Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Η εκδίκηση της μάγισσας

[Σημείωση: Φέτος (2024), εκτός απροόπτου, θα δημοσιευτεί το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματός μου σε συνέχειες, «Η Εντολή της Κόμισσας». Μέχρι τότε, θα δημοσιευτούν μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]

***

Η εκδίκηση της μάγισσας

του Πωλ Μπρέντναν
(Τεύχος Μαΐου, 1875, σελ. 10-27)

Αγαπημένε μου αναγνώστη,
Το ακόλουθο κείμενο του κυρίου Μπρέντναν είναι το δεύτερο έργο του εν λόγω συγγραφέα που δημοσιεύεται στο Weird Literature. Όπως και το πρώτο του διήγημα («Το κυνήγι της μάγισσας», Τεύχος Σεπτεμβρίου, 1874), έτσι και αυτό σχετίζεται με την, ομολογουμένως, τραγική ιστορία του διωγμού των υποτιθέμενων μαγισσών στο Σάλεμ της Μασαχουσέτης της Αμερικής, προ δύο αιώνων περίπου. Διακόσιοι άνθρωποι, κυρίως γυναίκες, κατηγορήθηκαν ότι είχαν σχέσεις με τον Διάβολο, είκοσι εκ των οποίων εκτελέστηκαν, με κύριο όργανο θανάτου την αγχόνη.
Υποτιθέμενων μαγισσών, έγραψα, αλλά ο κύριος Μπρέντναν, για άλλη μια φορά, μας λέει ότι υπάρχει μια πιο βαθιά και ανησυχητική αλήθεια σε αυτόν τον όρο. Η κριτική του προς τους ιθύνοντες των διωγμών είναι αιχμηρή. Θα διαπιστώσεις, αγαπημένε αναγνώστη, ότι ο συγγραφέας τρέφει μεγάλη συμπάθεια για τους ανθρώπους που άδικα καταδικάστηκαν και θανατώθηκαν. Δεν μπορεί να κρύψει την θλίψη του για όσα συνέβησαν, όμως μπορεί να ρίξει τα λογοτεχνικά βέλη του σε αξίες που υποτίθεται ότι είναι σωστές, μα που στην πραγματικότητα καταστρέφουν την ανθρωπιά και την καλοσύνη, και σε ανθρώπους που θα έπρεπε να χρησιμοποιούν την αρμόδια θέση τους για καλό και όχι για να βλάπτουν άλλους.
Ένα πράγμα οφείλω να σχολιάσω. Δεν έχω νιώσει ποτέ να πνίγομαι, αλλά ο κύριος Μπρέντναν, με μια συγκεκριμένη σκηνή του, με έκανε να σηκωθώ από την καρέκλα μου και να βγω από το σπίτι μου, για να πάρω ανάσα.
Τζον Μπάρλοου

«Μας έχει βοηθήσει πολύ ο μύθος του Χριστού»
Πάπας Λέων Ι’
Τον Ιανουάριο του 1693 δόθηκε αμνηστία στους τελευταίους κατηγορουμένους για μαγεία. Πολλές ψυχές στο ταλαιπωρημένο Σάλεμ αναφώνησαν με χαρά στην ανακοίνωση αυτή, ξέροντας ότι το μαρτύριό τους είχε λάβει το ποθητό τέλος και πως πλέον μπορούσαν να συνεχίσουν την ζωή που τους είχαν κλέψει απάνθρωπα τέρατα, που με τον μανδύα του δικαστού ή του αιδεσιμότατου, έκριναν και κατέκριναν και διέταζαν εκτελέσεις, δίχως να σκέφτονται ή να αναρωτιούνται έστω για την απόφασή τους. Τα διψασμένα για αίμα κτήνη που φέρουν τόσο έντονα την υποστήριξη ενός καχύποπτου και δεισιδαίμονα λαού, αυτοί οι γελοίοι υποκριτές που δεν έπρεπε να λάβουν ποτέ περισσότερη εξουσία από το να αποφασίζουν αν θα πήγαιναν έναν περίπατο ή αν θα έμεναν στο σπίτι να διαβάζουν και, ζώντας στον δικό τους εσώτερο κολασμένο τόπο, να παραφράζουν κατά το δοκούν τη Βίβλο, έβαψαν τόσο πρόθυμα με αίμα και κατέκαψαν και τάισαν στα όρνια ανθρώπινα κορμιά, που κάποτε ήταν διαποτισμένα με το θείο δώρο της ζωής και της προσδοκούμενης ευτυχίας. Οι σατράπηδες αυτοί είχαν όλα τα προνόμια, από τις θεωρητικές γνώσεις μέχρι την απτή εξουσία, να οδηγήσουν τον αναζητούντα τη σωστή οδό λαό σε μονοπάτια φωτεινά, μακριά από τα κακόφημα σοκάκια του σκοταδισμού. Αλλά επέλεξαν συνειδητά και αδίκως να βυθίσουν το πλοιάριο του Σάλεμ σε μια ανθρωποφάγα μανία, προδίδοντας κάθε χριστιανική έννοια που υποτίθεται ότι πρέσβευαν.

Ήταν παραδόπιστα κτήνη αυτοί οι έχοντες εξουσία και είναι πραγματικά λυπηρό που δεν τιμωρήθηκαν παραδειγματικά. Δεν θα άλλαζε κάτι για τα θύματά τους, θα παρέμεναν νεκρά, φαγωμένα από όρνια ή από τη φωτιά ή από ψάρια, με τις τελευταίες τους ημέρες και στιγμές να είναι μαρτυρικές, ενώ οι κατ’ ευφημισμόν διώκτες τους, ο κάθε Γουίλιαμ Στάουτον και Κότον Μάθερ που, με σημαία ένα προσωπείο του Κυρίου, είχαν εξαπολύσει το δαιμονισμένο κυνήγι τους, το μόνο που τους συνέβη ήταν απλώς να παραμεριστούν και να συνεχίσουν να κηρύττουν είτε σε αίθουσες δικαστηρίων είτε σε άμβωνες ναών, με τον κόσμο να τους ακούει μεν, αρχίζοντας σταδιακά να τους αμφισβητεί, δε. Θα περνούσαν, όμως, πολλά χρόνια ακόμα για να περιοριστεί σημαντικά η επιρροή τέτοιων αποβρασμάτων.

Όμως, δεν ευτύχησαν όλοι τους. Κάποιοι συνάντησαν την μοίρα τους και ποδοπατήθηκαν από αυτή. Ένας από αυτούς ήταν και ο γέρος αιδεσιμότατος Τόμας Κρέιν, της κοινότητας Λιτλ Σάλεμ, ο οποίος μαζί με άλλους αχρείους ακολούθους του «συνέλαβαν» και εκτέλεσαν την δεκαεπτάχρονη Χάνα Ράουθον, δύο μόλις χρόνια μετά την αμνηστία που είχε δοθεί στους κατηγορούμενους για μαγεία. Μόνο που η περίπτωση της δεσποινίδος Ράουθον είχε πολύ διαφορετική κατάληξη από αυτή της Σάρας Όσμπορν, της Λίντια Ντάστιν, της Ανν Φόστγυθ, του Ρότζερ Τουθέικερ και όλων των λοιπών δολοφονηθέντων του Σάλεμ.

Δεν θα αναφερθεί σε μεγάλη έκταση ο βίος της νεαρής Χάνα Ράουθον από την γέννηση ως την εκτέλεσή της. Αρκεί στον αναγνώστη να ξέρει ότι ζούσε μαζί με τους γονείς της στο μικρό καλύβι που είχαν στον λόφο Σαν Χιλ, του Λιτλ Σάλεμ. Όπως και ο Τζον και η Κριστίνα, ο πατέρας και η μητέρα της και όπως και οι περισσότεροι από τους προηγούμενους συγγενείς της, η Χάνα ήταν ένα μικρόσωμο πλάσμα με μαύρα μαλλιά και μπλε μάτια, που ασχολιόταν μονάχα με τα πρόβατα, τις κατσίκες, τις κότες, τα σκυλιά, τις γάτες και το χωράφι που είχαν. Αδέρφια δεν είχε η Χάνα, καθότι η μητέρα της είχε χάσει τα δύο προηγούμενα παιδιά της ενώ τα έφερνε στον κόσμο. Ήταν δύο πολύ μεγάλες και πολύ πικρές απογοητεύσεις για τους Ράουθον, που έβλεπαν τα χρόνια να περνάνε και να μην πιάνουν άλλο παιδί, δίνοντας αφορμή στους συγχωριανούς τους να τους σχολιάζουν με τον δήθεν συγκινητικό, αλλά κυρίως κακεντρεχή τρόπο που συνηθίζουν οι άνθρωποι όχι μόνο στις βουκολικές, αλλά και στις αστικές περιοχές.

Ευτυχώς, όμως, ο καλός Θεός, τον οποίο επικαλούνταν μέρα και νύχτα, στάθηκε στο πλάι τους και οι Ράουθον δεν έχασαν τις ελπίδες τους για κάποιον απόγονο. Συνέχισαν τις προσπάθειές τους και η Κριστίνα καρποφόρησε τον Δεκέμβριο του 1677 και γέννησε τη Χάνα τον επόμενο χρόνο, με τη βοήθεια δύο γυναικών του χωριού. Ήταν μια ανοιξιάτικη μέρα σε έναν δριμύ χειμώνα για τον Τζον και την Κριστίνα Ράουθον, που μάτι δεν έκλεισαν όλο το βράδυ, για να λατρέψουν την κόρη που είχαν αποκτήσει.

Οι σχέσεις των όλο και γηραιότερων Ράουθον με τους άλλους κατοίκους του Λιτλ Σάλεμ ήταν ανέκαθεν καλές. Είχαν οικονομικές συνδιαλλαγές, παρευρίσκονταν στον ίδιο ναό για την Κυριακάτικη Λειτουργία, ενώ η Κριστίνα συχνά αντάλλασσε μαγειρεμένα φαγητά ή γλυκά με άλλες γυναίκες και ο Τζον και άλλοι άντρες πουριτανοί της κοινότητας συγκεντρώνονταν κρυφά και επιδίδονταν σε οινοποσίες κάποια βράδια.

Παρότι άτεκνο για χρόνια και διαμένοντας μόνιμα λίγο έξω από την κοινότητα στην οποία ανήκε, το ζεύγος Ράουθον δεν είχε αντιμετωπιστεί ποτέ με καχυποψία ή επιθετικά από τους άλλους. Αυτό άρχισε να αλλάζει απ’ όταν η Κριστίνα γέννησε τη Χάνα σε ηλικία πενήντα ετών, γεγονός που δημιούργησε αδικαιολόγητες αμφιβολίες. Θεώρησαν παράξενο το γεγονός, ειδικά από τη στιγμή που την ίδια χρονιά γεννήθηκε στο στάβλο των Ράουθον και το πρώτο μαύρο πρόβατο της κοινότητας. Σε αντίθεση με τον ερχομό της Χάνα που τον διατυμπάνισαν, ο Τζον και η Κριστίνα πάλεψαν για να κρατήσουν κρυφή την ύπαρξη του μαύρου προβάτου τους, αλλά αυτό κατέστη ανέφικτο, ειδικά από τότε που η Χάνα άρχισε να περπατάει και να τρέχει και να συμμετέχει ενεργά στην ανατροφή των αιγοπροβάτων της οικογένειάς της. Το μαύρο πρόβατο έγινε το αγαπημένο της, το φρόντιζε περισσότερο από όλα τα άλλα, ενώ συχνά διέσχιζαν μαζί τον λόφο, η Χάνα μπροστά και το πρόβατο να την ακολουθεί βελάζοντας με χαρά. Αναπόφευκτο ήταν να τη δουν οι άλλοι χωρικοί και, όντας ακόμα επηρεασμένοι από τους διωγμούς των μαγισσών, να αρχίσουν να αναρωτιούνται για τους Ράουθον. Κράτησαν κάποιες αποστάσεις, κυρίως σε γιορτές και στις καθημερινές συνδιαλλαγές, όμως δεν απέφευγαν εντελώς την οικογένεια της Χάνα. Ωστόσο, ήταν σαφές στον Τζον και την Κριστίνα πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τους κατοίκους του Λιτλ Σάλεμ ως προς την αντιμετώπισή τους προς τους ιδίους. Η Χάνα δεν ασχολήθηκε με τους συγχωριανούς της, παρά όταν ήταν αργά, όταν η ίδια μεγάλωσε αρκετά για να έχει τα πρώτα σκιρτήματα για τα αγόρια του χωριού και όταν οι γονείς της κατέπεσαν λόγω γηρατειών. Τότε ήταν που η μία εκ των γατών της οικογένειας απέκτησε το πρώτο μαύρο γατάκι μετά από σχεδόν μισό αιώνα από την τελευταία φορά που γεννήθηκε γάτα με κατάμαυρο τρίχωμα (και οι τότε πρόγονοι της κοπέλας, ένεκα του δεισιδαιμονικού φανατισμού που τους διακατείχε, φοβήθηκαν ότι μπορεί να τους το είχε στείλει ο Σατανάς, οπότε και ο προπάππος της Χάνα το έπνιξε και το έκρυψε στο δάσος, πριν καταλάβει κάτι κανείς άλλος). Αλλά η Χάνα αγαπούσε τα ζώα που είχαν και το αγάπησε πολύ αυτό το γατάκι, και δεν είχε κανένα σκοπό να το διώξει, πόσο μάλλον να το φονεύσει. Όταν, δε, εκείνη, το γατάκι και το μαύρο πρόβατο έπαιζαν στις ελεύθερες ώρες, η ευτυχία που ένιωθε ήταν σχεδόν μυθική. Έτρεχαν σε όλο το αγρόκτημα, γύρω από το σπίτι, ενώ η Χάνα είχε πάντα μαζί της μια μικρή άσπρη μπάλα πλεξίματος, την οποία πετούσε και η γάτα έτρεχε να την αρπάξει και το πρόβατο ακολουθούσε. Ακόμα και μέσα στο σπίτι τα άφηνε να μπουν, παρά το γεγονός ότι οι γονείς της της έλεγαν ότι θα λερώσουν ή ότι η γάτα μπορεί να έτρωγε το φαγητό από το τσουκάλι. Συχνά, η γάτα και το πρόβατο περίμεναν τη Χάνα να βγει από το καλύβι και αμέσως έσπευδαν να την καλημερίσουν, ενώ όταν εκείνη έφευγε και γύριζε, τα δύο ζώα έρχονταν να την προϋπαντήσουν με πολλή αγάπη. Άλλες φορές η γάτα κοιμόταν στην καμπούρα του προβάτου, το οποίο καθόταν στο έδαφος για να ξαποστάσει.

Όμως, ένας από τους νεαρούς που αγαπούσε τη Χάνα και που θα ήθελε να συνάψει δεσμό μαζί της την είδε μια ζεστή φθινοπωρινή μέρα του Οκτώβρη του 1695 να έχει ξαπλώσει στη λοφοπλαγιά, έχοντας να αναπαύονται στα δεξιά της το πρόβατο και στα αριστερά την γάτα. Μια γυναίκα ανάμεσα σε δύο ζωντανά με μαύρο τρίχωμα ήταν κάτι ανήκουστο για το Λιτλ Σάλεμ, και ο νεαρός, ένα όμορφο παλικάρι, ακόμα επηρεασμένος από τις διδαχές του αιδεσιμότατου, των γονιών και των άλλων συγχωριανών του, γύρισε και έφυγε τρέχοντας, πετώντας στην πορεία τα λουλούδια που είχε για να προσφέρει στη Χάνα. Είχε φύγει από το σπίτι του στα κρυφά, για να τη συναντήσει, αλλά τώρα από το ταραγμένο, νεανικό μυαλό του περνούσαν όλα τα κηρύγματα που του είχαν κάνει οι πουριτανοί του Λιτλ Σάλεμ. Δεν είπε αμέσως ό,τι είχε δει, αλλά πέρασαν μερικές μέρες, κατά τις οποίες απέφευγε να βρεθεί κοντά στη Χάνα και να μιλήσουν, οπότε η σκέψη του δηλητηριάστηκε εντελώς από τα όσα είχε μάθει για τις μαύρες γάτες και τα μαύρα αιγοπρόβατα και τις μάγισσες και ειδικά τις γυναίκες που πολλές φορές έβαζαν σε σαρδόνιους πειρασμούς τους άντρες. Ήξερε τι φρικτό τέλος είχαν οι γυναίκες που είχαν κατηγορηθεί για μαγεία, κάτι που δεν ήθελε να συμβεί στη Χάνα, αλλά η πουριτανική ανατροφή τον οδήγησε αναπόφευκτα στον ναό του γέρου αιδεσιμότατου Τόμας Κρέιν, ο οποίος, όντας υποστηρικτής των διωγμών των μαγισσών, είπε στον νεαρό να μη μιλήσει σε κανέναν άλλο, μέχρι να σκεφτεί ο ίδιος μια λύση για «το πρόβλημα», όπως αποκάλεσε τη Χάνα και τη σχέση της με τα ζωντανά της. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Κρέιν είχε ήδη αποφασίσει τι θα συνέβαινε, ποια θα ήταν η μοίρα του κοριτσιού, της γάτας και του προβάτου της.

Εδώ χρειάζεται να αναφερθεί στον αναγνώστη ότι το Λιτλ Σάλεμ απείχε μισή μέρα δρόμο από το σαφώς μεγαλύτερο Σάλεμ Βίλατζ, όπου έγιναν κάποιες από τις δίκες των υποτιθέμενων μαγισσών. Στο ενδιάμεσο της απόστασης ανάμεσα στα δύο αυτά μέρη, υπήρχε ένας βαθύς ποταμός, ο γνωστός για τις «καταδίκες του εις βάρος μαγισσών» Γουίτς Ρίβερ, ο οποίος είχε χρησιμοποιηθεί και παλαιότερα για να «διαπιστώσουν» οι κάτοικοι των γύρω περιοχών αν κάποια γυναίκα ήταν ή όχι μάγισσα, με την απλή και καθόλα «δίκαιη» πρακτική του πνιγμού: με απλά λόγια, τέσσερις ή περισσότεροι δυνατοί άντρες και ο εκάστοτε πάστορας ανέβαιναν στην ξύλινη γέφυρα που ένωνε τη μία πλευρά του ποταμού με την άλλη, έδεναν χειροπόδαρα μια γυναίκα και την έριχναν στο νερό. Αν επέπλεε, τότε ήταν μάγισσα και άρα θα έπρεπε να την κρεμάσουν ή να την κάψουν, αλλά όχι να την πνίξουν, γιατί θα μόλυνε τα νερά. Αν πνιγόταν, ήταν αθώα μεν, αλλά νεκρή, δε. Ο Γουίτς Ρίβερ είχε κακή φήμη και κανένας δεν έπινε νερό από εκεί, ούτε πήγαινε τα ζωντανά του να ξεδιψάσουν στα νερά του. Πολλά λέγονταν από τους κατοίκους των γύρω περιοχών για αυτό το ποτάμι: ότι το νερό του έμοιαζε καθαρό, με μια ελαφριά μπλε απόχρωση, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μαύρο σαν το αίμα των μαγισσών, ότι ήταν γεμάτος δηλητηριώδη ψάρια και φύκια ή ότι γυναίκες που έπιαναν παιδί κοντά στο ποτάμι θα γεννούσαν ένα δύσμορφο τέρας. Κάποιοι που έλεγαν πως είχαν παραβρεθεί σε εξέταση πιθανής μάγισσας δια πνιγμού, ισχυρίζονταν πως μετά που αυτή πέθανε είχαν δει το φάντασμά της να πετάει, φτύνοντας φωτιές από το στόμα. Άλλοι έλεγαν πως στα νερά του ποταμού μπορούσε κανείς να δει ένα απαίσιο όραμα για το μέλλον του. Όλοι συμφωνούσαν σε ένα πράγμα: το μέρος κοντά στο ποτάμι ήταν στοιχειωμένο και τα βράδια ακούγονταν οι κραυγές των νεκρών μαγισσών που συνευρίσκονταν με τον Διάβολο.

Μετά τον Γενάρη του 1693, το ποτάμι δεν είχε χρησιμοποιηθεί ξανά, αλλά το βράδυ της τριακοστής πρώτης Οκτωβρίου του 1695 ο αιδεσιμότατος Κρέιν, μαζί με πέντε χειροδύναμους άντρες, όλοι πιστοί στα φρικτά ιδεώδη του, ανέλαβαν να πάνε στον λόφο Σαν Χιλ, με αναμμένα δαδιά ανά χείρας, μαχαίρια, σχοινί και σταυρούς στις τσέπες. Ο Κρέιν τους βρήκε να μπεκροπίνουν στο σπίτι του ενός. Εκείνοι χλόμιασαν που τον είδαν και περίμεναν την επίπληξή του, αλλά αυτός τους φέρθηκε δήθεν μεγαλόψυχα, λέγοντάς τους ότι θα λύτρωναν τις ψυχές τους αν τον βοηθούσαν σε μια πολύ σοβαρή δουλειά που του είχε αναθέσει ο Κύριος. Δίχως να γνωρίζουν ότι θα πήγαιναν στον Γουίτς Ρίβερ, γιατί αν το ήξεραν εξ αρχής θα έφερναν αντίρρηση, οι άντρες συμφώνησαν ανακουφισμένοι και τον ακολούθησαν ως το καλύβι στο λόφο. Ο Κρέιν είχε σκοπό να μη δώσει αφορμή στους Ράουθον να αμυνθούν, παρά να τους τιμωρήσει όλους. Δεν είχε κάνει καμιά αναφορά στο κήρυγμα της Κυριακής, γιατί υπήρχαν φήμες πως σε όλο το Σάλεμ κυκλοφορούσαν σπιούνοι του κυβερνήτη, που θα κάρφωναν στις Αρχές όποιον ασκούσε διωγμό για μαγεία. Ο Κρέιν ήξερε πως οι κάτοικοι του Λιτλ Σάλεμ δεν θα του αντιστέκονταν ούτε θα τον παρέδιδαν στους αστυφύλακες, όμως θεώρησε καλύτερο η δουλειά να γίνει μυστικά. Αν μαθευόταν ότι είχε διαπραχθεί σύλληψη ή και φόνος γυναίκας για μαγεία, χωρίς δικαστική απόφαση, και θα μαθευόταν, τότε αυτός θα ήταν ο πρώτος που θα ανέκριναν και πιθανότατα θα συλλάμβαναν. Δεν ήθελε να πεθάνει σε κάποια σάπια φυλακή ή να τον εκτελούσαν, σαν να ήταν κάνας κλέφτης. Εφόσον ο κυβερνήτης είχε προδώσει τις χριστιανικές αρχές του και κυνηγούσε τους κυνηγούς μαγισσών, ο Κρέιν θα έκανε το έργο του Θεού στα κρυφά, λες και ήταν πόρνη που θα έπρεπε να ντρέπεται για το επάγγελμά της, όπως το συλλογιζόταν.

Η Χάνα άκουσε τα αναπάντεχα και επίμονα γαβγίσματα των σκυλιών, που σταμάτησαν με έναν ανησυχητικό τρόπο, θυμίζοντας κλαψουρίσματα, και πετάχτηκε με τα μαλλιά και την λευκή νυχτικιά της να ανεμίζουν. Άναψε ένα κερί, πήρε το κηροπήγιο, παραμέρισε την κουβέρτα που χρησιμοποιούσε για να χωρίζει το δωμάτιό της από αυτό των γονιών της και την κουζίνα, και περπάτησε ως την πόρτα. Σκέφτηκε να πάρει κάποιο μαχαίρι σε περίπτωση που υπήρχε πρόβλημα, αλλά τότε η πόρτα έσπασε και είδε με τρόμο πέντε αγροίκους να εισβάλλουν στο καλύβι. Είχαν μοχθηρό βλέμμα στα γενειοφόρα πρόσωπά τους. Δύο εξ αυτών είχαν στο χέρι μαχαίρι που έσταζε ένα πηχτό πορφυρό υγρό, αίμα πιθανότατα. Η Χάνα κάποτε τους ήξερε, μα εκείνη τη στιγμή δεν τους αναγνώριζε. Τους ρώτησε τι θέλουν, ενώ παράλληλα από το άλλο δωμάτιο ακούστηκαν οι απορημένες φωνές των γονιών της. Πριν προλάβει να απαντήσει, είδε τον αιδεσιμότατο Κρέιν να μπαίνει στο σπίτι και να την κοιτάζει αυστηρά. Της είπε ότι έπρεπε να τους ακολουθήσει, αλλά να μην κάνει φασαρία, γιατί αλλιώς θα την τιμωρούσαν. Η Χάνα ρώτησε γιατί συνέβαιναν όλα αυτά, αλλά ο Κρέιν της είπε ότι θα της εξηγούσε αργότερα, στον ναό. Αυτό φάνηκε να καθησυχάζει κάπως τη Χάνα, γιατί ήξερε πως η εκκλησία τους ήταν ένας τόπος για αγάπη και συγχώρεση, ένας οικείος τόπος. Οι γονείς της Χάνα συνέχισαν να παραπονιούνται από το κρεβάτι τους και έτσι η κοπέλα, με την καθοδήγηση του Κρέιν, πήγε στο δωμάτιό τους και τους μίλησε όσο πιο ήπια μπορούσε. Απέφυγε να τους πει για το βλέμμα και τον τρόπο που είχαν μπει οι συγχωριανοί τους στο καλύβι, αλλά ο Τζον και η Κριστίνα, ενθυμούμενοι τα γεγονότα του ’92, κατάλαβαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ζήτησαν ψιθυριστά από τη Χάνα να φύγει από το παράθυρο και να τρέξει μακριά, ενώ ο Τζον σηκωνόταν με κόπο. Είχε κατά νου να καθυστερήσει τους εισβολείς, όμως αυτοί τον πρόλαβαν: όρμησαν στο δωμάτιο και οι δύο άρπαξαν τη Χάνα, ενώ άλλοι δύο ακινητοποίησαν τον Τζον και την Κριστίνα με την απειλή του μαχαιριού. Ο Κρέιν μπήκε και αυτός, χαμογελώντας δήθεν λυπημένα. Είπε στους γονείς του κοριτσιού ότι ένας νεαρός είχε δει την κόρη τους να έχει παρτίδες με δύο ζώα-υπηκόους του Διαβόλου, ότι ήταν μια δούλη του Σατανά. Ρώτησε τον Τζον αν ήταν αλήθεια ότι είχαν αυτά τα ζώα. Εκείνος κοίταξε πρώτα την γυναίκα και μετά την κόρη του. Όπως και εκείνες, έκλαιγε και αυτός, γιατί ήξερε τι θα συνέβαινε μετά. Και πράγματι, ο Κρέιν, μπροστά στα έκπληκτα μάτια της Χάνα, έδωσε εντολή στους άντρες του να κόψουν τον λαιμό της Κριστίνα και έπειτα του Τζον. Πριν αποχωρήσουν από το καλύβι με τη Χάνα, ο Κρέιν διαβεβαίωσε στους ετοιμοθάνατους γηραιούς γονείς της ότι θα τιμωρούσε την κόρη τους «όπως αρμόζει σε μια πόρνη του Διαβόλου».

Αναγκάστηκαν να φιμώσουν το κορίτσι, γιατί έκλαιγε και φώναζε. Δεν το ανέβασαν σε ένα από τα άλογα που είχαν μαζί τους για να πάνε στον Γουίτς Ρίβερ, αλλά το έσυραν ως εκεί, μαζί με τα κουφάρια της μαύρης γάτας και του μαύρου προβάτου. Στην αρχή, η Χάνα προσπάθησε να ελευθερωθεί, και ειδικά όταν είδε τα αγαπημένα της ζώα νεκρά και ατιμασμένα με τέτοιο τρόπο. Νωρίτερα, όσο ήταν ακόμα στο καλύβι και την κρατούσαν, ένας από τους άντρες είχε θωπεύσει το στήθος της, χαμογελώντας, και κατηύθυνε το χέρι του προς την κοιλιά της. Είχε σκοπό να πάει πιο χαμηλά, μα ένιωσε το βλέμμα του αιδεσιμότατου και χαστούκισε την Χάνα, κατηγορώντας τη ότι προσπαθούσε να τον αποπλανήσει. Αυτή η πράξη την είχε πληγώσει, όπως και η κατηγορία περί μαγείας, αλλά όχι τόσο όσο ο φόνος των γονιών και των ζώων της. Τώρα δεν ήθελε απλά να ξεφύγει από τα δεσμά της, μα και να χιμήξει στον Κρέιν και τους φονιάδες του και να τους ξεσκίσει το πρόσωπο. Μα ήταν αδύνατο, και κατά βάθος το γνώριζε. Όπως γνώριζε και πως, ακόμα και να εμφανιζόταν κάποιος άλλος κάτοικος του Λιτλ Σάλεμ, δεν θα τη βοηθούσε. Κανείς δεν θα εναντιωνόταν στον Κρέιν.

Η πορεία ως το ποτάμι δεν κράτησε πολύ και σύντομα όλοι άκουσαν το γάργαρο νερό του που κυλούσε. Το σκοτάδι που επικρατούσε γύρω από την μικρή ομάδα ανθρώπων διαλυόταν μόνο από τα δαδιά που κρατούσαν και από το φεγγάρι που ξεπρόβαλλε πότε-πότε. Τα φύλλα στα δέντρα κινούνταν όπως τους όριζε ο άνεμος. Η Χάνα έτρεμε από το κρύο, μιας και φόραγε μόνο την νυχτικιά της, αλλά, ενώ έφταναν στο άνοιγμα του δάσους και εμφανιζόταν το γεφύρι, συνειδητοποίησε τι επρόκειτο να της κάνουν. Θα την πετούσαν μέσα στο νερό, καταδικάζοντάς την σε θάνατο. Τον καιρό που ο κόσμος του Λιτλ Σάλεμ δεν είχε αποξενώσει τους Ράουθον, η Χάνα βρέθηκε μερικές φορές σε συζητήσεις γυναικών που αφορούσαν τις κατηγορούμενες για μαγεία. Είχε ακούσει τι τους έκαναν, πώς τις σκότωναν. Είχε αποτροπιάσει με όσα έμαθε. Φυσικά, δεν είχε πιστέψει ούτε μια στιγμή ότι θα είχε και η ίδια τέτοια μοίρα, ότι θα επέτρεπε ο Θεός να πάθει κάτι τόσο φρικτό μια πιστή δούλη του. Αλλά να που αυτό το βράδυ, το τελευταίο του Οκτώβρη, η Χάνα θα πέθαινε στα νερά του Γουίτς Ρίβερ.

Όσο προχωρούσαν, ο Κρέιν περιέγραφε στη Χάνα πώς ήταν να πεθαίνει κανείς από πνιγμό. Μίλησε δίχως να κρύβει την ικανοποίησή του που θα εφάρμοζε αυτή την πρακτική σε ένα ζωντανό ανθρώπινο πλάσμα, γιατί, αντίθετα από συναδέλφους του σε άλλες κοντινές περιοχές, ο ίδιος δεν είχε δικάσει ποτέ του κάποια για μαγεία. Μόνο ως μάρτυρας είχε παραβρεθεί. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που είχε το ρόλο του αυτόκλητου δικαστού, και είχε σκοπό να απολαύσει κάθε στιγμή. Προσπάθησε να δώσει στη Χάνα να καταλάβει πόσο μεγάλη αγωνία και «θείο τρόμο», όπως το αποκάλεσε, νιώθει ο άνθρωπος που πνίγεται κάτω από την επιφάνεια του νερού, γιατί από τη μια δεν μπορεί να ανασάνει και από την άλλη ξέρει ότι πεθαίνει, ενώ την ίδια στιγμή γύρω του υπάρχουν ψάρια που περιμένουν να εκπνεύσει, για να τραφούν από το κουφάρι του. Ο Κρέιν κουνούσε τα χέρια του, δείχνοντας το στόμα και τα αυτιά και χτυπούσε το στήθος του και έβηχε, για να κάνει πιο παραστατικό το επικείμενο φρικτό γεγονός. Οι ακόλουθοί του ήταν σιωπηλοί, αν και γέλασαν σε μερικά σημεία. Ήταν φανερό πως και εκείνοι ευχαριστιόντουσαν το μαρτύριο της κοπέλας.

Η Χάνα ήθελε πολύ να τους απαντήσει, όμως ήταν δεμένη και φιμωμένη τόσο σφιχτά, που και να μάτωνε τα χέρια ή το στόμα της δεν θα κατάφερνε να απεγκλωβιστεί. Απέμενε να ακολουθεί την κουστωδία του Κρέιν, με τα γυμνά πέλματά της να πληγιάζονται, ενώ απέφευγε να κοιτάξει τα νεκρά ζώα που έσερναν. Ο ήχος, όμως, που παραγόταν από το σύρσιμο των σωμάτων τους στο γεμάτο μικρά πράσινα φυτά χωματόδρομο έκανε το μαρτύριό της χειρότερο. Η Χάνα παρακάλεσε τον Ύψιστο να λυπηθεί τους γονείς της, τα ζωντανά και την ίδια, και να τους δεχτεί όλους στον Παράδεισο. Παράλληλα, ωστόσο, καταράστηκε τις ψυχές των αγροίκων που είχαν δολοφονήσει τόσα αγαπημένα της πρόσωπα και ετοιμάζονταν να σκοτώσουν και εκείνη.

Οι οπλές των αλόγων πάτησαν διθυραμβικά στην ξύλινη γέφυρα. Ο Κρέιν και οι άλλοι τα σταμάτησαν λίγο πριν φτάσουν στην απέναντι πλευρά, και κατέβηκαν. Τρεις από αυτούς πλεύρισαν τη Χάνα, ενώ ο τέταρτος ανέλαβε να κρατάει τα γκέμια των αλόγων και ο πέμπτος έλυσε τους κόμπους που κρατούσαν δεμένα τα νεκρά ζώα. Ο Κρέιν διέταξε αυτόν και έναν από αυτούς που συγκρατούσαν τη Χάνα να ρίξουν τα ζώα στο ποτάμι. Η Χάνα προσπάθησε και πάλι να σπρώξει μακριά της τους απαγωγείς της και να σπεύσει να περισώσει όποια αξιοπρέπεια απέμεινε στα αγαπημένα της ζωντανά, μα εκείνοι τη βαστούσαν γερά, φυλακίζοντας τα χέρια και τα πόδια της στα μπράτσα τους, ενώ ο ένας από αυτούς έβγαλε το μαχαίρι του, που ακόμα είχε πορφυρά υπολείμματα στη λεπίδα, και της γρύλισε να ηρεμήσει αν δεν ήθελε να την κατασφάξει όπως είχε κατασφάξει τα σκυλιά της. Η Χάνα σταμάτησε και είδε με φρίκη την γάτα της και μετά το μαύρο πρόβατό της να πέφτουν άγαρμπα στο νερό και να χάνονται στον πάτο του Γουίτς Ρίβερ.

Τότε, προτού ο Κρέιν αρχίσει το λογύδριό του, αυτός και οι ακόλουθοί του έπαυσαν κάθε ομιλία και έμειναν σαν στήλες άλατος. Έπειτα, έστρεψαν τα κεφάλια προς κάθε κατεύθυνση, βόρεια, νότια, ανατολικά, δυτικά. Οι δύο που είχαν ρίξει τα ζώα στο νερό άρπαξαν από ένα δαδί, μήπως κατάφερναν να δουν καλύτερα. Όλοι έψαχναν με τα μάτια μέσα στα δέντρα του δάσους και στα άγνωστα βάθη του ποταμού. Τα άλογα ήταν κι αυτά ανάστατα, χλιμίντριζαν και σηκώνονταν στα πίσω πόδια, με τον άντρα να δυσκολεύεται να τα συγκρατήσει, αφού και ο ίδιος έμοιαζε φοβισμένος.

Η Χάνα άργησε μια δυο στιγμές να συνειδητοποιήσει ότι οι φονιάδες και ο αρχηγός τους είχαν τρομοκρατηθεί. Το κατάλαβε όταν οι λαβές στα χέρια και στα πόδια της χαλάρωσαν. Έτσι, πήρε το βλέμμα της από τον Γουίτς Ρίβερ και κοίταξε τους φοβισμένους άντρες και τα άλογα που δεν έλεγαν να σταματήσουν το σαματά που προκαλούσαν. Προσπάθησε να εξηγήσει ό,τι έβλεπε, αλλά δεν το μπόρεσε. Δεν ήξερε τι τους συνέβαινε. Το μόνο που αντιλαμβανόταν με σιγουριά ήταν πως ο αέρας είχε δυναμώσει. Φύλλα από δέντρα πετούσαν στον αέρα και τα νερά στο ποτάμι κυμάτιζαν σαν να ετοιμάζονταν να βγουν στη στεριά.

Κάποια στιγμή, ο άντρας που βαστούσε τα γκέμια των αλόγων έπεσε στο έδαφος φωνάζοντας. Κανείς από τους άλλους δεν πήγε να τον βοηθήσει. Όλοι έμειναν να κοιτάζουν τα άλογα που έτρεχαν μακριά, προς το δάσος, προς το Σάλεμ Βίλατζ. Μετά, οι φλόγες στα δαδιά δεν άντεξαν τις επιθέσεις του αέρα και έσβησαν, βυθίζοντας τους άντρες και τη Χάνα στο σκοτάδι.

Οι ακόλουθοι του Κρέιν άρχισαν να μιλάνε όλοι μαζί, να φωνάζουν και να παρακαλάνε τον αιδεσιμότατο να φύγουν από εκείνο «το καταραμένο μέρος», όπως το αποκάλεσαν. «Δεν ακούτε; Οι φωνές, τα φαντάσματα…» έλεγαν και έκαναν κυκλικές κινήσεις με τα χέρια. «Οι νεκρές μάγισσες είναι παντού. Πετάνε γύρω μας, πάνω από τα κεφάλια μας. Αν μείνουμε κι άλλο, είμαστε καταδικασμένοι. Πρέπει να φύγουμε».

Ο γέρος Τόμας Κρέιν ρουθούνισε και μόρφασε. Προσπάθησε να μη φανεί ότι συμφωνούσε μαζί τους, ότι ήταν κι ο ίδιος τρομοκρατημένος. Ήθελε και εκείνος να πάρει δρόμο από εκεί. Έστρεψε το γερασμένο κεφάλι του προς τη Χάνα, προχώρησε προς το μέρος της και είπε ότι είχαν έρθει να κάνουν μια δουλειά και δεν θα έφευγαν αν δεν την ολοκλήρωναν. «Η μάγισσα πρέπει να δικαστεί. Ρίχτε την στο νερό. Βγάλτε της το φίμωτρο και πετάξτε την. Μετά, θα φύγουμε» είπε δήθεν αποφασιστικά.

Οι άλλοι αντάλλαξαν μια ματιά αμφιβολίας αναμεταξύ τους. Ύστερα, οι τρεις άρπαξαν όπως-όπως τη μαινόμενη Χάνα, έβγαλαν το φίμωτρο, τη σήκωσαν, πλησίασαν στα κάγκελα της γέφυρας και έριξαν την κοπέλα στον Γουίτς Ρίβερ. Τέλος, κανείς από τους πέντε δεν περίμενε να πάρει άδεια από τον Κρέιν: απλά, γύρισαν προς τη μεριά του Λιτλ Σάλεμ και άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητοι. Ακόμα και αυτός που είχε προσπαθήσει να κρατήσει τα άλογα, σηκώθηκε και ακολούθησε τους δικούς του, αντί να πάει προς το Σάλεμ Βίλατζ.

Ο Κρέιν θα έφευγε κι αυτός, όμως, τη στιγμή που το σώμα της κοπέλας χανόταν στα σκοτεινά νερά, οι φωνές που είχε ακούσει πρωτύτερα σταμάτησαν. Ούτε δυνατός άνεμος, ούτε φύλλα που αιωρούνταν, ούτε κύματα στο ποτάμι. Όλα είχαν ηρεμήσει κι έτσι αυτός, ως αρμόδιος της τοπικής εκκλησίας, έπρεπε να μείνει για να σιγουρευτεί αν η κοπέλα ήταν μάγισσα ή όχι.

Όσο εκείνος περίμενε έξω από το νερό, μέσα σε αυτό η Χάνα πήγαινε όλο και πιο χαμηλά, όλο και πιο βαθιά, προς τον πάτο. Ολόκληρο το σώμα της ανατρίχιασε από το παγωμένο νερό. Τα μαλλιά της είχαν απλωθεί, σαν να ήταν ακόντια ενός συσπειρωμένου στρατού που έχει περικυκλωθεί. Είχε το στόμα και τα μάτια της κλειστά. Οι πνεύμονές της, αρχικά, δεν αντέδρασαν που είχε σταματήσει η εισροή και εκπνοή αέρα, όμως γρήγορα έμοιαζαν να πιέζουν το στήθος της Χάνα, σαν παιδιά που ήταν κλεισμένα σε ένα σπίτι που καίγεται και χτυπάνε την πόρτα για να σπάσει και να βγουν έξω. Ένιωθε την καρδιά της να τρέμει. Τα μάγουλά της φούσκωσαν. Τα πόδια της κουνιούνταν μπρος πίσω, σαν να περπατούσε, σαν να αναζητούσε γη για να πατήσει, για να τρέξει. Πάλευε να ελευθερώσει τα δεμένα στην πλάτη χέρια της, ξέροντας ότι είναι μάταιο, αλλά ήθελε διακαώς να κολυμπήσει, να αναδυθεί, να αναπνεύσει. Κάποια στιγμή, αισθάνθηκε κάτι μικρό να περνάει γρήγορα από κοντά της, αγγίζοντας ελάχιστα το μέτωπό της. Ο αγώνας των πνευμόνων της έγινε πιο επιτακτικός, ενώ αισθανόταν και τον λαιμό της να πιέζεται. Τα αυτιά της κουδούνιζαν και η μύτη της έτσουζε. Η νυχτικιά της είχε γίνει ένα κουρέλι που σύντομα θα αχρηστευόταν εντελώς.

Κάτω από το μαύρο υδάτινο πέπλο που την είχε τυλίξει και την έσφιγγε θέλοντας να τραφεί με την ζωή της, η Χάνα αναζήτησε τους γονείς της και τον Θεό. Είδε την μορφή της μητέρας και του πατέρα της να είναι καλά, να την ταΐζουν, να παίζουν μαζί της, να της μαθαίνουν τις δουλειές που όφειλε να γνωρίζει. Κι εκείνη ήταν εκεί, με τα δύο πιο αγαπημένα της πρόσωπα, να χαμογελά στα χωρατά του πατέρα και να κοιμάται ακούγοντας νανουρίσματα της μητέρας. Στιγμές όμορφες ήρθαν γρήγορα, ακολουθώντας το καρδιοχτύπι που τρέλαινε τη Χάνα. Αλλά επισκιάστηκαν όταν άκουσε τις κραυγές τους και τα παρακάλια τους, που της ζητούσαν να φύγει, για να γλιτώσει. Πριν καλά-καλά αποδιώξει τον εφιάλτη, η Χάνα είδε τους γονείς της δέσμιους του Κρέιν και των άλλων αντρών. Η τελευταία της ανάμνηση από τον Τζον και την Κριστίνα ήταν τα μαχαίρια που διαπέρασαν τον λαιμό τους.

Τον Θεό δεν Τον είδε. Κάποια άγνωστη και δυσδιάκριτη ανδρική μορφή ήρθε στο προσκήνιο και μάζεψε τους γονείς της και τα νέκρα ζώα που είχαν σφαγιάσει οι κακούργοι. Η Χάνα δεν κατάφερε να δει με λεπτομέρειες τη σκιώδη μορφή, τον άντρα που, δίχως να τη ρωτήσει, πήρε από κοντά της όσους αγαπούσε. Προσπάθησε να τον σταματήσει, αλλά κάτω από τα κλειστά βλέφαρά της παρέμενε δεμένη και φιμωμένη.

Η πίεση στο στήθος της έγινε αφόρητη. Η Χάνα κούνησε το κεφάλι της δεξιά και αριστερά, όσο πιο απότομα μπορούσε. Έσμιξε κι άλλο τα κλειστά μάτια της. Ένιωθε τα μάγουλά της έτοιμα να σπάσουν. Παραλίγο να ρουφήξει νερό από την πονεμένη μύτη της. Τώρα της φαινόταν πως δεν μπορούσε να ακούσει το παραμικρό, ότι είχαν πλημμυρίσει τα αυτιά της. Τράβηξε τα χέρια της, τα ένωσε, τα ξανατράβηξε μακριά το ένα από το άλλο, τα σύστρεψε, μήπως χαλαρώσουν τα δεσμά. Ο αέρας που είχε εισπνεύσει πριν την πετάξουν στο ποτάμι είχε αρχίσει να τη δηλητηριάζει. Χρειαζόταν να τον πετάξει από μέσα της και να πάρει άλλον. Το κορμί της συσπάστηκε από ένα ακόμη τρέμουλο, όταν τα δάχτυλα των ποδιών της ακούμπησαν κάτι χαλαρές, μαλακές λωρίδες, που θύμιζαν χόρτα του αγρού. Έπειτα, κάτι γούνινο ακούμπησε τα χέρια της και, μέσα στην παραζάλη και την αγωνία της, η Χάνα είχε τη φρικτή ιδέα ότι ήταν η νεκρή γάτα της. Στη συνέχεια, τα πόδια της σταμάτησαν να πέφτουν, όταν άγγιξαν, όχι τον αμμώδη πάτο, αλλά κάτι άλλο, ένα μεγάλο, παχουλό κουβάρι από μαλλί. Και τότε η Χάνα, διερωτούμενη αν ήταν το σκοτωμένο πρόβατό της, φύσηξε και άνοιξε το στόμα και τα μάτια της στο σκοτάδι που την περιέβαλλε. Γλυκό νερό κατέκλυσε τον λαιμό της και εκείνη, λίγο πριν λιποθυμήσει, νόμισε πως είδε ανθρώπινες φιγούρες να κολυμπούν προς το μέρος της, γυναίκες με σκισμένα φορέματα και σημαδεμένο δέρμα να έρχονται κοντά της.
Η Χάνα σφράγισε τα μάτια της.

Ο Κρέιν, μη βλέποντας το σώμα της κοπέλας να επιπλέει, αποφάσισε πως εντέλει ήταν αθώα. Έκανε να φύγει, αλλά θυμήθηκε ότι οι ιερωμένοι οφείλουν να διαβάζουν μια ευχή, για την ψυχή της νεκρής. Το έπραξε και αυτός, χωρίς ιδιαίτερο πάθος ή τύψεις. Θυμήθηκε κι ότι κανονικά θα έπρεπε να είχαν κρατήσει και το κομμάτι του σχοινιού που την κρατούσε κοντά στα άλογα, για να την τραβήξει έξω από το νερό εφόσον είχε πνιγεί. Αλλά ήταν νεκρή και δεν υπήρχε κανένας μάρτυρας τριγύρω, οπότε ποιος θα διαμαρτυρόταν για αυτήν;

Τότε ο Κρέιν πρόσεξε κάτι άλλο. Αν το κορίτσι είχε όντως πνιγεί, γιατί το άψυχο σώμα της δεν έβγαινε στην επιφάνεια; Ή μήπως αυτός δεν έβλεπε καλά; Ήταν μεγάλος σε ηλικία και δεν είχε πια τις δυνάμεις ενός νέου άντρα, όμως δεν είχε τόσο σοβαρό πρόβλημα στα μάτια. Επίσης, το σκοτάδι ήταν πηχτό, φυσικά, αλλά η όρασή του είχε προσαρμοστεί ως ένα βαθμό πλέον. Μπορούσε να δει σημεία του δάσους, το νερό, την γέφυρα. Δεν είχε τυφλωθεί και πίστευε ότι ένα ανοιχτόχρωμο αντικείμενο όπως το ανθρώπινο σώμα μιας λευκής γυναίκας, που φορούσε μάλιστα και λευκή νυχτικιά, θα ήταν αρκετά ευδιάκριτο. Αλλά δεν το έβλεπε. Αναλογίστηκε γιατί δεν είχε προτιμήσει την πολύ πιο γρήγορη, πολύ πιο λυτρωτική και πολύ πιο σίγουρη πρακτική της καύσης, όμως, χαμογελώντας χαιρέκακα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο πνιγμός ήταν η σωστότερη λύση, γιατί με αυτόν έδιναν μια ευκαιρία στην πιθανή μάγισσα να σωθεί.

Περίμενε λίγο ακόμη, μήπως και εμφανιζόταν το πτώμα της κοπέλας, αλλά σκέφτηκε ότι αφενός ήταν πιθανό αυτό να είχε παρασυρθεί από το ρεύμα και αφετέρου πως, έτσι κι αλλιώς, έχανε το χρόνο του. Η τελευταία Ράουθον ήταν νεκρή και η ψυχή της λυτρωμένη από την προσευχή που της είχε κάνει. Δεν είχε καμιά σημασία τι θα απογινόταν το πτώμα της.

Ο Κρέιν γύρισε και διέσχισε τη γέφυρα προς το Λιτλ Σάλεμ. Πήρε μαζί του και ένα από τα δαδιά και το άναψε, για να μπορεί να βλέπει. Αναρωτήθηκε τι θα γινόταν όταν μαθευόταν ότι ο Τζον και η Κριστίνα Ράουθον είχαν πεθάνει. Θα καλούνταν οι αστυφύλακες από το Σάλεμ, γιατί ήταν ξεκάθαρο πως είχαν δολοφονηθεί, ενώ αγνοείτο η τύχη της Χάνα. Ήταν και τα νεκρά σκυλιά που θα επιβεβαίωναν τις υποψίες περί δολοφονίας. Αλλά δεν ήταν καθόλου ξεκάθαρο ποιος είχε διαπράξει το έγκλημα. Δεν υπήρχαν υποψίες. Και το σώμα της μικρής να έβρισκαν στο ποτάμι, πάλι δεν θα ήταν σίγουρο τι είχε συμβεί, πέραν του προφανούς (ότι είχε πνιγεί, δηλαδή). Οι μόνοι που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν τι είχε γίνει ήταν οι πέντε άντρες που τον είχαν βοηθήσει. Μόνο αυτοί υπήρχαν, για να προδώσουν το μυστικό. Οι οικογένειές τους δεν θα μπορούσαν να πουν το παραμικρό, γιατί δεν ήξεραν πού είχαν πάει οι άντρες, εκτός αν τους το αποκάλυπταν οι ίδιοι.

Ο αιδεσιμότατος άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα. Έπρεπε να βρει αυτούς τους ανόητους και να τους δασκαλέψει. Θα τους απειλούσε ότι, έτσι και μιλούσαν, θα τους καταριόταν και θα τους αφόριζε. Αυτό σίγουρα θα τους φόβιζε και θα έκλειναν το στόμα τους. Αλλά έπρεπε να προλάβει πριν πιουν κι άλλο κρασί και κάνουν του κεφαλιού τους.

Έφτασε στα όρια του δάσους, με σκοπό να ακολουθήσει το μονοπάτι που οδηγούσε στο Λιτλ Σάλεμ, όταν άκουσε τα νερά του Γουίτς Ρίβερ να διαταράσσονται. Την επόμενη στιγμή, ο Κρέιν σταμάτησε, πάγωσε στο σημείο που είχε πατήσει τελευταία. Αν και η φλόγα στο δαδί έφερνε ζέστη, εκείνος ανατρίχιασε, γιατί ο λυσσασμένος αέρας είχε επανεμφανιστεί και τα κλαδιά στα δέντρα ταρακουνιούνταν και τα φύλλα έπεφταν. Ο Κρέιν γύρισε προς τα πίσω και φώτισε με το δαδί, αλλά μόνο για λίγο, γιατί μια ξαφνική ριπή έσβησε τη φλόγα και ο γέρος έγινε ένα με το σκοτάδι. Τα ρούχα του ανέμισαν κι αυτά. Η όρασή του προσαρμόστηκε σταδιακά και πάλι και έτσι μπόρεσε να δει τι είχε βγει από το νερό του Γουίτς Ρίβερ.

Αρχικά, δε διέκρινε κάτι. Στη γέφυρα ή πιο πέρα, προς το Σάλεμ Βίλατζ, δεν υπήρχε κανείς, ή κανείς που να φαινόταν. Αλλά με την άκρη του ματιού του, είδε κάτι διαφορετικό στον αέρα, κάτι να υπάρχει ψηλά στον ουρανό: μια ανθρώπινη σκιά να επιπλέει. Αδύνατο, σκέφτηκε. Όμως, έπρεπε να σιγουρευτεί. Ο Κρέιν άναψε πάλι το δαδί και, αφού έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή και παρακάλεσε τον Θεό να τον σώσει, απασφάλισε τα βλέφαρά του και ύψωσε τη φωτιά προς τον ουρανό. Χαμογέλασε με ανακούφιση. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί ψηλά, τίποτα διαφορετικό. Σκέφτηκε ότι οι φήμες για τον Γουίτς Ρίβερ, η κούραση, τα γηρατειά και όλη εκείνη η τρέλα με το κυνήγι μαγισσών τον είχαν συγκλονίσει περισσότερο απ’ ό,τι πίστευε τελικά και έκανε σαν παιδί που φοβάται να κοιμηθεί μοναχό του τα βράδια.
Ο Κρέιν αναστέναξε και γύρισε για να φύγει.

Τότε γούρλωσε τα μάτια, καθώς η φλόγα που κρατούσε του αποκάλυψε ένα λεπτοκαμωμένο φάντασμα με μακριά μαύρα μαλλιά, κενό βλέμμα εκεί που κάποτε υπήρχαν εξωτικά μπλε μάτια και αναιμικό δέρμα να εμποδίζει τη δίοδό του. Πράσινα φύκια ήταν πλεγμένα στα γυμνά πόδια και χέρια της νεκρής. Νερά έσταζαν από κάθε πόρο και από την μουχλιασμένη νυχτικιά της γυναίκας. Ήταν η Χάνα Ράουθον, το ήξερε ο Κρέιν, αλλά την ίδια στιγμή δεν ήταν, κάτι που επίσης ήξερε. Ήταν ένας δαίμονας που τον είχε δημιουργήσει ο ίδιος. Ήταν η εκδίκηση που είχε πάρει τη σάρκα και τα οστά μιας αθώας κοπέλας και είχε βγει από το βούρκο της λησμονιάς, για να τιμωρήσει τους φονιάδες που την αδίκησαν.

Το φάντασμα άπλωσε το χέρι προς το αναμμένο δαδί και το έστρεψε προς τον Κρέιν. Το πανωφόρι άρπαξε αμέσως φωτιά. «Θεέ μου, φύλαξέ με» πρόλαβε να πει ο αιδεσιμότατος, πριν αρχίσει να ουρλιάζει. Ο γέρος μετατράπηκε σε μια τεράστια δάδα, σκορπίζοντας γύρω του ανθρώπινες στάχτες. Τα πόδια του λύγισαν. Το δέρμα του φουσκάλιασε και τα εσωτερικά όργανα χύθηκαν στο έδαφος. Έπαψε να ακούει και να γεύεται, καθώς δεν είχε αυτιά ούτε μύτη. Προτού τα μάτια του γίνουν δύο ζεματιστά αυγά στο άδειο κρανίο του, είδε να εμφανίζονται πίσω από το φάντασμα δύο μαυριδερές τετράποδες μορφές.

Τα τρία πνεύματα πέρασαν το λείψανο του Τόμας Κρέιν και κατευθύνθηκαν προς το Λιτλ Σάλεμ.

Οι πέντε άντρες που είχαν συμμετάσχει στο φονικό της οικογένειας Ράουθον δεν είχαν επιστρέψει στα σπίτια τους, ούτε καν σε ένα από αυτά, για να συνεχίσουν να μπεκροπίνουν. Αντίθετα, είχαν πάει στον ναό του Λιτλ Σάλεμ, όπου άναψαν μερικά κεριά, ίσα για να βλέπουν, αλλά χωρίς να γίνουν αντιληπτοί απ’ έξω. Δεν μπορούσαν να πάνε στις οικογένειές τους, γιατί ήταν πολύ φοβισμένοι και έτρεμαν μπροστά στο ενδεχόμενο να φέρουν στα σπιτικά τους την κατάρα που είχαν βιώσει. Έπρεπε πρώτα να ηρεμήσουν και να περιμένουν τον αιδεσιμότατο, για καθοδήγηση και εξομολόγηση. Μόνοι τους δεν ήξεραν τι να κάνουν. Στέκονταν στη μέση του ναού και συζητούσαν χαμηλόφωνα. Κάποιος είχε προτείνει να μαζέψουν τα πράγματά τους και τους δικούς του και να το σκάσουν μες στη νύχτα. Ένας άλλος ανέφερε ότι θα γίνονταν έρευνες και θα τους ανέκριναν και μάλλον θα τους συλλάμβαναν. Ο τρίτος της ομάδας, προσπαθώντας να φανεί πιο αισιόδοξος, είπε ότι ήταν άνθρωποι πιστοί και είχαν κάνει ό,τι τους διέταξε ο ποιμένας τους, όπως όφειλαν σαν καλοί χριστιανοί. Ο Θεός ήξερε ότι δεν ευθύνονταν οι ίδιοι για ό,τι είχε γίνει και σίγουρα θα τους συγχωρούσε. Και οι πέντε ήταν δυστυχισμένοι και κοιτούσαν γύρω τους, αναζητώντας κάποια απάντηση, αλλά ταυτόχρονα χαμήλωναν το βλέμμα με ηττοπάθεια όταν αντίκριζαν μια ιερή εικόνα ή άγαλμα.

Πάνω που ένας τους ήταν έτοιμος να ρωτήσει γιατί αργούσε ο αιδεσιμότατος, άκουσαν τρία νωχελικά χτυπήματα στην μεγάλη ξύλινη πόρτα του ναού. Γύρισαν όλοι προς τα εκεί. Αυτός που είχε πετάξει την γάτα της Χάνα στο ποτάμι έκανε να περπατήσει προς την πόρτα, αλλά αυτός που είχε συγκρατήσει για λίγο τα άλογα τον σταμάτησε, λέγοντας ότι ο αιδεσιμότατος δεν θα χτυπούσε, αλλά θα έμπαινε κατευθείαν στον ναό. Οι άλλοι αλληλοκοιτάχτηκαν. Αν δεν ήταν ο Κρέιν, ποιος θα μπορούσε να είναι; διερωτήθηκαν. Κάποιος συγχωριανός, ίσως; Αλλά τέτοια ώρα; Και αν ήταν, γιατί δε φώναζε να του ανοίξουν; Ή, εφόσον δεν του απαντούσε κανείς, γιατί δεν προσπαθούσε να ανοίξει ο ίδιος; Άλλωστε, ήταν γνωστό ότι η πόρτα του ναού ποτέ δεν ήταν κλειδωμένη.

Τα χτυπήματα επαναλήφτηκαν και οι άντρες ζάρωσαν. Δύο εξ αυτών έκλεισαν τα μάτια τους. Οι άλλοι κοιτούσαν τη μοναδική είσοδο/έξοδο και συνέχισαν να αναρωτιούνται τι θα έκαναν και ποιος μπορεί να ήθελε να μπει στον ναό.

Ακολούθησαν άλλα τρία χτυπήματα, το ίδιο νωχελικά με τα προηγούμενα. Και μετά, άλλα τρία. Και ξανά, κι άλλα. Αυτή τη φορά, ένας από τους άντρες δεν άντεξε και φώναξε «Μπες, λοιπόν, τι περιμένεις; Η πόρτα είναι ανοιχτή». Οι άλλοι τον ρώτησαν τι έκανε, αλλά εκείνος δικαιολογήθηκε λέγοντας πως αν ήταν κάποιος πιστός, απλά θα έμπαινε και θα έβρισκαν τι θα του έλεγαν, για να μην του κινήσουν υποψίες. Οποιοσδήποτε άλλος δεν θα τολμούσε να πατήσει σε ιερό έδαφος. Τους φάνηκε σωστή η ιδέα του και έτσι γύρισαν όλοι προς την πόρτα και άρχισαν να φωνάζουν, ένας-ένας αρχικά, και σταδιακά όλοι μαζί. Ύψωναν τις γροθιές τους και τις κραυγές τους, νιώθοντας ολοένα και περισσότερη ικανοποίηση, καθώς όποιος κι αν προσπαθούσε να τους φοβίσει δεν έκανε καμιά απόπειρα να ανοίξει και να περάσει το κατώφλι της εκκλησίας. Ο ναός γέμισε από μεθυσμένες ανδρικές φωνές και γέλια. Όση αγωνία είχαν νιώσει και όση κούραση τους είχε καταβάλει από το τρέξιμο που είχαν κάνει από το ποτάμι ως το χωριό, την απέτασσαν από μέσα τους προς τον αόριστο, πλην αδύναμο μάλλον εχθρό. Η πίστη τους έγινε πιο ισχυρή, αφού πλέον ήξεραν ότι ο Θεός ήταν με το μέρος τους και τους προστάτευε μέσα στον οίκο Του.

Οι άνδρες σταμάτησαν τις φωνασκίες λίγο αργότερα, όταν αφενός βράχνιασε ο λαιμός του καθενός και αφετέρου τα χτυπήματα είχαν πάψει. Περίμεναν να δουν τι θα συμβεί. Η σιγαλιά που επικρατούσε τους έκανε να ελπίζουν, αλλά συγκρατημένα. Ένας τους πρότεινε να κοιτάξουν οι υπόλοιποι από τα παράθυρα, ενώ ο ίδιος θα έριχνε μια ματιά από την κλειδαρότρυπα. Αυτό έκαναν, και δεν απογοητεύτηκαν. Δεν είδαν κανέναν να κυκλοφορεί έξω από την εκκλησία. Έστησαν αυτί στην πόρτα και τα παράθυρα, μην τυχόν άκουγαν κάτι, αλλά το μόνο που εντόπισαν ήταν ο αέρας, που δεν ήταν και ιδιαίτερα δυνατός. Ο άντρας που είχε ελέγξει από την πόρτα αποφάσισε να τολμήσει να ανοίξει, βγάζοντας το μαχαίρι του και έχοντας κατά νου να κλείσει βάναυσα αν του ορμούσε κάποιος. Γύρισε το χερούλι, λοιπόν, έβγαλε το κεφάλι και κοίταξε έξω, δεξιά, αριστερά και ευθεία. Είδε τον χωματόδρομο και τα σπίτια και τα δέντρα του χωριού. Η υπόλοιπη εικόνα του νυχτερινού Λιτλ Σάλεμ συμπληρώθηκε στο μυαλό του από μόνη της, σε μια προσπάθεια να περιορίσει κι άλλο το φόβο του. Οι άλλοι άντρες πήγαν κοντά του, κατηγορώντας τον που είχε φανεί τόσο απερίσκεπτος, αλλά, όταν τους διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε ψυχή, ανακουφίστηκαν.

Τότε στα αυτιά τους ήρθε το βέλασμα ενός προβάτου. Αμέσως, οι πέντε άντρες άνοιξαν διάπλατα την πόρτα. Δυσκολεύτηκαν, αλλά είδαν πράγματι τη μορφή ενός προβάτου να στέκεται στο δρόμο πιο κάτω από την εκκλησία και να κοιτάζει αβέβαιο πέρα δώθε. Αν και από αυτή την απόσταση δεν μπορούσαν να εξακριβώσουν ποιανού είναι, ωστόσο από το βέλασμα ο καθένας έπαιρνε όρκο ότι ήταν ένα από τα δικά του πρόβατα. Αυτή η σκέψη δεν τους άρεσε καθόλου, γιατί όλα τους τα ζώα ήταν πολύτιμα για το βιός τους. Το πρόβατο βέλαξε κι άλλες φορές. Οι άντρες άρχισαν να διαφωνούν μεταξύ τους για την κτήση του. Φώναζαν και σύντομα έσπρωχναν ο ένας τον άλλο. Όλοι τράβηξαν το μαχαίρι που κουβαλούσαν, αλλά δεν το χρησιμοποίησαν παρά μόνο ως απειλή. Πριν το καταλάβουν, όμως, είχαν ξεκινήσει τις γροθιές και βρέθηκαν εκτός του ναού, όπου ένας έκανε την αρχή και έτρεξε προς το πρόβατο, για να το γυρίσει στο μαντρί του, και τον ακολούθησαν οι υπόλοιποι.

Οι άντρες έτρεξαν προς το σκοτάδι και τα βελάσματα που άκουγαν. Δεν έδωσαν σημασία στο φάντασμα της γυναίκας που έστεκε κοντά στο ζώο, γιατί δεν ήταν καν σίγουροι ότι ήταν κάτι περισσότερο από κάποιο παιχνίδισμα του σκοταδιού, παρά μόνο όταν έφτασαν κοντά του. Εκείνη τη στιγμή, άκουσαν και το νιαούρισμα μιας γάτας που αναπαυόταν στην αγκαλιά της γυναίκας και κατάλαβαν το λάθος τους. Έμειναν να κοιτάζουν με δέος και τρόμο την νεκρή Χάνα και τα ζωντανά της. Σταυροκοπήθηκαν και αλληλοκοιτάχτηκαν. Αυτός που είχε θωπεύσει λάγνα το κορμί της ζήτησε συγχώρεση, αναφέροντας ότι το μόνο που έκαναν ήταν να ακολουθήσουν τις εντολές του αιδεσιμότατου, φοβούμενοι τις κατάρες που μπορεί να τους έριχνε αν δεν υπάκουαν στις προσταγές του.

Η Χάνα δεν απάντησε με λόγια. Άφησε τον γάτο της να πηδήξει από την αγκαλιά της και μαζί πλησίασαν τους έντρομους άντρες.

Όταν ξημέρωσε, οι κάτοικοι του Λιτλ Σάλεμ ανακάλυψαν στο χωματόδρομο τα πτώματα των πέντε συγχωριανών τους. Όλοι είχαν μαχαιρωθεί με τις ίδιες τους τις λεπίδες. Οι λάσπες γύρω από τα πεσμένα σώματα είχαν σκουρύνει περισσότερο από το συνηθισμένο καφέ που είχαν.

Έρευνες έγιναν. Στο καλύβι στο Σαν Χιλ, βρέθηκαν τα νεκρά σκυλιά, αλλά κανένας από τους Ράουθον. Ο αποτροπιασμός ήταν μεγάλος, όπως και η ανησυχία για την οικογένεια του Τζον Ράουθον, αλλά και για τον αιδεσιμότατο, που αγνοούνταν. Οι κάτοικοι αποφάσισαν ότι δεν μπορούσαν να αναλάβουν μοναχοί τους τις έρευνες, κι έτσι δύο άντρες ανέλαβαν να πάνε στο Σάλεμ Βίλατζ, για να αναφέρουν στους αστυφύλακες τι είχαν βρει, τι όχι, και να τους ζητήσουν να έρθουν. Στο μονοπάτι από το Λιτλ Σάλεμ ως τη γέφυρα του Γουίτς Ρίβερ, βρέθηκαν τα λείψανα του Τόμας Κρέιν. Κατάλαβαν ότι ήταν αυτός από την διαβρωμένη μεν, αλλά αρκετά αναγνωρίσιμη κορμοστασιά του. Έκαναν εμετό πλάι στο πτώμα του και μετά συνέχισαν την πορεία τους. Ο ένας από αυτούς σταμάτησε πάνω στην γέφυρα. Όταν τον ρώτησε ο άλλος τι συνέβη, του είπε πως νόμισε ότι κάτι είδε στο νερό. Δεν ήταν βέβαιος, αλλά πίστευε ότι είχε δει ανθρώπους να τον κοιτάζουν από τα βάθη του Γουίτς Ρίβερ. Στο άκουσμα αυτών των λόγων, ο συνοδοιπόρος του έκανε το σταυρό του και του είπε ότι έπρεπε να φύγουν, για να γυρίσουν πριν σκοτεινιάσει, κι αυτό έκαναν.

Οι αστυφύλακες ήρθαν και ανέκριναν και, μαζί με χωρικούς, έψαξαν τριγύρω για οποιοδήποτε ίχνος. Βρέθηκαν αίματα στο σπίτι των Ράουθον, αλλά και στο δρόμο από εκεί ως το ποτάμι. Ήξερε κάποιος κάτι; Όχι, όχι ακριβώς. Ένας φανερά λυπημένος νεαρός μόνο παραδέχτηκε ότι πριν μερικά βράδια είχε δει την κόρη των Ράουθον, τη Χάνα, να βρίσκεται κοντά σε μια μαύρη γάτα και σε ένα μαύρο πρόβατο και το ανέφερε στον αιδεσιμότατο, ο οποίος υποσχέθηκε ότι θα έπραττε τα δέοντα. Ερώτηση στην ερώτηση, οι αστυφύλακες, που είχαν συμμετάσχει προ ολίγων ετών στους διωγμούς των υποτιθέμενων μαγισσών, υπέθεσαν τι περίπου είχε γίνει στο χωριό. Όμως, στο μεταξύ ο ήλιος έδυε και εκείνοι ήθελαν να φύγουν, γιατί ήταν κουρασμένοι. Υποσχέθηκαν στους χωρικούς ότι θα επέστρεφαν την επομένη, καθότι υπήρχαν πολλά που έπρεπε να συζητηθούν. Φεύγοντας, πέρασαν ως συνήθως από τη γέφυρα του ποταμού, όπου σταμάτησαν, γιατί τους φάνηκε ότι άκουσαν φωνές να συνοδεύουν τον αέρα. Η ματιά τους έπεσε και στο νερό του Γουίτς Ρίβερ. Τρόμαξαν. Τρεις άνθρωποι, ένας γέρος άντρας, μια ηλικιωμένη και μια νεαρή, ήταν εκεί μέσα και τους παρατηρούσαν. Η νεαρή με τα μπλε μάτια είχε στην αγκαλιά της μια μαύρη γάτα και στα πόδια της έστεκε ένα μαύρο πρόβατο. Όλοι κοίταξαν τους αστυφύλακες με σοβαρό, κάπως απειλητικό ύφος.
Όταν μετέπειτα έφτασαν στο Σάλεμ Βίλατζ, οι αστυφύλακες ορκίστηκαν ότι δεν θα πουν ποτέ τίποτα για ό,τι είχαν δει στα γαλήνια νερά.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Πωλ Μπρέντναν γεννήθηκε το 1836. Ζει με την οικογένειά του στο Λονδίνο, αλλά οι εμπορικές δουλειές του συχνά τον οδηγούν και σε άλλες περιοχές της χώρας. Έχει μεγάλη αγάπη για την Λογοτεχνία, ειδικά για την εργογραφία του Ναθάνιελ Χώθορν. Θεωρεί το «Άλικο γράμμα» ως ένα από τα κορυφαία βιβλία που έχουν γραφτεί ποτέ. Ξεκίνησε να γράφει δικές του ιστορίες το 1869.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading