Η Αράχνη – 2

Προηγούμενο

Ο Κώστας πετάχτηκε στον ύπνο του ιδρωμένος, αδύναμος να αναπνεύσει. Είχε δει ξανά εκείνο το όνειρο… 2 χρόνια τώρα τον κυνηγούσε στον ύπνο του! Εκείνη η θεϊκή παρουσία με τα μαλλιά στο χρώμα του ερέβους, τις δύο μαύρες λίμνες στα μάτια και το κάτασπρο δέρμα. Το αισθανόταν τόσο ζωντανό… Η συνομιλία τους, τα αγγίγματα, η στιγμή τους μέσα στην λίμνη, στην αγαπημένη του σπηλιά, στους πρόποδες του Ολύμπου, που πια δεν ήταν μόνο τόπος ανάμνησης όμορφων στιγμών με τον παππού του, αλλά και εκείνης της – πέρα από κάθε φαντασία – συνάντησής του με την… Αράχνη! Μια γυναικεία μορφή της αρχαιότητας που αποφάσισε να εμφανιστεί στον Κώστα τον 21ο αιώνα μ.Χ. και να τον κάνει να χάσει τα λογικά του! Φυσικά, δεν είχε μιλήσει σε κανέναν για όσα έγιναν σε εκείνη την σπηλιά, ούτε για το υφαντό και το διάφανο φόρεμά της που είχε κρύψει στο μπαούλο του παππού του, στο εξοχικό.

Ακούμπησε τους κροτάφους του με τα δάχτυλά του και εικόνες άρχισαν να ξεπηδούν πάλι.
Πεζοπορία. Σπηλιά. Κλάματα. Μύθος. Φευγιό. Επιστροφή. Έρωτας. Εξαφάνιση.

Άνοιξε το φως για να διαλυθούν οι εικόνες από μπροστά του και κοίταξε το ρολόι δίπλα του. 5:55. Κάθε φορά η ίδια ώρα. Η ώρα που είχε ξυπνήσει μέσα στη σπηλιά. Και δεν ήξερε αν όσα συνέβησαν ήταν μια τρελή δική του φαντασίωση ή πραγματικότητα. Σηκώθηκε με το ζόρι από το κρεβάτι και πήγε στο μπάνιο. Το παγωμένο νερό στο δέρμα του τον βοήθησε να συνέλθει και ο διπλός εσπρέσσο να κλειδώσει στο πίσω μέρος του μυαλού του οτιδήποτε είχε σχέση με αυτή την παρουσία και να ετοιμαστεί για τη δουλειά. Πίστεψε πως επιστρέφοντας στην Αθήνα και αποφεύγοντας τις καλοκαιρινές διακοπές προς εκείνα τα μέρη, θα σταματούσε αυτή η τρέλα…

Διανύοντας τα μισά του χειμώνα, το κρύο ήταν αρκετά τσουχτερό. Ωστόσο, ένα ακόμη όνειρο έκανε τον Κώστα να μπει Σάββατο βράδυ στο αυτοκίνητο και αφού χτύπησε τα χέρια στο τιμόνι είπε “Δεν γίνεται άλλο αυτή η τρέλα!”, ενώ ένας μυς συσπάστηκε στο σαγόνι του. Κοίταξε για λίγο τον σκοτεινό ουρανό και έβαλε μπρος. Με σπασμωδικές κινήσεις και ιλιγγιώδη ταχύτητα έφτασε σε λιγότερο από 4 ώρες στην άλλη άκρη της Ελλάδας. Στο σπίτι του παππού του, σε ένα χωριό στους πρόποδες του Ολύμπου.

Τα δόντια του χτυπούσαν από το κρύο, αλλά δεν θα άφηνε λεπτό να πάει χαμένο. Φόρεσε τον ορειβατικό εξοπλισμό και με κίνδυνο της ζωής του, κατευθύνθηκε μέσα στη νύχτα για τη σπηλιά. Η ορατότητα ήταν σχεδόν μηδαμινή, τα νερά είχαν παγώσει στους 0 βαθμούς και γλιστρούσε σε κάθε βήμα του, ενώ το έδαφος ήταν γεμάτο υγρασία και κάθε τόσο τα πόδια του βυθίζονταν σε λάσπες. Όντας, όμως, δεινός ορειβάτης κατάφερε να φτάσει στον καταρράκτη.

Τον ήχο του νερού που έπεφτε, συνόδευε μια ιδιαίτερη μυρωδιά, κράμα χλωροφύλλης και οξυγόνου. Πήρε μια βαθιά ανάσα και πέρασε μέσα από τον καταρράκτη. Το παγωμένο νερό τον έκανε να νιώσει πως η καρδιά του σταμάτησε να χτυπά για εκείνα τα δευτερόλεπτα, αλλά η μαγεία της λίμνης πίσω από τον καταρράκτη, τον δικαίωσε για όλη την ταλαιπωρία. Έβγαλε την τσάντα από την πλάτη και τα ρούχα του, αφενός γιατί ήταν βρεγμένα, αφετέρου γιατί ο χώρος ήταν γεμάτος υδρατμούς και το νερό της λίμνης ζεστό, όπως πάντα.

Έκατσε καθιστός στην άκρη της, βούτηξε τα πόδια του μέσα και έκλεισε τα μάτια του. Ένιωσε το μυαλό του να αδειάζει. Άφησε το κορμί του να πέσει μέσα και το νερό να το αγκαλιάσει. Όταν έβγαλε το κεφάλι του στην επιφάνεια, είπε αφήνοντας όλο τον αέρα να βγει από τα πνευμόνια του: “Μακάρι να ήσουν αληθινή! Να ήσουν εδώ. Τώρα ξέρω ότι όλα είναι ένα…”.
“Προτείνω να μην τελειώσεις την πρότασή σου”, ακούστηκε μια γυναικεία μεθυστική φωνή που τον έκανε να ανατριχιάσει και να ψάξει γύρω του να βρει την πηγή της.

Μια καλλίγραμμη παρουσία πέρασε μέσα από τον καταρράκτη, με ένα λευκό ύφασμα να καλύπτει το κορμί της, αφήνοντας εκτεθειμένα τα ψηλά πόδια της και τα χέρια της. Ο Κώστας με μια κίνηση βγήκε από την λίμνη και μετά έμεινε ακίνητος, περιμένοντας να τον πλησιάσει εκείνη. Όταν έφτασε σε απόσταση αναπνοής, ένιωσε την ανάσα της καυτή στα χείλη του.
“Αν είσαι αληθινή, απόδειξέ το μου, σε παρακαλώ”, της είπε και ένιωθε το σώμα του να τρέμει
“Έχεις, άραγε, ξαναπαρακαλέσει γυναίκα;”, του απάντησε και το χαμόγελό της πυροδότησε μια φωτιά μέσα του
“Δεν γίνεται να έρχομαι δεύτερη φορά στο ίδιο μέρος και να είσαι κι εσύ εδώ. Ή είμαι όντως φαντασιόπληκτος και βλέπω πράγματα που δεν υπάρχουν ή…”, ένιωσε το δάχτυλό της στα χείλη του

“Είμαι αληθινή”, πέρασε τον αντίχειρά της από το κάτω χείλος του. “Όλα αυτά που διαβάζετε στα μυθολογικά βιβλία, υπάρχουν. Και οι άνθρωποι και οι θεοί και οι άλλες μορφές και οι κατάρες. Μόνο που…”, ακούμπησε το μάγουλό του, “τα βλέπουν μόνο όσοι τα πιστεύουν. Και ο παππούς σου με τις γνώσεις του και την αγάπη του για την αρχαία ελληνική ιστορία και μυθολογία σε βοήθησε να ‘δεις’. Υπήρξα καταραμένη εξαιτίας της υπερηφάνειάς μου και της ατίμωσης της θεάς Αθηνάς και του ιερού της ναού με τα λόγια και τις πράξεις μου. Έπρεπε να επιβιώσω χιλιάδες χρόνια μέσα στο σώμα ενός αρθρόποδου, για να έρθεις εσύ, όμοιος με τον θεό Άρη, να με λυτρώσεις. Υπάρχω, λοιπόν”.

Ο Κώστας την άκουγε με προσοχή και την κοίταζε μέσα στα μάτια. Ακούμπησε το χέρι της που ήταν πάνω στο μάγουλό του και όταν το ένιωσε, πίστεψε πως πλέον δεν επρόκειτο για φαντασία.
“Δύο χρόνια τώρα, γιατί δεν έκανες κάτι να με απαλλάξεις από το δικό μου μαρτύριο; Σε έβλεπα στον ύπνο μου, σε σκεφτόμουν στον ξύπνιο μου… μια μυθική παρουσία που δεν ήξερα αν ήταν αληθινή!”
“Δεν μπορώ να φύγω από εδώ. Η τιμωρία μου είναι τόσο μεγάλη, που μόνο ένα μέρος της έλυσες εσύ. Η θεά μεταξύ άλλων, προβλέποντας ότι στο μέλλον θα λυθεί η κατάρα, με έδεσε με μια δεύτερη. Να μείνω για πάντα νέα και όμορφη. Έτσι, και να ερωτευτώ κάποιον, εκείνος θα μεγαλώσει, θα θέλει να κάνει οικογένεια, να φτιάξει σπίτι κι εγώ…”
“Κι εσύ;”, την ρώτησε ο Κώστας και πέρασε μια τούφα από τα ίσια, μαύρα μαλλιά της πίσω από το αυτί της. “Ερωτεύτηκες;”.
Η Αράχνη κατάπιε δυνατά και τράβηξε το χέρι της. Έκατσε στη λίμνη οκλαδόν και κοίταζε την αντανάκλασή της.

“Ξέρεις…” , είπε και ο Κώστας έκατσε δίπλα της “…ο Άρης με ενθουσίασε με τα όμορφα λόγια του και το θεϊκό του κορμί και στο τέλος με εκμεταλλεύτηκε. Μου πήρε ό,τι πολυτιμότερο είχα και, σαν άλλη Μέδουσα, έμεινα πίσω να πληρώσω εγώ το τίμημα…”, ολοκλήρωσε και ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της.
“Ομολογώ πως μου φαίνονται όλα περίεργα και πρωτόγνωρα. Συζητάμε για θεούς και ύβρεις σαν να τα έχω ζήσει”
“Μα τα έχεις ζήσει. Μέσα από τον παππού σου. Δεν είναι τυχαίο που είχε το υφαντό μου. Η Μοίρα είχε φροντίσει, τουλάχιστον, να μας φέρει κοντά”
“Δεν μου απάντησες, όμως”
Η Αράχνη γύρισε και τον κοίταξε.
“Εσύ; Έχεις ερωτευτεί;”
Μια υποψία χαμόγελου εμφανίστηκε στα χείλη του.

“Εγώ δεν πίστευα στον έρωτα. Η σαρκική επαφή ήταν ένας τρόπος να χαλαρώνω, χωρίς κάποιο δέσιμο ή ουσία. Και μετά εμφανίστηκε ένα πλάσμα από το πουθενά. Εκείνο το καυτό σου άγγιγμα, τα μαύρα σου μάτια που γυάλιζαν από ηδονή, η καυτή σου σάρκα, η μυρωδιά της μέντας και της κανέλας στην ανάσα σου, το πώς το κορμί σου κούμπωνε με το δικό μου… Η ιστορία σου. Αυτός ο συνδυασμός φανταστικού και πραγματικού. Δεν μπορούσα να σε βγάλω από το μυαλό μου και το χειρότερο είναι ότι αυτό δεν μου έχει ξανασυμβεί”
Η Αραχνη χαμογέλασε.

“Δεν μου έχει μιλήσει κανείς έτσι… Όχι ότι έχω γνωρίσει και πολλούς ανθρώπους”, είπε σε αυτοσαρκαστικό τόνο
“Και δεν θα σου ξαναμιλήσει”, της απάντησε αυστηρά ο Κώστας κι εκείνη τον κοίταξε κάπως φοβισμένη
“Από εκείνο το βράδυ δεν μπορώ να φανταστώ να σε αγγίζει άλλος”
“Δεν θέλω να με αγγίξει άλλος”, του απάντησε η Αραχνη και πέρασε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. Αμέσως, όμως, το βλέμμα της μελαγχόλισε. “Αλλά δεν θα μπορέσω ποτέ να σου προσφέρω αυτά που θέλεις”
“Και τι θέλω;”, τη ρώτησε με βαριά φωνή ο Κώστας
“Οικογένεια, παιδιά, να γεράσεις με τη γυναίκα σου…”

“Έχεις δοκιμάσει να φύγεις από εδώ;”, τη ρώτησε αιφνιδιάζοντάς την
“Όχι, ξέρω τη μοίρα μου. Είναι προδιαγεγραμμένη”, απάντησε και πήρε τα χέρια της από πάνω του
“Κι αν σου έλεγα ότι με το ρίσκο οι άνθρωποι αλλάζουν τη μοίρα τους;”
“Τι είναι ρίσκο;”, ρώτησε με αθώο βλέμμα η Αράχνη
“Θα σου πω, αφού πρώτα επιβεβαιώσω έμπρακτα ότι δεν είσαι όνειρο”, είπε και τη φίλησε παθιασμένα. Μόνο όταν ένιωσε τα χείλη του να πονάνε σταμάτησε. Η Αραχνη έβγαλε με μια κίνηση το λευκό υφαντό και βούτηξε στη λίμνη. Ο Κώστας την ακολούθησε χωρίς να το σκεφτεί και βρέθηκαν στην ίδια θέση που ήταν και το πρώτο τους βράδυ. Εκείνη κολλημένη με την πλάτη στις πέτρες και ο Κώστας μπροστά της.

“Τώρα;”, τον ρώτησε πονηρά και ο Κώστας με μια κίνηση την σήκωσε κι εκείνη έκατσε στο σημείο που τελειώνουν οι πέτρες και ξεκινά η λίμνη. Άνοιξε τα πόδια της με τα χέρια του και την κοίταξε στα μάτια. “Για να πειστώ, θα πρέπει να ενεργοποιήσω όλες μου τις αισθήσεις. Σειρά έχει η γεύση”, είπε και το πρόσωπό του χάθηκε ανάμεσα στα πόδια της. Δεν είχε βιώσει ποτέ κάτι παρόμοιο και το ηλεκτρικό ρεύμα που ένιωθε στην σπονδυλική της στήλη, σε συνδυασμό με τη μέση της που είχε σχηματίσει τόξο και το βουητό στα αυτιά της, την οδήγησε σε ένα δυνατό ουρλιαχτό που δημιούργησε αντίλαλο στη σπηλιά. Μόνο τότε ο Κώστας σταμάτησε και την κοίταξε. Τα κόκκινα μάγουλά της, το εξαντλημένο κορμί της και οι κόφτες της ανάσες, ήταν αρκετά για να την τραβήξει πάνω του και με μια κίνηση να μπει μέσα της. Εκείνη ένιωθε ότι δεν έχει άλλες δυνάμεις, αλλά ο ένας οργασμός διαδεχόταν τον άλλον, με τον τελευταίο να τους οδηγεί μαζί στην κορύφωση. Κρατώντας την αγκαλιά ξάπλωσαν στο ίδιο σημείο που είχε ξυπνήσει τότε μόνος του, μόνο που τώρα οι πρώτες ακτίνες του ηλίου φαίνονταν πίσω από τα νερά του καταρράκτη και είχε στην αγκαλιά του την Αράχνη.

“Θα μου πεις τώρα τι είναι ρίσκο;”, τον ρώτησε και χασμουρήθηκε. Ο Κώστας την βοήθησε να ντυθεί και χαϊδεύοντάς την στα μαλλιά, αποκοιμήθηκε. Την πήρε στην πλάτη του και μετά από πολύ προσπάθεια και αρκετές στάσεις, έφτασαν στο αυτοκίνητό του. Ήταν τόσο εξαντλημένη, που δεν κατάλαβε τίποτα. Ούτε όταν την ξάπλωσε στο κάθισμα του συνοδηγού, ούτε όταν την μετέφερε αγκαλιά στο κρεβάτι του. Μετά από ώρες, άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε έντρομη γύρω της.
“Πού είμαι;”, σχεδόν ούρλιαξε
“Σπίτι του παππού μου”, της απάντησε ήρεμα ο Κώστας
“Τι έκανες; Δεν γίνεται να φύγω από τον καταρράκτη!”, συνέχισε ταραγμένη
“Κι όμως έφυγες. Πήραμε μαζί το ρίσκο και να ‘σαι! Ρίσκο, λοιπόν, είναι να κάνεις κάτι πέρα από αυτά που κάνεις συνήθως, πέρα από αυτά που η μοίρα, νομίζεις, ότι έχει προκαθορίσει για σένα. Αν εκείνο το βράδυ δεν είχα πάρει το ρίσκο να έρθω να σε βρω, δεν θα είχε σπάσει ποτέ η κατάρα, δεν θα σε είχα γνωρίσει ποτέ”

Οι παλμοί της Αράχνης άρχισαν να πέφτουν. “Έχεις δίκιο. Αλλά για πόσα χρόνια…”
Ο Κώστας την διέκοψε με ένα φιλί. “Άσε εμένα να ανησυχώ για αυτό. Έχω τόσα να σου δείξω. Πάμε να κάνεις ένα μπάνιο και να φορέσεις ‘ανθρώπινα’ ρούχα. Θα πάμε βόλτα στο χωριό”

Η Αράχνη δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το μεγάλο χαμόγελο που εμφανίστηκε στα χείλη της. Χιλιάδες χρόνια ήταν εγκλωβισμένη στο ίδιο μέρος, και μάλιστα ως ζωύφιο, και τώρα αυτός ο άντρας της προσέφερε απλόχερα ελευθερία!

Αφού φόρεσε τα χειμερινά ρούχα της μητέρας του Κώστα και ένα βαρύ μπουφάν – παρόλο που δεν αισθάνονταν ιδιαίτερα τις θερμοκρασίες γύρω της – τον αγκάλιασε και του είπε:
“Ρώτα με ξανά”
Εκείνος χαμογέλασε πονηρά.
“Μυθικό μου πλάσμα, έχεις ερωτευτεί ποτέ;”
“Ναι. Εσύ;”
“Ναι”.

Αγγελική Ανδριοπούλου

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading