Η Αράχνη

Ξημέρωσε επιτέλους και ο Κώστας είχε φτάσει ήδη στο σημείο συνάντησης.

Μέρες ολόκληρες παρακαλούσε τους άλλους να οργανώσουν αυτή την μονοήμερη εκδρομή στον Όλυμπο. Τους έταξε ορειβασία αλλά και πικ νικ δίπλα σε καταρράκτες. Αυτό το τελευταίο πρέπει να έπεισε και τον πιο δύσπιστο.

Ήταν από μικρά παιδιά φίλοι με τον Γιώργο, τον Αντρέα και τον Δημήτρη και το γεγονός ότι οι 3 τους είχαν καταφέρει να στεριώσουν σε μια σχέση, σε αντίθεση με τον Κώστα που ήταν ανήσυχο πνεύμα, δεν τους πτόησε ποτέ από το να βρίσκονται κάθε καλοκαίρι και να περνούν λίγες μέρες μαζί.

“Τα κορίτσια;”, ρώτησε ο Κώστας, φανερά νευριασμένος, γιατί θα έπρεπε να περιμένει κι άλλο.
“Δεν άντεχαν να ξυπνήσουν τόσο νωρίς και σίγουρα δεν είχαν καμία όρεξη να αφήσουν το μπάνιο…”
“Α ωραία! Πάμε λοιπόν! Έχουμε ήδη αργήσει! Θα είναι ψηλά ο ήλιος όπου να ‘ναι και θα μας δυσκολέψει στην ανάβαση”, διέκοψε τον Δημήτρη, μπήκε στο αμάξι και έβαλε μπροστά τη μηχανή. “Αφήστε του Γιώργου εδώ, πάμε με ένα”, πρότεινε και οι άλλοι 3 μπήκαν μέσα. Είχαν καταλάβει πόσα σήμαινε αυτή η αναρρίχηση στο βουνό για τον Κώστα και καλά θα έκαναν να μην τεστάρουν περαιτέρω την υπομονή του.

Πάρκαραν το αμάξι σε ένα ανοιχτό σημείο στους πρόποδες, εκεί από όπου ξεκινούσε το μονοπάτι για τους ορειβάτες και ο Κώστας με γρήγορες κινήσεις τους βοήθησε να φορέσουν όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό. Επρόκειτο για ζώνες με τρία κουμπώματα, που αγκάλιαζαν τη μέση και τα πόδια, ένα σκοινί με θηλιές που “κούμπωναν” στις ζώνες και τσάντες πλάτης με νερά, φαγητό, πετσέτες, αλλαξιές ρούχα, ειδικές θήκες για τα κινητά και κουτάκι πρώτων βοηθειών.

Οι 3 τους έμειναν έκπληκτοι από το πόσο οργανωμένος ήταν ο Κώστας. Πήγαινε συχνά για εξερεύνηση στη φύση, αλλά ποτέ δεν το είχαν επιχειρήσει όλοι μαζί. Εκείνοι συνήθως προτιμούσαν τη θάλασσα.

Ακολούθησαν, λοιπόν, το μονοπάτι και μετά από μιάμιση ώρα αρκετά δύσβατου δρόμου, όλο πέτρες, λάσπη και μικρά ποταμάκια, η θέα τους αποζημίωσε. Ένας μεγάλος καταρράκτης με πράσινα νερά, μια λίμνη χρυσή από το φως του ήλιου και γύρω παντού πράσινο. Οι δε μυρωδιές, απερίγραπτες! Συνδυασμός νωπού εδάφους, γάργαρου νερού, λουλουδιών και δέντρων. Και όσο εισέπνεαν τον καθαρό αέρα, τόσο η ακοή τους ξεχώριζε τους ήχους της φύσης. Το κελάηδημα των πουλιών, το θρόισμα των φύλλων, το κόασμα των βατράχων και το νερό που έπεφτε γάργαρο στη λίμνη.

“Λοιπόν; Δεν είχα δίκιο;”, τους ρώτησε όλο περηφάνια ο Κώστας.
“Φίλε, τι χάναμε τόσο καιρό; Τι ομορφιά είναι αυτή;”, είπε με μάτια ορθάνοιχτα ο Αντρέας.
“Όντως!”, συμφώνησε ο Δημήτρης “Μα έχω μια ερώτηση, πώς θα κατέβουμε εκεί κάτω;”
“Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει μονοπάτι για εκεί, αλλά το έχω ξανακάνει και ξέρω.” τους διαβεβαίωσε ο Κώστας και ακολουθώντας πιστά τα βήματά του, έφτασαν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία στην λίμνη.

Ξεπέρασαν τις ζώνες, έβγαλαν τις μπλούζες τους και “έστησαν” το πικ νικ.
“Μήπως πριν φάμε, να βουτήξουμε;”, πρότεινε ο Γιώργος.
“Είναι πολύ παγωμένα τα νερά εδώ. Αν θέλετε μπορούμε μετά να προχωρήσουμε κατά μήκος της λίμνης και πίσω από τον καταρράκτη υπάρχει σπηλιά με ζεστό νερό”, τους εξέπληξε ευχάριστα ο Κώστας και φυσικά εκείνοι συμφώνησαν.

Τσίμπησαν κάτι, έβγαλαν αρκετές φωτογραφίες, ξαναφόρεσαν τον εξοπλισμό και με μεγάλη ανυπομονησία ξεκίνησαν για τη σπηλιά.

Ήταν ακόμη πιο απότομος ο δρόμος όμως προς τα εκεί και οι 3 άντρες αποφάσισαν να μην το ρισκάρουν. Ο Κώστας το σεβάστηκε.
“Εγώ θα τηρήσω το έθιμο και θα πάω. Μπορείτε να με περιμένετε εδώ.”, τους είπε κι έφυγε.
Έφτασε, με μεγάλη ευκολία, δίπλα από τον καταρράκτη και με ένα πήδημα, χάθηκε.

Οι άλλοι 3 κοιτούσαν με κομμένη την ανάσα. Ήλπιζαν ο Κώστας να ήξερε πολύ καλά τι έκανε…

Πίσω από τον καταρράκτη, κρυβόταν πραγματικά ένας επίγειος παράδεισος! Μια σπηλιά με σταλακτίτες και μια λίμνη στο βάθος της, σκούρα μπλε.
Ο Κώστας έβγαλε όλα του τα ρούχα και βούτηξε. Σιγά μην έχανε την απόλυτη επαφή με αυτή την ομορφιά. Και όντως το νερό ήταν χλιαρό και πεντακάθαρο.
Έκατσε μέσα αρκετή ώρα και μόνο όταν άκουσε τους άλλους να τον φωνάζουν απ’ έξω αποφάσισε να βγει.

Πηγαίνοντας στα ρούχα του, είδε πάνω στην μπλούζα του μια μεγάλη αράχνη! Δεν είχε σκοτώσει ποτέ ζωντανό πλάσμα και γι’ αυτό προσπάθησε να την απομακρύνει τινάζοντας με προσοχή την μπλούζα. Εκείνη, όμως, αντί να φύγει, έριξε έναν τεράστιο ιστό στον λαιμό του και πλησιάζοντας πάνω του, ο ιστός έγινε χέρι και η αράχνη μια πανέμορφη γυναίκα με ένα διάφανο υφαντό πάνω της.
Ο Κώστας στο θέαμα έχασε τις αισθήσεις του και λιποθύμησε!

Μετά από λίγο, όταν κατάφερε να ανοίξει τα μάτια του, είδε το ίδιο πλάσμα μπροστά του. Μια κοπέλα με μαύρα μάτια, μαύρα μαλλιά, λευκό δέρμα, παραμυθένιο πρόσωπο και καλλίγραμμο σώμα…

Μόλις κατάλαβε ότι έχει όλες του τις αισθήσεις, σηκώθηκε να τρέξει. Να φύγει. Ήταν σίγουρος ότι είχε χάσει τα λογικά του!
Έτρεξε και έφτασε μέχρι την έξοδο. Γύρισε το κεφάλι του πίσω και την είδε στην ίδια θέση να τον κοιτάζει με τα μεγάλα της μάτια.
Κοντοστάθηκε.

Οι άλλοι 3 δεν είχαν σταματήσει να φωνάζουν το όνομά του. Είχε δύο επιλογές. Να ξεφύγει από αυτή την τρέλα ή να γυρίσει πίσω και να προσπαθήσει να καταλάβει τι έζησε μόλις!
Με αργά, γεμάτα αμφιβολία βήματα, την πλησίασε.
Δεν είχε ξαναδεί πιο όμορφα και εκφραστικά μάτια…

“Μπορείς να μου πεις τι συνέβη; Ίσως αν μου μιλήσεις, να ξέρω τι θα πω στον ψυχίατρο…”, ήταν το μόνο που σκέφτηκε να πει ο Κώστας, ενώ την κοιτούσε με ένα βλέμμα όλο απορία.
“Δεν είσαι τρελός”, του απάντησε με την πιο μεθυστική χροιά που είχε ακούσει ποτέ “Σε παρακολουθώ κάθε καλοκαίρι που έρχεσαι εδώ. Από μικρό παιδί, που ερχόσουν με τον παππού σου…”

Ο Κώστας άνοιξε διάπλατα τα μάτια του. “Αυτό μας κάνει 28 χρόνια… Εντάξει, έχω λιποθυμήσει και σε λίγο θα με συνεφέρουν! Δεν εξηγείται αλλιώς αυτή η παράνοια που ζω τώρα!”, είπε ενώ κρατούσε το κεφάλι του και έκανε πέρα δώθε μπροστά της.
“Καλύτερα να καθίσεις”, τον παρότρυνε κι εκείνος έκατσε κάτω, νιώθοντας πως τα έχει εντελώς χαμένα.
“Γεννήθηκα στην Αρχαία Ελλάδα, συγκεκριμένα στην περιοχή της Μικράς Ασίας και από μικρή αγάπησα και ακολούθησα το επάγγελμα της υφάντρας. Τα υφαντά μου ήταν τα πιο όμορφα. Μέχρι που μια μέρα, εκεί που ύφαινα στον αργαλειό μου, δεν ξέρω τι με έπιασε κι έφτιαξα ένα υφαντό με τόσο όμορφα χρώματα και λεπτομέρειες, που όμως απεικόνιζε θεούς που αποπλανούσαν ερωτικά θνητές. Ήταν τόσο όμορφο, που δεν άντεξα τον πειρασμό και το έδειξα σε όλους τους συντοπίτες μου. Όσο έπαιρνα συγχαρητήρια και το παρατηρούσα, τόσο φούντωνε η επιθυμία μου να συνευρεθώ με έναν θεό, ακόμη κι αν ήμουν ταγμένη παρθένα ιέρεια της θεάς Αθηνάς. Το ίδιο βράδυ, ήρθε στο όνειρο μου ο θεός Ερμής και μου μήνυσε να φύγω από το χωριό μου και να έρθω στην Πιερία, συγκεκριμένα εδώ μέσα. Όντως, σε αυτή τη σπηλια με περίμενε ένας πανέμορφος άντρας. Σαν εσένα. Ακριβώς σαν εσένα. Ψηλός, γεροδεμένος, με μεγάλα καφέ μάτια και μούσια. Πλάγιασα μαζί του. Ήξερα ότι ήταν θεός. Δεν διάλεγαν τυχαία τέτοια παρουσιαστικά οι θεοί για να πλησιάσουν τις θνητές. Με το τέλος της πράξης, η θεά Αθηνά εμφανίστηκε μπροστά μου και με τιμώρησε για την ασέβεια απέναντί της. Μετέτρεψε το σώμα μου σε αράχνη και με καταράστηκε να ζω πάντα κρεμασμένη εξασκώντας την τέχνη μου και να βρίσκεται πάντα κάποιος που να χαλάει τον ιστό μου. Φεύγοντας, ο θεός Άρης, που ήταν και ο άντρας που πλάγιασα, συμπλήρωσε πως η κατάρα θα λυθεί μόνο αν βρεθεί άντρας όμοιός του να με ποθήσει όπως αυτός. Μόνο τότε θα ηρεμήσει η ψυχή μου και το σώμα μου. Και να που μετά από τόσους αιώνες ήρθες εδώ να με σώσεις…”

Ο Κώστας έβαλε τα γέλια. Υστερικά! Δυνατά! Χτυπούσε με τα χέρια το κεφάλι του και προσπαθούσε να καταλάβει τι άκουσε μόλις! Όταν όμως ξανακοίταξε την κοπέλα απέναντί του που ήταν τόσο ήρεμη, μα τα δάκρυα δεν σταματούσαν να τρέχουν στα μάγουλά της, σταμάτησε.
“Θα πρέπει να πάω έξω, να ενημερώσω τους άλλους και θα ξαναέρθω, μάλλον…”, ήταν το μόνο που είπε και εκείνη δεν έκανε καμία κίνηση για να τον αποτρέψει.

Όντως βγήκε έξω από την σπηλιά και τα μάτια του έτσουξαν από το φως του ήλιου. Πήγε στους άλλους 3, οι οποίοι αφού τον ‘στόλισαν’, γιατί είχαν πεθάνει από την αγωνία τους, απαίτησαν να φύγουν. Ο Κώστας μάζεψε όπως όπως ό,τι είχε απομείνει κι έφυγαν.
Σε όλη την διαδρομή της επιστροφής, οι 4 τους δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Οι μεν 3 γιατί ήταν πολύ νευριασμένοι με τον Κώστα κι εκείνος γιατί επεξεργαζόταν όσα συνέβησαν στο μυαλό του και πάλευε να καταλάβει…

Μόλις έφτασε στο σπίτι, μπήκε να κάνει ένα καυτό μπάνιο. Όπως ήταν με την πετσέτα τυλιγμένη στη μέση του κι έκατσε στο κρεβάτι, είδε με την άκρη του ματιού του το μπαούλο με τα πράγματα του παππού του. Το είχε παρατηρήσει κι άλλες φορές, αλλά τώρα ένιωσε την ανάγκη να το ανοίξει.
Μέσα βρήκε παλιά ρούχα, σύνεργα ορειβασίας, φωτογραφίες και κάτω κάτω κάτι που έμοιαζε με τραπεζομάντηλο. Όταν το έβγαλε και το άνοιξε, έμεινε με το στόμα ανοιχτό! Ήταν ένα άσπρο υφαντό, το οποίο απεικόνιζε όμορφους άντρες που προσπαθούσαν να γδύσουν και να αποπλανήσουν γυναίκες. Όλα με υπέροχα χρώματα και κάθε λεπτομέρεια, ακόμα και στις εκφράσεις των απεικονιζομένων!

Το έριξε πάλι μέσα και με τρεμάμενα χέρια άρχισε να ντύνεται. Παράλληλα, πήρε τη μητέρα του τηλέφωνο, από την οποία έμαθε ότι ο πατέρας του παππού του το είχε διεκδικήσει σε μια δημοπρασία γιατί άρεσε πολύ στη γυναίκα του και ότι ήταν από τα πράγματα που μπόρεσαν να περισώσουν με την Καταστροφή και κάπως έτσι κατέληξε από τα παράλια της Μικράς Ασίας στην Ελλάδα.

Της έκλεισε απότομα το τηλέφωνο, πήρε την τσάντα ορειβασίας που ήταν έτοιμη από το πρωί και πρόσθεσε μέσα έναν φακό και το υφαντό.

Σε λίγες ώρες ήταν πάλι στον καταρράκτη. Δεν είχε ξαναπάει νύχτα και όσο καλός αναβάτης κι αν ήταν, τα χρειάστηκε! Αυτή τη φορά η λίμνη ήταν ασημένια και όχι χρυσή, ενώ οι οσμές και οι ήχοι τριγύρω εντελώς διαφορετικοί…

Μπήκε μέσα στη σπηλιά και την βρήκε εκεί! Τον περίμενε ακόμη! Πήγε κι έκατσε δίπλα της. Άνοιξε την τσάντα κι έβγαλε από μέσα το υφαντό.
Εκείνη μόλις το είδε, το άρπαξε από τα χέρια του και πέρασε τα δάχτυλά της πάνω από κάθε κλωστή.
“Πρέπει να είμαι θεότρελος που βρίσκομαι εδώ” της είπε και έπιασε το πηγούνι της.
Εκείνη του χαμογέλασε. Για πρώτη φορά. Και τώρα ήταν ακόμα πιο όμορφη.

“Άκουγα μικρός από τον παππού μου ιστορίες για θεούς, νύμφες και εξωπραγματικά όντα στον Όλυμπο… Ποτέ δεν τις πίστεψα…”, της είπε και την φίλησε. Ούτε κι εκείνος ήξερε τι έκανε, αλλά το φιλί της ήταν μεθυστικό, όπως και όλη της η παρουσία.
Άπλωσε το χέρι της και τον καθοδήγησε προς τη λίμνη. Του έβγαλε ένα ένα τα ρούχα κι αφού αφαίρεσε το διάφανο υφαντό της, βούτηξαν μαζί μέσα.

“Πάντα σκεφτόσουν ότι δεν γίνεται να χάσεις την απόλυτη επαφή με αυτή την ομορφιά… της φύσης. Απόψε δεν θέλω να την χάσω ούτε εγώ… μαζί σου…”, του είπε με την μεθυστική της φωνή.

Και ο Κώστας αφέθηκε ολοκληρωτικά. Παραμέρισε πλήρως τη λογική. Την άρπαξε στα χέρια του και ψηλάφησε όλο το κορμί της κάτω από το νερό. Το ίδιο μιμήθηκε κι εκείνη. Το ένα χάδι έφερε το άλλο, ώσπου έγιναν ένα! Και οι βαριές ανάσες τους ήταν το μόνο που ακουγόταν, ενώ ο Κώστας είχε χάσει κάθε λογική και την ήθελε ξανά και ξανά όλο και πιο παθιασμένα!

Μέχρι που ξημέρωσε…
Τα πρώτα κελαηδήματα ξύπνησαν τον Κώστα, που κοιμόταν με το εσώρουχο δίπλα στη λίμνη και το υφαντό και το διάφανο φόρεμα αγκαλιά.
Σηκώθηκε απότομα και κοίταξε γύρω του.
Το πανέμορφο πλάσμα δεν υπήρχε πουθενά…
Άραγε ήταν όνειρο;

Αγγελική Ανδριοπούλου

One response to “Η Αράχνη”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading