Κι εγώ που πίστευα πως τα είχα όλα! (Μέρος πρώτο)

Άνοιξε το βιβλίο στην πρώτη σελίδα. Διάβασε την πρώτη παράγραφο από το πρώτο κεφάλαιο. Γνωρίζοντας πως την ενοχλεί να διαβάζει το τέλος, δεν αντιστάθηκε και φυλλομέτρησε μέχρι την τελευταία σελίδα. Της άρεσε… μιλούσε για έναν έρωτα ανεκπλήρωτο. Το κράτησε και προχώρησε πιο κάτω στον πάγκο του υπαίθριου παζαριού με τα υπόλοιπα βιβλία. Έψαχνε βιβλία με ιστορίες αγάπης. Με κλάμα με πόνο, με ανεκπλήρωτους πόθους και κρυφές σκέψεις. Αυτές οι καταστάσεις την εξιτάραν. Ζούσε μαζί με τους πρωταγωνιστές κάθε λέξη του βιβλίου, ταυτιζόταν σε σημείο απόλυτο, κυρίως στον πόνο της αγάπης, ένιωθε την σουβλιά μέσα στο στήθος της, αγαπούσε μαζί τους. Όσο πιο δύσκολος ήταν ο έρωτας, τόσο περισσότερο της άρεσε το βιβλίο. Όσο περισσότερο πόνο ερωτικό της προκαλούσε, τόσο περισσότερο ρουφούσε τις σελίδες του.

Ο πλανόδιος βιβλιοπώλης την κατάλαβε και της έδειχνε σπρώχνοντας προς το μέρος της, παρόμοια βιβλία. Τα πήρε όλα. Τι και αν ήταν μεταχειρισμένα, θα τα διάβαζε με την ησυχία της όταν θα επέστρεφε στην φωλιά της. Στο καταφύγιο που είχε διακοσμήσει με περισσή φροντίδα και αγάπη. Θα αρωμάτιζε τις σελίδες σε κάποια από αυτά, ενώ σε άλλα θα άφηνε την μυρωδιά της υγρασίας των σελίδων. Γι’ αυτό άλλωστε αγόραζε από τους πλανόδιους, ένιωθε ότι άνοιγε το πολυκαιρισμένο μπαούλο της γιαγιάς και μαζί με το γιασεμί μύριζε η κλεισούρα σε κάθε σελίδα που γύριζε. Θα καθόταν στην μεγάλη πολυθρόνα κοντά στο τζάκι με τις χουχουλιάρικες πιτζάμες και τα τερλίκια και θα έπινε καφέ ή σοκολάτα. Εκεί στην ζέστη θα ζούσε ακόμα έναν μεγάλο λογοτεχνικό έρωτα.

Προς το παρόν θα προχωρούσε στο ηλιόλουστο Θησείο να πιεί τον καφέ της και να θαυμάσει την Ακρόπολη. Η ημέρα ήταν ιδανική, διότι ήταν από τις λίγες ημέρες που είχε πάρει άδεια να τακτοποιήσει κάποια ζητήματα με τον συμβολαιογράφο. Υπό άλλες συνθήκες, τέτοια ώρα θα ήταν στο γραφείο να κλείνει ραντεβού, να απαντά στα τηλέφωνα και να κρατάει πρακτικά στις συναντήσεις του Μαρκόπουλου. «Γραμματέας μια ζωή» ψιθύρισε, «θα πάρω έναν καφέ στο χέρι και θα περπατήσω, τελικά» σκέφτηκε και σταμάτησε σε ένα funcy καφέ δεξιά της. Το συγκεκριμένο καφέ έμοιαζε τόσο γαλλικό, με τέντες στυλ γαλλικών μπιστρό, ζαρντινιέρες με μαργαρίτες, γαρύφαλλα και τριαντάφυλλα, σε χρώματα που έσπαγαν το τσιμεντένιο της πόλης. Η βιτρίνα είχε ποικιλία γλυκών και ένα άνοιγμα από ένα μεγάλο μπροστινό παράθυρο, έτσι ώστε να παραγγέλνεις στον εξωτερικό χώρο. Κρουασάν, μηλόπιτα, σοκολατόπιτα, μυρωδάτη πορτοκαλόπιτα, λουκουμάδες, προφιτερόλ, εκλαίρ και φυσικά παγωτό!

Αποφάσισε μαζί με τον καπουτσίνο να πάρει και ένα κρουασάν σοκολάτα, το οποίο δάγκωσε χωρίς να περιμένει λεπτό, κλείνοντας τα μάτια και γυρνώντας απότομα μισή στροφή από τον εαυτό της. Ένα ατελείωτο «μμμμμ» απόλαυσης ξεφεύγει από το στόμα της. Κλείνει τα μάτια στην έκρηξη της γεύσης που βιώνει. Κάνει κίνηση να φύγει κρατώντας σταθερά κλειστά τα μάτια και απολαμβάνοντας τον συνδυασμό καφέ και σοκολάτας στο έπακρο, αλλά νιώθει μια περίεργη θέρμη και την ανάσα από ένα ελαφρύ χαμόγελο στο πρόσωπό της! Τα χείλη της ακουμπούν σε ένα εμπόδιο που μοιάζει με… σώμα!

Ανοίγοντας με έκπληξη τα μάτια, κρατώντας στο ένα χέρι τον καφέ και στο άλλο το δαγκωμένο κρουασάν, έχοντας στο στόμα την απολαυστική μπουκιά ακόμα, αντιλαμβάνεται πως βρίσκεται άθελά της, στην αγκαλιά ενός άντρα! Μονομιάς κοκκινίζει από ντροπή και γουρλώνει τα μάτια, χωρίς να ξέρει τι να πει.
Ο άντρας χαμογελά πλατιά, και χωρίς να σταματήσει να την κρατά στην αγκαλιά του την ρωτάει: «Απόλαυση;»

Εκείνη δαγκώνει τα χείλη και πισωπερπατά με δυο δειλά βήματα, αφήνοντας την άγνωστη ζεστή αγκαλιά. Καταπίνει βιαστικά και με το εσωτερικό της παλάμης αγγίζει τo στόμα ψελλίζοντας: «Χίλια συγνώμη. Σας λέρωσα; Με συγχωρείτε, δεν ξέρω τι να πω…» και πιο κόκκινη από πριν μέσα στην ντροπή της, ρίχνει το βλέμμα χαμηλά .

– Φαίνεται πολύ καλό! της απαντάει ο άγνωστος διατηρώντας το χαμόγελό του, δείχνοντας το κρουασάν. Βγάζει ένα χαρτομάντηλο από την τσέπη του και τρίβει το πουκάμισο να φύγει η σοκολάτα που έχει αμυδρά λερώσει με τα χείλη της η Όλγα.
– Αφήστε το σε εμένα… Ωωω χίλια συγνώμη και πάλι! αφήνει με γρήγορες κινήσεις τον καφέ και το κρουασάν σε ένα τραπεζάκι δίπλα της και με σκοπό την εξάλειψη του λεκέ, τρίβει το πουκάμισο του άγνωστου άντρα με δύναμη.

Ο άγνωστος την κοιτάει διερευνητικά, όπως έχει σκύψει το ξανθό κεφάλι της και έχει εστιάσει στον λεκέ του πουκαμίσου, στο ύψος του στήθους του περίπου. Τα μαλλιά της μυρίζουν τόσο όμορφα, μείγμα τριαντάφυλλου και κανέλας! Του αρέσει που γυναικεία χέρια τον αγγίζουν. Κυρίως αυτά τα ντελικάτα χέρια με το γαλλικό μανικιούρ και τα εκλεπτυσμένου γούστου δαχτυλίδια. Νιώθει μια ανεξέλεγκτη παρόρμηση να φουντώνει μέσα του, θέλει να την αγκαλιάσει και να την φιλήσει και έτσι, απαλά, κλείνει τα χέρια της με το χαρτομάντηλο, μέσα στις παλάμες του. Κοιτώντας την στα μάτια και κρατώντας σταθερά τα χέρια της με ένα μειδίαμα στα χείλη της αποκρίνεται: «Δεν πειράζει, αλήθεια. Μην ταλαιπωρήστε άλλο!»

Η Όλγα κοιτάει ευθεία τα γαλανά μάτια του και νιώθει διπλή ντροπή. Δαγκώνει το κάτω χείλος και βγάζει δειλά τα χέρια της από τα χέρια του, διπλώνοντας τα σε αμήχανη, αδύναμη μπουνιά.
– Είμαι τόσο αδέξια! Νιώθω πολύ άσχημα! Μπορώ να σας πληρώσω το καθαριστήριο σας παρακαλώ;

Χωρίς να περιμένει να λάβει απάντηση, ανοίγει την τσάντα σε μια προσπάθεια να εντοπίσει το πορτοφόλι της. Ο άγνωστος πλησιάζοντας πιο κοντά από τα προσωπικά όριά της, κλείνει απαλά την τσάντα, εμφανώς ενοχλημένος, κοιτώντας την στα μάτια αμίλητος.

Μόλις είχε σπάσει τον κύκλο της. Νιώθει ταραχή! Ποιος είναι αυτός ο άγνωστος με το τόσο θράσος; αναρωτιέται. Την κοιτά, της κρατά τα χέρια, την πλησιάζει παραπάνω από το επιτρεπτό. Παρόλα αυτά νιώθει μια παράξενη οικειότητα μαζί του. Πόσο περίεργο, η καρδιά της ταράζεται, το ένστικτό της όμως την ηρεμεί. Αυτός ο άνδρας παραβιάζει την άμυνά της, τα σήματα που λαμβάνει την τρελαίνουν. Μένει να κοιτά με απορία.
– Δεν χρειάζεται… της απαντά ήρεμα, μισοκλείνοντας τα μάτια. Την βλέπει πως κάπως μαζεύεται, ίσως την έφερε σε δύσκολη θέση σκέφτεται και πριν την χάσει, επανορθώνει. Αλλά θα έτρωγα ένα κρουασάν. Θα ήθελα και εγώ να νιώσω όλη αυτή την απόλαυση που είδα σε εσάς. Μάνθος… της συστήνεται και δίνει χειραψία χαμογελώντας σταθερά.
– Όλγα… τα χάνει, όμως της αρέσει που είναι αποδιοργανωμένη. Μα φυσικά είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω κύριε Μάνθο! απάντα ανακουφισμένη που δέχεται έστω και ένα μικρό κέρασμα από μέρους της προς «διόρθωση» της προηγούμενης αδεξιότητάς της.

Τον κέρασε κρουασάν και καφέ, την κέρασε παγωτό λεμόνι! Περπάτησαν στο Θησείο και στο Μοναστηράκι, ξεχνώντας δουλειές και υποχρεώσεις, ανέμελοι σαν μικρά παιδιά. Ήταν η πρώτη φορά που κουβέντιασαν χωρίς τις κλισέ ερωτήσεις, τι δουλειά κάνεις, πού μένεις, πού σπούδασες κλπ. Δεν μίλησαν καθόλου για όλα αυτά. Ήταν προσεχτικοί στους τρόπους και στις ερωτήσεις. Απόλαυσαν ο ένας την παρέα του άλλου, μίλησαν για γκάφες που έχουν κάνει, αποτυχημένα ραντεβού που έχουν βγει και απορρίψεις που έχουν ζήσει. Τσαλακώθηκε ο ένας στα μάτια του άλλου και έτσι έσπασαν τον πάγο για πάντα.

Ξεκαρδίστηκαν με περιστάσεις άβολες! Ακομπλεξάριστοι και οι δυο, σαν γυναίκα που ξυπνά χωρίς μακιγιάζ και κοιτάζεται στον καθρέπτη με φιλαρέσκεια, αποφάσισαν μετά από αρκετές αναπάντητες κλήσεις από διάφορους που τους αναζητούσαν και αφού πρώτα αντάλλαξαν τηλέφωνα, να χωρίσουν. Της πρότεινε να την πάει με το αυτοκίνητό του, αλλά εκείνη δεν δέχτηκε. Θα επέστρεφε με το τρένο. Άλλωστε ήταν ένας άγνωστος ακόμα σε εκείνη, τι και αν πέρασαν λίγες ώρες μαζί.
– Δεν υπάρχει περίπτωση να σε αφήσω να πας μόνη σου με το τρένο! της είπε χωρίς να δέχεται δεύτερη κουβέντα. Θα έρθω μαζί σου. Θα σε αφήσω στο αυτοκίνητό σου και μετά θα γυρίσω να πάρω το δικό μου!
– Μάνθο, ξέρεις κυκλοφορούσα στον κόσμο και πριν σε γνωρίσω! Θα πας στο αυτοκίνητό σου και εγώ θα πάρω το τρένο, όπως κάνω τόσα χρόνια. Μην ανησυχείς θα είμαι ok! του απάντησε και τα μάτια της γλύκαναν.

Της πήρε το χέρι και την τράβηξε κοντά του. Την κοίταξε λάγνα, αλλά μόλις το κατάλαβε το διόρθωσε όσο μπορούσε. Συγκρατήθηκε.
– Okey, δεν θες να σε πάω εγώ, σεβαστό, αλλά θα μου κάνεις την χάρη να βρούμε ταξί και όταν φτάσεις να με πάρεις. Σε παρακαλώ γλυκιά μου… την παρακάλεσε και με τα ακροδάχτυλά του έβαλε μια τούφα από τα μαλλιά της πίσω από το αυτί.

Την παρατήρησε ξανά στα μάτια, νιώθοντας πως η ματιά του έχει βγάλει κάτι περισσότερο από την χαρά της γνωριμίας, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να μην χάσει τον έλεγχό του. «Ω Θεέ μου, πόσο όμορφη γυναίκα είναι!», σκέφτηκε. Τα έχει όλα, μα κυρίως έχει χιούμορ. Το χιούμορ της είναι έξυπνο, όχι πρόστυχο και δεν ξεπερνά τα όρια, βγάζει όντως γέλιο. Δεν πρέπει να την χάσει αυτή την γυναίκα. Πώς να της το δείξει χωρίς να παρεξηγηθεί; Είναι λίγο νωρίς να κάνει κίνηση, διαισθάνεται πως δεν θα το δεχτεί και θα είναι λάθος να χαλάσει το όμορφο κλίμα που δημιουργήθηκε μεταξύ τους. Νιώθει ταχυκαρδία, τι και αν έχει γνωρίσει τόσες γυναίκες, η συγκεκριμένη του προκαλεί ταραχή και την δεδομένη στιγμή θέλει να πει κάτι να κερδίσει χρόνο. Εκείνη όμως τον αποστομώνει.
– Μάνθο μου, σε ευχαριστώ που με έχεις έννοια. Αλλά θα πρέπει να ξέρεις ότι είμαι πεισματάρα. Γι’ αυτό θα πάρω το τρένο που έρχεται τώρα και θα σε πάρω τηλέφωνο μόλις φτάσω. του λέει και τον φιλά βιαστικά, πεταχτά στο μάγουλο τρέχοντας να κατέβει γρήγορα τα σκαλιά μην χάσει το τρένο.

Του έστειλε όταν έφτασε και έσκασε ένα χαμόγελο την ώρα που πληκτρολογούσε το μήνυμα. ‘Ηταν τόσο γοητευτικός… αλλά συγκρατήθηκε. Κάποιες φορές τα φαινόμενα απατούν. «Θα δούμε» μονολόγησε και ξαναέφερε στην μνήμη της το πρόσωπο, τα μάτια, το χαμόγελό του. Χαμογελούσε τόσο όμορφα και όταν το έκανε, δυο λακκάκια σχηματίζονταν στα μάγουλα. Ανοιχτά τα χρώματά του, ψηλός, επικοινωνιακός. Ήταν σίγουρα πενηντάρης. Εργένης άραγε ή χωρισμένος ή χήρος; Δεν ρώτησε, δεν ήθελε να φανεί αδιάκριτη. Άλλωστε δεν θα μπορούσε να το συνεχίσει. Ήταν ήδη με τον Μάνο.

Προσπαθούσε να καταλάβει ολόκληρο το βράδυ, γιατί φλέρταρε με έναν άγνωστο και τι ήταν αυτό που έλειπε από την σχέση της. Γιατί δεν ήταν ευτυχισμένη; Δεν της έλειπε κάτι. Ο Μάνος ήταν ένας όμορφος άνδρας και σοβαρός. Δεν είχε ποτέ κοιτάξει άλλη γυναίκα. Την γέμιζε με δώρα, πάντα την σκεφτόταν, σε όλα τα επαγγελματικά ταξίδια του. Αλλά η αλήθεια είναι, παραδέχτηκε, πως εκείνες τις ώρες που σκοτεινιάζει και λείπει, θα ήθελε μια αγκαλιά, ένιωθε μοναξιά. Θα τον ήθελε δίπλα της.

Ο Μάνος ταξίδευε συχνά και κάθε ταξίδι του, απαιτούσε προετοιμασία, πριν και μετά. Ειδικά τον τελευταίο χρόνο που πήρε και προαγωγή, ο κοινός χρόνος τους δεν ήταν αρκετός. Από την άλλη όμως την στήριζε, όχι τόσο ψυχολογικά, αλλά σε όλα όσα επίλεγε να κάνει δεν την είχε αποτρέψει ποτέ. Η απάντηση ήταν πάντα «Εσύ αποφάσισε ό,τι θέλεις». Ίσως αυτό την ενοχλούσε, σκέφτηκε. Ένιωθε πως ενώ εκείνη τον εμψύχωνε να γίνει καλύτερος, εκείνος ποτέ δεν έπαιρνε την πρωτοβουλία να της προτείνει κάτι που πίστευε πως θα μπορούσε να την προχωρήσει, να την εξελίξει. Δεν έπαιρνε πρωτοβουλίες σχεδόν ποτέ. Η Όλγα μοιραία δέχτηκε τους ρόλους που αρνιόταν ο Μάνος. Κανόνιζε απρόθυμα τα πάντα. Τα ψώνια στο σπίτι, τις βόλτες με τους φίλους. Τα πάντα. Εκείνος ήταν πάντα απασχολημένος και του αρκούσε να την καλύπτει οικονομικά. Ήταν μια άτυπη, σιωπηλή συμφωνία. Και αυτό την πίκραινε. Έκανε προσπάθειες να μην το εκλάβει σαν αδιαφορία και το έριχνε πάντα στην δουλειά του. Δεν ήθελε να παραδεχτεί πως της έλειπε η επικοινωνία, η επαφή, το φλερτ, ο αυθορμητισμός. Είχαν εκλείψει πολλά από την σχέση τους ένιωθε. Μολαταύτα δεν ήταν τίμιο να είναι ήδη με κάποιον και να βγαίνει και με άλλον. Μεγάλη γυναίκα είναι, οφείλει να το διαχειριστεί.

«Κερνάω καφέ», το μήνυμα στο κινητό της, περίμενε μια απάντηση, μέσα στον χαμό του γραφείου. Ο χρόνος σταμάτησε, η καρδιά της χτύπησε γρήγορα. Το ίδιο και οι γραμμές του γραφείου. Ο Μαρκόπουλος βρισκόταν σε παροξυσμό, είχε συνάντηση το μεσημέρι και είχε πελαγώσει. Την κάλεσε πέντε φορές στην εσωτερική γραμμή του τηλεφώνου της, ζητώντας διάφορα reports και κινήσεις πελατών, αποθεμάτων, ανοικτών υπόλοιπών. Έμεινε να κοιτά την οθόνη του κινητού χωρίς να ξέρει τι να απαντήσει. Θέλει να φύγει από την δουλειά να πάει να τον βρει όπου της πει εκείνος. Χαμογελά αποφασισμένη και ξαναδιαβάζει το μήνυμα. Γράφει γρήγορα την απάντηση.«Χαμούλης από δουλειά. Αλλά έναν καφέ θα τον έπινα. Στείλε μου πού και ώρα».

Συναντήθηκαν σε ένα κοντινό καφέ, λόγω της κατάστασης που επικρατούσε στο γραφείο, έφυγε σκαστή για λίγο. Μέσα σε μια ώρα είχε μάθει τα πάντα για εκείνον, πρόθυμος χωρίς υπεκφυγές συστήθηκε σωστά, ξεκαθάρισε από την αρχή την θέση του. Χωρισμένος με δυο παιδιά, μία δεκαεπτάχρονη κόρη και έναν εικοσάχρονο γιο, δεν σκεφτόταν να κάνει άλλα παιδιά. Δήλωσε γοητευμένος μαζί της, θα ήθελε να είναι μαζί, είπε και περίμενε στωικά να μιλήσει και εκείνη. Μα εκείνη δίστασε να του πει όλη την αλήθεια. Του είπε πως ήταν ήδη σε σχέση, την οποία σκόπευε να τελειώσει σύντομα. Αργότερα, ψάχνοντας στο μυαλό της, δεν κατάλαβε ποια ασυνείδητη ή μήπως ήταν συνειδητή (;) σκέψη την ώθησε να πει πως σκοπεύει να χωρίσει. Μέχρι εκείνη την στιγμή που άκουσε τον εαυτό της να μιλάει για χωρισμό, δεν είχε σκεφτεί κάτι αντίστοιχο. Ούτε εκείνη ήθελε παιδιά, τουλάχιστον όχι ακόμα. Ο Μάνθος δεν χάρηκε με όσα άκουσε, μα δεν απογοητεύτηκε. Άξιζε να της δώσει λίγο χρόνο να ξεκαθαρίσει. Μέχρι τότε σκόπευε να την κατακτήσει ολοσχερώς, να ρίξει όλες τις άμυνές της, να την ενθαρρύνει να πάρει απόφαση και να τελειώνει με την ήδη ασθμαίνουσα σχέση της, να ξεκινήσει η δική τους σχέση, να γίνει η δική του γυναίκα!

Επιστρέφοντας στο γραφείο, η Όλγα άφησε τις σκέψεις της να ξαναζωντανεύουν στο πρόσωπο, τα χείλια, τα χέρια του. Μύριζε σανταλόξυλο και κανέλα, είχε παρόμοιο άρωμα με τον Μάνο. Την είχε ξεκάθαρα κερδίσει η ντομπροσύνη του, το ότι γνώριζε τι ήθελε και το έλεγε ανοιχτά. Κάποιες στιγμές ένιωθε πως προσπαθούσε να συγκρατηθεί, μα πόσο, πόσο πολύ θα ήθελε να τον φιλήσει! Και όταν έκλεινε τα μάτια και ταξίδευε στο κορμί του, η εικόνα του Μάνου πεταγόταν μπροστά της και την προσγείωνε στην πραγματικότητα!

Επέστρεψε στο σπίτι διχασμένη, δεν βοηθούσε και η κούραση από τον δύσκολο εργοδότη Μαρκόπουλο που εκνευρισμένος από την απουσία της, της ζήτησε να μπει στην συνάντηση και να κρατάει σημειώσεις. Προς μεγάλη της έκπληξη, στους νέους πελάτες ήταν και ο Μάνθος με τον συνεταίρο του, ξαφνιάστηκε που την αντίκρυσε μα δεν το έδειξε παρά μόνο μια φευγαλέα στιγμή. Την αποσυντόνισε σε μεγάλο βαθμό, της πήρε λίγο χρόνο να συνειδητοποιήσει πως δεύτερη φορά στην ίδια ημέρα τον ξαναέβλεπε, αυτή την φορά επαγγελματία , σοβαρό και μετρημένο.

Άφησε τα κλειδιά πάνω στο τραπεζάκι δίπλα από την πόρτα και έβγαλε τα παπούτσια της. Ο Μάνος ετοίμαζε ακόμα μια φορά την βαλίτσα του να φύγει, μα είχε στρωμένο το τραπέζι με φαγητό, περίμενε να φάνε μαζί.
– Άργησες και κρύωσε το φαγητό.
– Είχαμε συνάντηση Μάνο, δεν μπορούσα να φύγω. Συγγνώμη… απάντησε ενοχικά η Όλγα.
– Δεν πειράζει, έλα κάτσε να φάμε γιατί έχω και ταξίδι αύριο.

Κάθισε μαζί του στο τραπέζι, δεν μίλαγαν, ως συνήθως εκείνη άνοιγε κουβέντα, αλλά σήμερα δεν είχε διάθεση. Ο Μάνος αφοσιωμένος στην τηλεόραση παρακολουθούσε ειδήσεις, εμφανώς ενοχλημένος από την αργοπορία της. Μετά από δέκα λεπτά σηκώθηκε.
– Όλγα πάω για ύπνο, να προλάβω λίγο να κοιμηθώ. Σε πειράζει να μαζέψεις τα πιάτα;
– Ναι ναι πήγαινε, θα μαζέψω εγώ.

Προχώρησε προς το υπνοδωμάτιο, χωρίς να προσέξει πως δεν είχε αγγίξει καθόλου το φαγητό της.
«Μάνο;» σιγοψιθύρισε εκείνη μα δεν ακούστηκε. «Ήθελα να μιλήσουμε» μονολόγησε απογοητευμένη και μόνη στο κενό!

Ελένη Ρέγγα

Συνεχίζεται…

One response to “Κι εγώ που πίστευα πως τα είχα όλα! (Μέρος πρώτο)”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading