μέρους του. Έτσι, σήκωσε το φανάρι από το φασκιωμένο δάπεδο, το άναψε, φόρεσε το κασκόλ του, άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το σπίτι.
Σκοτάδι και κρύο βασίλευε και το πυκνό δάσος που απλωνόταν γύρω από το χωριό Φόρεστι προς πάσα κατεύθυνση, έμοιαζε να κρύβει τόσους πολλούς κινδύνους, όσο και μια φωλιά φιδιού που είναι γεμάτη μικρά δηλητηριώδη ερπετά, που προετοιμάζονται για την ημέρα που θα βγουν στην επιφάνεια και θα ρημάξουν όποια ζωντανή και αδύναμη ψυχή μυριστούν. Ο ποταμός Γουάι, που περνούσε παράλληλα και έξω από το χωριό και που χώριζε το δάσος σε δύο πλευρές, παρέδιδε απλόχερα στους κατοίκους και τα ζωντανά τους το πολύτιμο νερό του. Από τις καμινάδες των λίγων σπιτιών που αποτελούσαν το Φόρεστι έβγαινε καπνός, καθώς οι κάτοικοι δεν είχαν ακόμα αποσυρθεί στις κλίνες τους, αλλά έμεναν κοντά στη φωτιά που είχαν ανάψει στο τζάκι για να ζεσταθούν οι ίδιοι και το φαγητό τους. Κανείς, όμως, δεν κυκλοφορούσε στους χωματόδρομους που ελίσσονταν ανάμεσα στα σπίτια ή στις αυλές, γιατί και κρύωναν και φοβούνταν το σκοτάδι και την ομίχλη που έπλεε στο χωριό, τυφλώνοντας ακόμα και τους καλύτερους και πιο γενναίους κυνηγούς, μερικοί από τους οποίους ζούσαν και στο Φόρεστι. Ο πάστορας με την πρεσβυτέρα του είχαν φύγει από ώρα από τον ναό, ενώ ο φούρναρης και η σύζυγός του θα αργούσαν να ξεκινήσουν την καθημερινή δουλειά τους, αφού σιγουρεύονταν ότι τα φανάρια τους αρκούσαν για να τους οδηγήσουν μέχρι το φούρνο του χωριού, δίχως να σκοντάφτουν σε πέτρες ή φράχτες και χωρίς να τσαλαβουτούν στα παγωμένα λασπόνερα που είχαν δημιουργήσει οι βροχές των προηγούμενων ημερών. Ο γερο-Ντόρερ είχε κλείσει το μπαρ του από τις οκτώ, όπως συνήθιζε το χειμώνα, αφού, και να ήθελε κάποιος ανόητος συγχωριανός του να πάει να πιει, εκείνος αδιαφορούσε, γιατί ήταν από τους ανθρώπους που φοβούνταν πάρα πολύ το άναστρο σκοτάδι και την ομίχλη που το συνόδευε, και έδινε μεγάλη σημασία στις διαδόσεις των επισκεπτών ή του πάστορα, που είχαν αναφέρει κατά καιρούς ότι άνθρωποι χάθηκαν κάποιο βράδυ στο δάσος και κανείς δεν τους είδε ποτέ ξανά. Τα ζωντανά, δε, που παρείχαν τροφή και έσοδα στους κατοίκους ήταν στα μαντριά τους ή κρυμμένα σε κάποια αποθήκη ή λαγούμι.
Ήταν μια ακόμα αδηφάγα νυχτιά στο Φόρεστι που κανένας άνθρωπος δεν θα έπρεπε να βγει από την ασφάλεια και την ζεστασιά του σπιτιού του. Ο Άνταμ σκέφτηκε να γυρίσει και να εξαφανιστεί από το σκοτάδι που απλωνόταν γύρω του, αλλά δεν το έκανε, γιατί ήξερε ότι χρειάζονταν αυτά τα επιπλέον ξύλα, για να διατηρήσουν τη φωτιά αναμμένη και το σπίτι ζεστό, ενώ και ο Τζόναθαν δεν θα ξυπνούσε λόγω του κρύου που θα επικρατούσε αν έσβηνε από τώρα η φωτιά στο τζάκι. Ο Άνταμ, όντας ακόμα λιγάκι μεθυσμένος, έβρισε τον εαυτό του που ο νους του πήγαινε συνεχώς στον γιο του με αυτόν τον τρόπο. Αγαπούσε τον Τζόναθαν και, επανέλαβε μέσα του, θα έκανε τα πάντα για αυτόν και την Μαίρη, και δεν έπρεπε να σκέφτεται ότι προτιμούσε να είναι κοντά στον μικρό κυρίως όταν κοιμόταν. Ο Άνταμ τύλιξε το πανωφόρι πάνω στο σώμα του, κοίταξε ψηλά, στον άναστρο, σκοτεινό ουρανό, και παρακάλεσε τον Κύριο να τον συγχωρήσει και να του δώσει υπομονή.
Ύψωσε το δεξί του χέρι με το φανάρι μπροστά και κίνησε για την αποθήκη που είχαν. Εκτός από τις πατημασιές του ιδίου και από τα φύλλα που κουνιούνταν στα δέντρα και στους κήπους των σπιτιών, δεν ακουγόταν τίποτα άλλο, ούτε καν τα σκυλιά από την απέναντι πλευρά από εκεί που ήταν η αποθήκη ή οι περιφερόμενες γάτες του χωριού. Αυτό κι αν ήταν περίεργο, σκέφτηκε, μιας και σχεδόν κάθε βράδυ τα σκυλιά γάβγιζαν πριν αποκοιμηθούν, και δεν κοιμούνταν τόσο νωρίς. Αν και τον εκνεύριζαν συχνά, τώρα όφειλε να παραδεχτεί ότι ήταν αλλόκοτο και ανησυχητικό που τα σκυλιά ήταν σιωπηλά. Θα προτιμούσε να ακούγονται τα γρυλίσματά τους, ακόμα και να τσακώνονται μεταξύ τους, παρά να μοιάζουν λες και είχαν πιει κάποιο φαρμάκι. Τον προβλημάτισε αρκετά αυτή η σκέψη, τόσο που αναρωτήθηκε αν έπρεπε να πάει να ελέγξει αν ήταν καλά. Εκείνη τη στιγμή, πέρασαν από τον νου του όλες οι διαδόσεις για το δάσος και για τους υπηκόους του Σατανά που κυκλοφορούσαν τις νύχτες και που άρπαζαν άτυχους διαβάτες. Δεν έφτιαξε κάποια ολοκληρωμένη εικόνα στο μυαλό του, για τα πιθανά τέρατα που ίσως κυκλοφορούσαν τα βράδια στο Φόρεστι και του τι μπορεί να είχαν κάνει στα σκυλιά του, κυρίως γιατί δεν υπήρχαν φήμες για νεκρά ζώα, ωστόσο μια ενοχλητική σφήνα καρφώθηκε τόσο βαθιά, που δεν μπορούσε να την αποβάλει.
Ο Άνταμ συνέχισε να περπατάει, νιώθοντας δυσοίωνα μόνος, καθώς υπήρχε μόνο το δριμύ αγγλικό ψύχος και η αβυσσαλέα απεραντοσύνη του σκότους, με σύμμαχο την ομίχλη που πλανιόταν στο χωριό. Ο Άνταμ ήξερε, φυσικά, ότι στην απέναντι πλευρά του δρόμου και στα δεξιά και αριστερά του σπιτιού τους έμεναν οι Γκρέιαμ, οι Τίπερ, οι Σάδερν, οι Ντόρερ, οι εναπομείνασες αδερφές του ίδιου του Άνταμ με τις οικογένειές τους, αλλά και όλοι οι άλλοι συγχωριανοί του, που αναπαύονταν, συζητούσαν, γελούσαν, έπαιζαν εντός των σπιτιών τους, ενώ αυτός είχε βγει λες και ήταν κάνας τεμπέλης που αναζητούσε τρόπους να αρπάξει κάνα γερό κρύωμα και έτσι να γλιτώσει τις δουλειές που έπρεπε να κάνει. Ήξερε ότι όλοι αυτοί οι τόσο οικείοι του άνθρωποι ζούσαν μόλις λίγο πιο πέρα από τον ίδιο και θα μπορούσαν γρήγορα να έρθουν κοντά του, αν τους καλούσε, όμως αυτή η τόσο απειλητική νύχτα τον αποθάρρυνε από το να ελπίζει και του προκαλούσε απύθμενο φόβο. Ο Άνταμ συνέχισε να περπατάει και να ψιθυρίζει προσευχές, όπως τους είχε κατηχήσει ο πάστορας Τζέιμς να κάνουν όταν ένιωθαν τις δυνάμεις του Σατανά να τους γυροφέρνουν.
Ο Άνταμ δεν είχε μετρήσει ποτέ την απόσταση από το σπίτι ως την αποθήκη, αλλά υπολόγιζε πως δεν πρέπει να απείχε πάνω από επτά οκτώ βήματα. Ήξερε τον κήπο τους όπως ήξερε το ίδιο του το σώμα, όμως τώρα που δεν έβλεπε ούτε άκουγε κάτι οικείο του, αισθανόταν μεγάλη ανασφάλεια. Για αυτό και σταμάτησε τρεις φορές, για να ξαναρχίσει να προχωράει δειλά-δειλά. Οι μυρωδιές, βέβαια, του Φόρεστι, οι κοπριές από τα ζώα και οι ευωδίες των φυτών, ήταν εκεί, αλλά δεν τον βοηθούσαν να νιώσει πολύ καλύτερα. Θα ήθελε, είναι η αλήθεια, να έχει μαζί του το τσεκούρι του ή ένα μαχαίρι ή το κυνηγετικό τουφέκι του, όπλα που τα είχε πάντα στο σπίτι και όχι στην αποθήκη, μια ιδέα ασφαλείας που είχε σκαρφιστεί ο πατέρας του. Αλλά η βιασύνη και η παιχνιδιάρικη διάθεση που είχε όταν ανέλαβε την αποστολή τον έκαναν να λησμονήσει να πάρει μαζί του ένα όπλο. Ρόλο έπαιξαν κι άλλοι παράγοντες, όμως: το ότι θα πήγαινε μονάχα ως την αποθήκη του, ότι τα ξύλα ήταν ήδη κομμένα και μαζεμένα σε σωρούς και πως εκεί μέσα είχε αγροτικά εργαλεία που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αν του ριχνόταν κανείς. Αλλά όσο ήταν έξω, σε αυτή την θεωρητικά μικρή απόσταση από το ένα κτίσμα ως το άλλο; Δεν είχε τίποτα πάνω του, πέραν από το φανάρι, που δεν θα το χάλαγε, γιατί μετά δεν θα έβλεπε ούτε τα χέρια του. Όμως, στο μυαλό του κυριαρχούσε η οικογένειά του, κι αυτή, αν και δεν ξεπερνούσε κάθε μύχιο φόβο, ωστόσο του έδινε την απαραίτητη ώθηση για να συνεχίσει.
Έκανε δύο βήματα ακόμα, όταν του φάνηκε πως άκουσε για πρώτη φορά άλλους ήχους εκτός του ιδίου και των φυτών. Ο Άνταμ σταμάτησε και έστησε αυτί. Σιγουρεύτηκε πως δεν είχε κάνει λάθος: πράγματι ακούγονταν κάποιοι ήχοι, διακοπτόμενα ορισμένες φορές, αλλά γρήγορα κάποιες άλλες. Άκουγε το λασπωμένο έδαφος του Φόρεστι να διαταράσσεται, αλλά δεν ήξερε από τι. Θα έπαιρνε όρκο ότι αυτά που άκουγε ήταν βήματα μικρόσωμων ανθρώπων ή ζώων. Ο Άνταμ ξεροκατάπιε, το στόμα του έτρεμε. Η πίπα του, που στο μεταξύ είχε σβήσει, παραλίγο να του πέσει, αλλά όχι μόνο δεν την άφησε να χαθεί στο παγωμένο έδαφος, παρά την έσφιξε με τα δόντια του, γιατί είχε διαπιστώσει ότι αυτή η συνήθεια τον βοηθούσε όταν δεν ήξερε τι να κάνει. Περίμενε λίγο και μετά γύρισε απότομα, με το φανάρι προτεταμένο. Κοίταξε δεξιά και αριστερά, πίσω και εμπρός.
Προσπάθησε να διακρίνει τι υπήρχε, τι κυκλοφορούσε μέσα στην ομίχλη. Κάτι κινήθηκε πλάι του, αλλά όταν έστρεψε το φανάρι προς τα εκεί, δεν είδε τι ήταν. Κάτι πέρασε από την άλλη πλευρά, μα και πάλι χάθηκε πριν καταφέρει ο Άνταμ να το δει. Κάτι φάνηκε να κακαρίζει ούτε τέσσερα βήματα από εκείνον, όμως ήταν κρυμμένο καλά και ο Άνταμ δεν θα ρίσκαρε να κάνει πίσω, να απομακρυνθεί από την αποθήκη, για να το γυρέψει.
Σκέφτηκε να μιλήσει προς όποιον τον περιέπαιζε ή να διώξει το ζώο που κυκλοφορούσε άτακτα, σαν να είχε χαθεί, αλλά ήταν τόσο φοβισμένος και κρύωνε τόσο πολύ, που δεν είχε την αντοχή να του κάνει το χατίρι. Έχοντας καθαρίσει το μυαλό του σχεδόν εξ’ ολοκλήρου από το μπράντι, μάζεψε όλο του το κουράγιο και προχώρησε.
Ο Άνταμ παραλίγο να πέσει πάνω στην ξύλινη πόρτα της αποθήκης, αλλά μόνο οι κόμποι των δακτύλων του υψωμένου χεριού του χτύπησαν, κάνοντάς τον να μορφάσει, γιατί πιέστηκαν και από το φανάρι που κρατούσε. Έπιασε και γύρισε αμέσως το χερούλι και ευχαρίστησε τον Ύψιστο που άκουσε το οικείο σκλήρισμα της παλιάς πόρτας που άνοιγε. Φώτισε το χώρο γύρω του και μόρφασε από την κλεισούρα και τη σκόνη που ερέθισε την μύτη του. Η αποθήκη ήταν ένας τούβλινος χώρος μικρότερος από το ήδη μικρό σπίτι των Μέισερ, πολύ πιο κρύος, με μια σκεπή που χρειαζόταν συνεχώς επισκευή και με ιστούς αραχνών στις γωνίες. Εκεί είχαν τα κούτσουρα για τη φωτιά, εργαλεία και τροφές για τα ζώα και τους ίδιους, όλα τακτοποιημένα, για να ξέρουν πού είναι τι και να μην χάνουν χρόνο ψάχνοντας. Μπήκε στην αποθήκη και, σε μια φοβισμένη παρόρμηση της στιγμής, έκλεισε την πόρτα πίσω του, ξέροντας ότι, έτσι και προσπαθούσε κανείς να την ανοίξει στα κρυφά, ο Άνταμ θα το ήξερε ευθύς εξαρχής και θα άρπαζε κάποιο από τα εργαλεία του έγκαιρα.
Έμεινε για λίγο πίσω από την πόρτα, να κρυφακούει τι γινόταν απ’ έξω. Ευχήθηκε να μην ακούσει εκείνους τους παράξενους, σχεδόν ανθρώπινους θορύβους που θύμιζαν πατημασιές, ούτε τα κρωξίματα ή ό,τι άλλο ήταν αυτές οι φωνές. Την ίδια στιγμή, το μάτι του έπεσε στον πάγκο με τα εργαλεία, προσπαθώντας να διαλέξει ποιο θα ήταν καταλληλότερο για όπλο. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το Φόρεστι ήταν μία ουσιαστικά φιλειρηνική κοινότητα. Ο Άνταμ, όπως και οι περισσότεροι από τους άνδρες που είχαν ζήσει και ζούσαν στο Φόρεστι, κυνηγούσε ελάφια και λαγούς και αλεπούδες και λύκους, αν τύχαινε να βρουν στο διάβα τους, για να προλάβουν επιδρομές στα κοτέτσια ή στα μαντριά από αυτά τα άγρια ζώα. Υπήρχαν και κάποιες διαμάχες μεταξύ των κατοίκων, ειδικά όταν μεθούσαν στο μπαρ του γερο-Ντόρερ, αναγκάζοντάς τον να βγει από τον πάγκο του και να τους χωρίσει με περισσή άνεση για άνθρωπο της ηλικίας του, αλλά πάντα μόνιαζαν και δεν είχε συμβεί κάποιο πολύ σοβαρό περιστατικό, όπου να θρηνούσαν βαριά τραυματίες ή, χειρότερα, νεκρούς. Μερικές γροθιές και σπρωξίματα, πολύ αδέξια και για λίγο, ήταν οι κυριότερες εκφάνσεις βίας ανάμεσα στους χωριανούς. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν συνηθισμένοι σε ένοπλες αντιπαραθέσεις ή σε γενικά πολύ επικίνδυνες καταστάσεις, εξαιρουμένων φυσικά των ασθενειών. Οπότε ο Άνταμ δεν ήταν σίγουρος για το τι έπρεπε να κάνει αν κάποιος εφορμούσε στην αποθήκη. Μπορούσε μόνο να φανταστεί τι θα έκανε. Αλλά παρακαλούσε τον Θεό να μη χρειαστεί να το διαπιστώσει.
Παρότι οι ήχοι απ’ έξω συνεχίζονταν, ο Άνταμ θυμήθηκε ξανά την Μαίρη και τον Τζόναθαν και πως, όσο καθυστερούσε να φέρει τα ξύλα, αυτοί θα κρύωναν. Έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι, όχι μόνο για αυτόν τον λόγο, αλλά και γιατί, αν αργούσε, μπορεί η Μαίρη να αποφάσιζε να βγει, για να δει αν είναι καλά, κι αυτό ο Άνταμ επ’ ουδενί δεν το ήθελε. Όπως δεν ήθελε και το άλλο ενδεχόμενο, αυτό του να μπει κάποιος εισβολέας στο σπίτι και να βρει την γυναίκα και τον γιο του απροστάτευτους. Για αυτό, αγνόησε όσα άκουγε, άφησε το φανάρι σε έναν ξύλινο πάγκο με δρεπάνια, πιρούνες, γάντζους, σκαπάνη κ.ά. και έφτασε κοντά σε άλλον πάγκο, στο δάπεδο μπροστά από τον οποίο είχε ακουμπήσει τα ξύλα που προορίζονταν για κάψιμο. Μπορεί να μην είχε προνοήσει να φέρει πολλά κούτσουρα στο σπίτι, αλλά αυτά που άφησε στην αποθήκη τα είχε χωρίσει και δέσει σε δεμάτια, έτσι ώστε να μπορεί να κουβαλάει κάθε φορά όσα θέλει και όσο το δυνατόν πιο εύκολα. Θα μπορούσε, βέβαια, να χρησιμοποιήσει και το μικρό βαγόνι που είχε αφήσει έξω από την αποθήκη και το οποίο ήταν αυτό που έπαιρνε μαζί του όταν πήγαινε στο δάσος για να κόψει ξύλα, αλλά αποφάσισε πως, όταν έβγαινε από την αποθήκη, θα ήταν για μία φορά και μόνο για να πάει γρήγορα ως το σπίτι. Θα έπαιρνε λίγα δεμάτια και σχετικά ελαφριά, για να μη χάσει χρόνο με το να κατεβάζει ξύλα, να τα βάζει στο σπίτι, να γυρίζει στο βαγόνι, να κατεβάζει άλλα, και πάλι από την αρχή, μέχρι που να τελειώσουν, να επιστρέψει το βαγόνι κοντά στην αποθήκη και να γυρίσει στο εσωτερικό του σπιτιού του. Δεν θα ήθελε κάτι τέτοιο. Αυτό που κυρίως δεν ήθελε, ήταν να μένει ανοιχτή η πόρτα της οικείας του, όσο αυτός και η Μαίρη θα ήταν απασχολημένοι με τα ξύλα. Ακόμα και αν η Μαίρη έμενε με τον Τζόναθαν και ο Άνταμ έκανε όλη τη δουλειά μόνος, και πάλι θα υπήρχε μια ανοιχτή δίοδος για κάθε καταπατητή. Όχι, αποφάσισε, μία φορά θα γίνονταν όλα. Μία φορά θα έφερνε ξύλα, και τέλος. Έτσι κι αλλιώς, σε λίγη ώρα θα αποσύρονταν για ύπνο και η φωτιά θα έσβηνε, αλλά αυτοί θα είχαν τα κλινοσκεπάσματα για να τους προστατεύσουν από το κρύο. Το μόνο που χρειάζονταν ήταν μια μικρή αναθέρμανση του χώρου, για να κρατήσει παραπάνω η ζεστασιά.
Ο Άνταμ κούνησε τα χέρια του, για να ξεμουδιάσουν και για να τα προετοιμάσει για το βάρος που θα σήκωναν. Οι ήχοι έξω από την αποθήκη συνεχίζονταν, και μάλιστα έμοιαζαν να έχουν πλησιάσει και περικυκλώσει το μικρό κτίσμα, αλλά εκείνος δεν έδωσε σημασία, παρά έσκυψε και άρχισε να ψάχνει ποια δεμάτια θα έπαιρνε μαζί του. Όταν καταστάλαξε ποια μπορούσε να κουβαλήσει, τα έδεσε μεταξύ τους, τα φόρτωσε στην πλάτη του και στράφηκε προς την πόρτα της αποθήκης, για να πάει και να πάρει το φανάρι.
Αλλά τότε πρώτα είδε και μετά άκουσε την πόρτα να τραντάζεται. Αυτή τη φορά, οι ήχοι δεν ήταν διακεκομμένοι, παρά συνεχόμενοι. Το ξύλο υφίστατο απανωτά χτυπήματα και έμοιαζε έτοιμο να λυγίσει, ενώ τα κακαρίσματα ή κρωξίματα, ή ό,τι άλλες κραυγές ήταν αυτές, ήταν επίμονα και επιθετικά. Κάποιοι ήταν εκεί έξω και ήθελαν μανιωδώς να μπουν στην αποθήκη. Ο Άνταμ έσφιξε την πίπα του με τα δόντια του και απευθύνθηκε ξανά στον Θεό. Αλλά, διαπιστώνοντας ότι τα τραντάγματα δεν σταματούσαν, φώναξε «Όποιος κι αν είσαι, φύγε! Έχω όπλο! Τουφέκι, και είναι γεμάτο! Φύγε, γιατί θα σε πυροβολήσω!». Ρίσκαρε, και το ήξερε, αλλά έπρεπε κάπως να φοβίσει αυτούς που τον ενοχλούσαν.
Όμως, το κόλπο του δεν έπιασε. Όχι απλά δε φοβήθηκαν αυτοί, όποιοι κι αν ήταν, μα αντίθετα εξαπέλυσαν μια σφοδρή επίθεση, καταστρέφοντας την πόρτα της αποθήκης, και εμφανίστηκαν μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Άνταμ. Όντως, δεν ήταν μόνο ένας εισβολέας. Ούτε δύο ήταν, ούτε τρεις ή τέσσερις ή ακόμα και πέντε. Ήταν περισσότεροι. Δεκάδες. Έμπαιναν στην αποθήκη και ο χώρος γέμιζε ασφυκτικά, αποκλείοντας την ασφαλή έξοδο του Άνταμ.
«Τι;» αναρωτήθηκε εκείνος, που δεν μπορούσε να εξηγήσει αυτό που έβλεπε μπροστά του. Χωρίς να το καταλάβει, η πίπα έπεσε από τα χείλη του, ενώ ρωτούσε «Τι είστε εσείς;».
Έμοιαζαν με ανθρώπους, αλλά ήταν μικρόσωμοι, σαν δίχρονα παιδιά. Στο κεφάλι, πάνω από τα δύο κέρατα που ξεφύτρωναν από το μέτωπό τους, φορούσαν κόκκινο σκούφο, ενώ το αδύνατο σώμα του καθενός ήταν καλυμμένο με κάποια ολόσωμη καφετιά φορεσιά. Είχαν μακριά αυτιά, μεγάλη μύτη και χέρια με μακριά νύχια, ενώ τα πόδια τους έμοιαζαν σαν να προέρχονταν από κατσίκες. Το γενειοφόρο πρόσωπό τους ήταν γεμάτο ρυτίδες και βρομιές και τα μικροσκοπικά μάτια τους κοιτούσαν με μοχθηρία τον σαφώς πιο ψηλό και ογκώδη άντρα που έστεκε απέναντί τους.
Ο Άνταμ δεν ήξερε ποιον ή τι περίμενε να δει ότι θα εισβάλλει στην αποθήκη, αλλά σίγουρα δε φανταζόταν πως θα ήταν αυτά τα παράξενα ανθρώπινα πλάσματα. Του ήρθε να τα περιγελάσει και να τα διώξει, λες και θα έδιωχνε μερικά ενοχλητικά παιδιά, αλλά αφενός ήταν πάρα πολλά και αφετέρου ήταν τόσο αλλόκοτη η όψη τους, που ο φόβος του επανερχόταν. Καταλάβαινε πως ό,τι όντα και να ήταν δεν είχαν καλό σκοπό. Ήθελαν να τον βλάψουν, ένας θεός ξέρει πώς. Και αργότερα, πού αλλού μπορεί να πήγαιναν, αν όχι στο σπίτι του ή και στα άλλα σπίτια;
Τα κοντινότερα πλάσματα στέκονταν μόλις τρία βήματα μακριά του. Όλα τους κουνούσαν τα χέρια και έβγαζαν αυτούς τους κορακίσιους ήχους που είχε ακούσει νωρίτερα. Κάτι έλεγαν αναμεταξύ τους για αυτόν, γιατί τον έδειχναν με τα γαμψόνυχά τους. Ο Άνταμ είδε κάποια από αυτά που ήταν πιο πίσω, κοντά στη διαλυμένη πόρτα, να σπρώχνουν τα μπροστινά τους, που με τη σειρά τους έσπρωχναν αυτά που στέκονταν μπροστά από εκείνα. Σταδιακά, τα πλάσματα μείωναν την απόσταση. Κινούνταν εναντίον του Άνταμ, αλλά σαν να μη βιάζονταν.
Κάτι πρέπει να κάνω, σκέφτηκε εκείνος. Πρέπει να φύγω από εδώ, πριν με στριμώξουν τελείως. Του πέρασε από το μυαλό να τους φωνάξει, να προσπαθήσει να τα φοβίσει, αλλά το μετάνιωσε. Κάτι του έλεγε ότι δεν θα πετύχαινε. Όχι, αυτό που έπρεπε να κάνει ήταν να κινηθεί ξαφνικά και γρήγορα, ώστε να μην προλάβουν να αμυνθούν. Ο Άνταμ σήκωσε τα χέρια και έπιασε τα σχοινιά από τα δεμάτια που κουβαλούσε. Έπρεπε να ξεφορτωθεί το βάρος, για να μπορέσει να δραπετεύσει. Άρχισε να βγάζει το δεξί χέρι, όταν μια ιδέα του ήρθε κατά νου. Αναγκαζόταν να οπισθοχωρεί, ενώ κοιτούσε τα πλάσματα, που τον προσέγγιζαν σπρώχνοντας το ένα το άλλο, τη στιγμή που στην αποθήκη έμπαιναν όλο και περισσότερα πλάσματα. Τρία βήματα ακόμα και ο Άνταμ θα ακουμπούσε πάνω στον πάγκο με τις τροφές, που στηριζόταν στον τοίχο πίσω του, και τότε δεν θα μπορούσε να πάει πουθενά, γιατί στην αποθήκη δεν υπήρχε δεύτερη πόρτα ή κάποιο μεγάλο παράθυρο.
Αλλά δεν είχε σκοπό να τα αφήσει να τον κάνουν ό,τι ήθελαν. Ο Άνταμ απελευθέρωσε και τον αριστερό του ώμο, έπιασε και με τα δύο χέρια τα δεμάτια και, βγάζοντας μια κραυγή, πέταξε τα ξύλα πάνω στα πλάσματα. Ήταν νέος, ούτε καν τριάντα χρονών, αλλά πολύ δυνατός από τις αγροτικές δουλειές, οπότε μπόρεσε να ρίξει τα δεμάτια εύκολα προς τα πλάσματα. Πολλά από εκείνα καταπλακώθηκαν, βγάζοντας πονεμένα κακαρίσματα, ενώ τα υπόλοιπα που ήταν κοντά τους προσπαθούσαν να ξεφύγουν, για να μην πάθουν τίποτα. Ακούστηκαν και ήχοι σαν να σπάνε κλαδιά, ενώ ένα καφετί υγρό απλωνόταν κάτω από τα πλάσματα, μερικά εκ των οποίων γλιστρούσαν και έπεφταν, για να σηκωθούν ξανά.
Το αποτέλεσμα δεν ήταν ακριβώς αυτό που ήλπιζε ο Άνταμ, αλλά του αρκούσε, για να επιτεθεί ξανά. Άρπαξε ένα σακούλι με μήλα, σαφώς βαρύτερο από τα δεμάτια, έσφιξε τα χείλη του, το σήκωσε και το πέταξε και αυτό προς τα πλάσματα, σκοτώνοντας και τραυματίζοντας μερικά ακόμα, και αναστατώνοντας κι άλλο τα υπόλοιπα. Πριν τους δώσει την ευκαιρία να του ορμήσουν, ο Άνταμ αποφάσισε να τρέξει προς την πόρτα. Στο διάβα του, χρειάστηκε να αποφύγει τα σακιά και τα δεμάτια που είχε πετάξει στα πλάσματα, ενώ κλότσησε κάποια από αυτά. Αλλά ήταν πολλά ακόμα που έπρεπε να φύγουν από την μέση και ο Άνταμ είχε ήδη αρχίσει να κουράζεται από την προσπάθεια.
Τα εναπομείναντα πλάσματα πέρασαν στην αντεπίθεση. Έπεφταν μαζικά πάνω στον Άνταμ, σκαρφάλωναν στο σώμα του και τον δάγκωναν. Εκείνος πετούσε από πάνω του όσα μπορούσε, τραβώντας τα από τις φορεσιές τους ή από το κεφάλι τους, προσπαθώντας να μην τα αφήσει να τον ρίξουν χάμω, αλλά η δύναμή του στέρευε, ενώ έχανε και αίμα από τις πληγές που του προκαλούσαν. Αν δεν έβρισκε έναν τρόπο να ξεφορτωθεί αρκετά ώστε να αδειάσει η έξοδός του, θα τον σκότωναν. Δεν απείχε πολύ από την ξεχαρβαλωμένη πόρτα, αλλά τα αναθεματισμένα τον κρατούσαν μακριά της και τον τραυμάτιζαν. Ένα από αυτά, το τρίτο κατά σειρά, κατάφερε να φτάσει στο πρόσωπό του. Τον έπιασε από τα μαλλιά και, αντίθετα από τα άλλα δύο που τον είχαν γδάρει, ετοιμάστηκε να τον δαγκώσει. Ο Άνταμ κούνησε το κεφάλι του προς το πλάσμα, χτυπώντας το με το μέτωπό του. Από τύχη απέφυγε τα καρφωθεί στα κέρατα του τέρατος. Εκείνο έπεσε, αλλά του έβγαλε μερικές τούφες. Την επόμενη στιγμή, ένιωσε τα πόδια του να πιέζονται προς τα πίσω. Τον έσπρωχναν, για να πέσει.
Λίγο έλειψε να τα καταφέρουν. Ο Άνταμ πράγματι οπισθοχώρησε, αλλά μόνο και μόνο για να πάρει φόρα και να κλοτσήσει τα πλάσματα. Άκουσε με ικανοποίηση τα σώματά τους να συντρίβονται και να παρασέρνουν κι άλλα. Πήρε θάρρος από αυτή την μικρή νίκη κι έτσι όρμησε με περισσότερη αποφασιστικότητα μπροστά. Τα πλάσματα έσπευσαν να καλύψουν την έξοδο, αλλά εκείνος δεν πήγε προς τα εκεί. Σταμάτησε πριν φτάσει στην πόρτα και άπλωσε το χέρι προς τον πάγκο με τα εργαλεία. Έπιασε δύο μικρά δρεπάνια. Τα κράτησε με τα χέρια του και στράφηκε αμέσως προς τα πλάσματα. Αυτή τη φορά, στο δικό του, ματωμένο πρόσωπο υπήρχε μοχθηρία.
Δεν περίμενε να δει αν τα πλάσματα θα φοβούνταν και θα έτρεχαν μακριά του, παρά ξεκίνησε να τα θερίζει με τις λεπίδες. Έκοψε το κεφάλι από δύο, τα χέρια άλλων τριών και άνοιξε την κοιλιά σε άλλο ένα. Αυτά στρίγκλιζαν και μάτωναν, πριν πεθάνουν, και έτσι τον ωθούσαν να συνεχίσει. Κάποια από αυτά μπόρεσαν να ανέβουν στο σώμα του, αλλά σιγά-σιγά τα απόδιωχνε, για να τα σκοτώσει μετέπειτα.
Μπόρεσε να σφάξει άλλα τρία πλάσματα και να βγει από την αποθήκη, πριν νιώσει μια λεπίδα να καρφώνεται στο αριστερό του πόδι. Ο Άνταμ ούρλιαξε και στράφηκε. Περισσότερο άκουσε παρά είδε δύο πλάσματα να κρώζουν, μάλλον χαιρέκακα, και να κρατάνε μια πιρούνα με σπασμένο κοντάρι. Την είχαν μπήξει στη γάμπα του και ετοιμάζονταν να τη βγάλουν, σίγουρα για να την καρφώσουν σε άλλο σημείο του σώματός του. Τα σκότωσε και έβγαλε την πιρούνα από το πόδι του, μορφάζοντας από τον πόνο, αλλά και από το κρύο, που πλέον, λόγω των πληγών και της κούρασης, το ένιωθε χειρότερο. Πέταξε το σπασμένο εργαλείο μακριά και γύρισε για να τρέξει όσο μπορούσε προς το σπίτι. Η ομίχλη παρέμενε πυκνή, όπως και το σκοτάδι. Δεν έβλεπε σχεδόν τίποτα, όμως το ένστικτό του τον οδήγησε ως την πόρτα, σέρνοντας το αριστερό του πόδι.
«Μαίρη, άνοιξέ μου! Γρήγορα! Μαίρη, γρήγορα!» φώναξε. Στράφηκε προς τα πίσω, γιατί άκουγε τις κραυγές των πλασμάτων που κυκλοφορούσαν κάπου μακριά του. Ένιωθε τα χέρια του βαριά. Δεν ήξερε πόσο ακόμα θα κρατούσε τα δρεπάνια, αλλά τότε η πόρτα υποχώρησε και ο Άνταμ έπεσε στο δάπεδο του σπιτιού. «Κλείσε την πόρτα! Γρήγορα, τώρα!»
«Μα τι έγινε;» ρώτησε αγχωμένη η Μαίρη, υπακούοντας σε αυτό που της είχε πει. «Χριστέ μου, τι έπαθε το πρόσωπό σου; Και τα ρούχα σου, γιατί είναι σκισμένα; Και τρέχει αίμα από το πόδι σου;»
«Μου επιτέθηκαν, Μαίρη. Κάτι… κάτι μικρά τέρατα!» της είπε.
«Τι τέρατα; Λύκοι;»
«Όχι, δεν ξέρω τι ήταν. Έμοιαζαν με μικρά παιδιά» της απάντησε. Έπειτα, της είπε «Πάρε το παιδί από το κρεβάτι και πηγαίνετε κοντά στο τζάκι». Ο Άνταμ σηκώθηκε και, όσο η Μαίρη έπαιρνε στην αγκαλιά της τον Τζόναθαν, που είχε ξυπνήσει και έκλαιγε, εκείνος άρπαξε μια καρέκλα και τη σφήνωσε κάτω από το χερούλι της πόρτας. Την επόμενη στιγμή, πήρε μια κουβέρτα και κάλυψε όπως-όπως το παράθυρο της αυλής. Μετά, άρπαξε το τουφέκι του και το όπλισε. Έχοντας στραμμένη την ματιά και την κάννη του όπλου του προς την πόρτα, πλησίασε την γυναίκα και τον γιο του. Κάθισε κοντά τους και είπε «Θα δέσω το πόδι μου. Πρέπει να μειώσω το αίμα, γιατί θα λιποθυμήσω».
«Μπορώ να το κάνω εγώ».
«Όχι» της είπε, όσο έβγαζε το κασκόλ του και το χρησιμοποιούσε σαν επίδεσμο. «Εσύ πρόσεχε τον Τζόναθαν. Και, σε παρακαλώ, προσπάθησε να τον ηρεμήσεις. Δεν μπορώ να σκεφτώ».
Η Μαίρη κατένευσε και λίγο-λίγο ο Τζόναθαν σταμάτησε να κλαίει. Έτσι, εκείνη ρώτησε χαμηλόφωνα «Μα τι έγινε; Για ποια τέρατα μου έλεγες, Άνταμ;»
Καθώς έπαιρνε βαθιές ανάσες και κάπως έπεφταν οι ρυθμοί της καρδιάς του, υπνοβατώντας ανάμεσα στη λήθη και την πραγματικότητα, προσπάθησε να της περιγράψει τα πλάσματα και, όσο το έκανε, συνειδητοποίησε ότι είχε ακούσει για αυτά. Στην αποθήκη, ένεκα του φόβου και της έκπληξης που είχαν θολώσει το μυαλό του, δεν είχε καταφέρει να συνδέσει την όψη των τεράτων με τις διαδόσεις που κυκλοφορούσαν ανέκαθεν για το δάσος. «Κόριγκαν» είπε. «Πρέπει να είναι Κόριγκαν. Και πρέπει να είναι τα ίδια τέρατα που ακούμε από μικρά παιδιά, ότι ευθύνονται για τις εξαφανίσεις ανθρώπων στο δάσος».
Η Μαίρη έμεινε σιωπηλή για λίγο. Ύστερα, ρώτησε «Άνταμ, είσαι σίγουρος; Οι Κόριγκαν παίρνουν παιδιά και δίνουν στους μεγάλους δικά τους παιδιά. Αυτό δεν έχουμε ακούσει;»
Ο Άνταμ έγειρε προς τα πίσω. «Δεν ξέρω, δεν μπορώ να σκεφτώ». Η αναπνοή του έγινε πιο αδύναμη, ενώ το τουφέκι έμεινε να κείτεται στα πόδια του. Δεν είχε πλέον τη δύναμη να κρατήσει τις αισθήσεις του. «Τελικά, θα ξαπλώσω» είπε. «Θα κοιμηθώ. Λίγο μόνο. Μετά, θα είμαι καλύτερα». Άπλωσε το χέρι και χάιδεψε την κουβερτούλα του Τζόναθαν, νιώθοντας το κορμάκι του μικρού να ανασαίνει γαλήνια. «Πώς μπόρεσα να σκεφτώ τόσο άσχημα, τόσο άδικα για εσένα;» αναρωτήθηκε. «Ο Διάβολος με έβαζε να εκνευρίζομαι μαζί σου ή εγώ ήμουν πολύ ανόητος;» Ο Άνταμ έκλεισε τα μάτια.
«Άνταμ; Άνταμ! Όχι, όχι τώρα!» είπε επιτακτικά η Μαίρη. Άφησε τον Τζόναθαν με το ένα χέρι και ακούμπησε το μέτωπο του άντρα της. Έκαιγε και γλιστρούσε από τον ιδρώτα. «Άνταμ, μη μας αφήνεις, σε παρακαλώ!» ψέλλισε, ενώ δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της. «Άνταμ!».
«Μην ανησυχείς…» ψιθύρισε εκείνος και χάιδεψε τα μαλλιά πρώτα του γιου του και μετά της γυναίκας του. Χαμογελώντας, της είπε «Τα ξέχασα τα ξυλαράκια, ε;».
Τότε η Μαίρη πρώτα είδε τα μάτια του άντρα της να σφαλίζουν και έπειτα άκουσε το τζάμι του παραθύρου να σπάει. Η κουβέρτα άρχισε να ανεμίζει, καθώς δεκάδες μικρόσωμα, ανθρωπόμορφα πλάσματα να εισβάλλουν στο σπίτι της οικογένειας Μέισερ. Τα περισσότερα πρέπει να ήταν αρσενικά, σκέφτηκε η Μαίρη, αλλά ανάμεσά τους είδε και ένα πλάσμα που είχε γυναικείο σώμα. Τα πλάσματα, με οδηγό το θηλυκό, έψαξαν το σπίτι, αλλά τελικά τα περισσότερα πλησίασαν τον Άνταμ, την ίδια και τον γιο τους, ενώ κάποια άλλα έπαιρναν καιόμενα ξύλα από το τζάκι και τα άπλωναν στην κουζίνα, στο κρεβάτι και στο πάτωμα. Η Μαίρη θυμήθηκε μια ακόμα λεπτομέρεια που είχε ακούσει για τα Κόριγκαν: ότι τα βράδια έβαζαν φωτιά, για να φάνε ανθρώπινο κρέας και να πιουν κρασί, αν είχαν μαζί τους οι άνθρωποι, ή αίμα.
Θεέ μου, λυπήσου μας, είπε μέσα της η Μαίρη.
Όσα Κόριγκαν είχαν φτάσει κοντά στην οικογένεια, σχημάτισαν ένα ημικύκλιο γύρω της. Τα αρσενικά στάθηκαν πάνω από τον Άνταμ. Ένα από αυτά κρατούσε το κυνηγετικό μαχαίρι του, στραμμένο προς τον λαιμό του λιπόθυμου άντρα.
Η Μαίρη ζάρωσε στην γωνία πίσω από το τζάκι, σφίγγοντας πάνω της τον γιο της. «Σας παρακαλώ» είπε, κοιτώντας το θηλυκό Κόριγκαν. «Σας παρακαλώ, μην μας βλάψετε».
Το θηλυκό δεν απάντησε, καθότι είχε εστιάσει το βλέμμα του στο μωρό που αναπαυόταν στην αγκαλιά της Μαίρης. Κούνησε μόνο το χέρι του προς τα άλλα Κόριγκαν που ήταν πίσω της. Δύο από αυτά έσπευσαν κοντά της και μετά προσέγγισαν την Μαίρη.
Η Μαίρη είδε με τρόμο το τσεκούρι του άντρα της να υψώνεται. Το θηλυκό Κόριγκαν πλησίασε και άπλωσε τα χεράκια της, σαν να ζητούσε κάτι. Η Μαίρη ήξερε τι ήθελε. Και ήξερε, επίσης, ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να το αποτρέψει.
Όταν βγήκαν από το σπίτι των Μέισερ και πέρασαν τον κήπο με την κατεστραμμένη αποθήκη και τα πτώματα των σκυλιών που είχαν σφάξει νωρίτερα, τα Κόριγκαν είχαν χορτάσει, ενώ μαζί τους είχαν ένα βρέφος, ένα μαχαίρι και ένα τσεκούρι, ενώ το κτίσμα πίσω τους καιγόταν.
Τα Κόριγκαν έφυγαν από το Φόρεστι, προς το δάσος όπου υπήρχε η τρύπα που οδηγούσε στη φωλιά τους.
Αγαπημένε μου αναγνώστη,
Η ιστορία της οικογένειας Μέισερ μπορεί να σταματάει εδώ, αλλά, σύμφωνα με τις πηγές μου, ξέρω ότι πλέον το Φόρεστι, δέκα χρόνια μετά, είναι ένα ερειπωμένο μέρος. Ένα κατεστραμμένο μέρος, γιατί οι περιγραφές θέλουν καμένα σπίτια και σκοτωμένα ζώα. Τι ακριβώς συνέβη, πώς χάθηκαν όλοι οι κάτοικοι; Τα μωρά τι απέγιναν; Τα Κόριγκαν, που λέγεται ότι κυκλοφορούν σε εκείνη τη γωνιά της Αγγλίας, όντως ρήμαξαν το εν λόγω χωριό ή οι κάτοικοι έφυγαν προς άγνωστη κατεύθυνση;
Θα προτιμήσω να μην απαντήσω σε αυτές τις ερωτήσεις, που μπορεί να σκέφτηκες. Αλλά θα σου πω αυτό που μου ανέφερε ένας έμπορος από το Λέντμπουρι. Μου είπε ότι είχε πάει εκεί πριν από οκτώ χρόνια, για να προμηθευτεί ως συνήθως ντόπια κρέατα του Φόρεστι. Έφτασε ξημερώματα, ο ήλιος δεν είχε ανατείλει ακόμα. Αλλά από την πρώτη στιγμή κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο τόπος μύριζε άσχημα, ενώ δεν ακούγονταν ήχοι από οικόσιτα ζώα. Στο λιγοστό φως, διέκρινε ότι το χωριό έμοιαζε σαν να είχε πυρποληθεί από κάποια στρατιωτική μονάδα. Το άλογό του ήταν απρόθυμο να προχωρήσει στο εσωτερικό του χωριού, ενώ το σκυλί του, ο δεύτερος μόνιμος συνταξιδιώτης του μετά το πιστό άτι του, απέκτησε μια αμυντική στάση και έψαχνε με το βλέμμα του ανάμεσα στα αποκαΐδια. Ο έμπορος δεν αποθαρρύνθηκε αμέσως, κυρίως λόγω της μεγάλης απόστασης που είχε διανύσει και δεν ήθελε να πάει χαμένος ο κόπος του. Έτσι, κατέβηκε από την άμαξα και φώναξε τα ονόματα των κατοίκων με τους οποίους συνεργαζόταν. Όταν δεν πήρε απάντηση, έβγαλε ένα χαρτί, για να το συμβουλευτεί, και φώναξε ονόματα άλλων χωριανών. Και πάλι, κανείς δεν του απάντησε. Όχι αμέσως, δηλαδή. Ο έμπορος είδε κάτι να κινείται πίσω από ένα γκρεμισμένο σπίτι. Κάτι μικρόσωμο, μου είπε. Πριν προφτάσει να μιλήσει, το σκυλί του εμπόρου όρμησε γαβγίζοντας προς το σημείο. Λίγες στιγμές μετά, άκουσε κλαψουρίσματα. Τρόμαξε και τράβηξε το πιστόλι που κουβαλούσε όταν διένυε μεγάλες αποστάσεις. Φώναξε το σκυλί του, αλλά εκείνο δεν γύρισε ποτέ. Την ίδια στιγμή, το άλογο άρχισε να χλιμιντρίζει δυνατά και να σηκώνεται στα πίσω πόδια, ρισκάροντας να αναποδογυρίσει την άμαξα. Ο έμπορος έσφιξε τα δόντια και ανέβηκε πάλι στην άμαξα. Έπιασε τα χαλινάρια και ετοιμάστηκε να δώσει εντολή στο άλογο να ξεκινήσει. Τότε άκουσε σιγανά κρωξίματα και βήματα που έτρεχαν. Από τις σκιές του Φόρεστι, ξεπρόβαλλαν ανθρώπινα όντα, μου είπε. Πέντε, έξι, επτά, δέκα. Αδύνατο να πει πόσα ακριβώς. Ήταν πολύ μικρά, για να είναι γονείς, αλλά και με πρόσωπο που διόλου δεν ήταν παιδικό. Τα περισσότερα ήταν μικρόσωμοι άντρες, είπε, που φορούσαν μια μονοκόμματη φορεσιά, ένας εκ των οποίων κρατούσε ένα μαχαίρι, ενώ ο σύντροφός του έφερε ένα σπασμένο δρεπάνι, η λεπίδα του οποίου φαινόταν λεκιασμένη με ένα σκουρόχρωμο υγρό. Κάνα δυο, όμως, πρέπει να ήταν γυναίκες, οι οποίες είχαν κοντά τους δύο άλλα μικρόσωμα όντα, περίπου στο ύψος τους, τα οποία δεν είχαν γένια ή γυναικείο σώμα. Αυτά έμοιαζαν όντως με παιδιά, τα οποία μάλιστα βύζαιναν τα δάχτυλά τους. Όλα τα πλάσματα κοιτούσαν προς την άμαξα. Κάποια από αυτά που στέκονταν πίσω από άλλα έσπρωξαν τα τελευταία, για να προχωρήσουν προς τον έμπορο και το άλογό του.
Εκείνος δεν περίμενε να δει περισσότερα: φώναξε στο άλογο και μαζί έφυγαν για πάντα από το χωριό.
Η συμβουλή μου προς εσένα, αγαπημένε μου αναγνώστη, είναι η ίδια που μου έδωσε εκείνος ο έμπορος. Αν ποτέ θελήσεις να πας από το Χέρεφορντ προς το Σροπσάιρ, επέλεξε τη διαδρομή από το Κλεντ Χιλς. Είναι ωραία διαδρομή, με όμορφη θέα από τους λόφους. Επίσης, είναι πιο σύντομη και πιο ασφαλής. Το ίδιο ισχύει και αν έρχεσαι από το Σροπσάιρ προς το Χέρεφορντ.
Μην πας από το μεγάλο δάσος, ειδικά αν έχεις παιδί μαζί σου, γιατί θα βρεθείς στο Φόρεστι. Και εκεί, αγαπημένε μου αναγνώστη, περιμένουν πολλά μικρόσωμα, ανθρωπόμορφα τέρατα που στους μύθους των Κελτών ονομάζονται Κόριγκαν, τα οποία σκοτώνουν και τρώνε όποιον βρουν στο διάβα τους και αρπάζουν μωρά ανθρώπων.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/

One response to “Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Οι Κόριγκαν του Φόρεστι”
[…] στο Weird Literature. Όπως και το πρώτο του διήγημα («Το κυνήγι της μάγισσας», Τεύχος Σεπτεμβρίου, 1874), έτσι και αυτό σχετίζεται με την, ομολογουμένως, […]