Έκλεισε την πόρτα πίσω της, φουριόζα. Πάλι θα αργούσε στη δουλειά. Πώς τα κατάφερε πάλι; Βγαίνοντας από την πολυκατοικία, στα δέκα βήματα, μπροστά της, βλέπει μια μαύρη γάτα. “Φτου! Μαυρόγατα! Τι άλλο με περιμένει;” σκέφτηκε και μια γκριμάτσα απελπισίας αλλοίωσε τα χαρακτηριστικά του προσώπου της.
Δυστυχώς στο σούπερ μάρκετ δεν την περίμενε μόνο ο προϊστάμενος και μία ακόμη επίπληξη. Μπροστά της στεκόταν το αφεντικό της και το ύφος του προμήνυε θύελλες.
– Καλημέρα κυρία Πετροπούλου.
– Καλημέρα κύριε Νίκο.
– Είδατε την ώρα;
– Ναι και σας ζητώ συγγνώμη. Δεν θα ξαναγίνει.
– Σίγουρα δεν θα ξαναγίνει, γιατί δεν θα χρειαστούμε άλλο τις υπηρεσίες σας. Περάστε από τον λογιστή να λάβετε την αποζημίωσή σας.
Γύρισε την πλάτη του κι έφυγε. Τόσο απλά. Δεν της άφησε περιθώριο ούτε για εξηγήσεις, ούτε για δικαιολογίες. Η Ξένια κατέβασε το κεφάλι κι έφυγε χωρίς να χαιρετήσει κανέναν. Της είχαν κοπεί τα πόδια. Τώρα; Τα ‘βαλε με τον εαυτό της. “Χαζή! Ηλίθια! Βλαμμένη! Να σε δω τώρα! Κάτσε και φάε τα βιβλία σου! Αφού δεν θα έχεις λεφτά να ψωνίζεις, μέχρι να βρεις δουλειά! Φάε, φάε τα βιβλία, που κάθεσαι μέχρι αργά και διαβάζεις και το πρωί δεν έχεις σηκωμό! Ηλίθια! Φάε τις ρομαντζάδες που διαβάζεις μέχρι το πρωί! Τι θα κάνω Θεέ μου;”. Το κεφάλι της κουδούνιζε. Χτυπούσαν τα μηνίγγιά της. Α! Να να να να, κάπως έτσι έρχονται τα εγκεφαλικά. Το νιώθει. Στράβωσε το στόμα της. Καίει το μέτωπό της. Θα εκραγεί το κεφάλι της. Σα να έχει τρέξει σε μαραθώνιο. Εξάντληση. Νιώθει σα να την δέρνανε μέρες. Κούραση ψυχική.
Φτάνοντας, ένα ράκος στο σπίτι της, στο ίδιο σημείο η μαύρη γάτα. “Εσύ μας έλειπες! Ξουτ γρουσουζόγατα!”. Κάτι λάθος κατάλαβε εκείνη και αντί να φύγει, την πλησίασε. Περπατούσε δίπλα της. Η Ξένια σταμάτησε απότομα. “Μη τολμήσεις να με ακουμπήσεις! Θα σε κλωτσήσω!” της είπε απειλητικά. Μα η γάτα αντί να φοβηθεί, τρίφτηκε στο πόδι της με σηκωμένη την ουρά. “Καλά, κουφή είσαι; Φύγε από ‘δώ! Μη με ακουμπάς! Θα μου κολλήσεις, όλη σου την μαύρη γρουσουζιά; Δεν φτάνει που έχασα την δουλειά μου;” κι έκανε μια κίνηση με το πόδι να την φοβερίσει, να φύγει. Η τετράποδη γρουσούζα, απτόητη.
Με μια δρασκελιά η Ξένια την προσπέρασε, άνοιξε την πόρτα και μπήκε στην πολυκατοικία. Σωριάστηκε στον καναπέ. Το βιβλίο της Τζιριτά δίπλα. Λίγες σελίδες έμεναν για να τελειώσει. Αυτό την καθυστέρησε χθες. Άντε λίγο ακόμα κι άντε λίγο ακόμα. Πόσα ξενύχτια με ένα βιβλίο στο χέρι… Σε πόσες σελίδες έχει ταξιδέψει… Με πόσους φανταστικούς έρωτες έχει ανατριχιάσει… Με πόσες μεγάλες αγάπες έχει κλάψει… Μέσα από τα μυθιστορήματα, ζούσε αυτό που ονειρευόταν από παιδί. Έναν μεγάλο, δυνατό, απόλυτο έρωτα. Είχε μόλις πριν λίγες μέρες κλείσει τα πρώτα της -άντα και αντί να πιάνουν σιγά σιγά οι ευχές συγγενών και φίλων, όλα της πάνε ανάποδα.
Μπήκε στο ντους κι άφησε το νερό να τρέχει πάνω της. Ακίνητη με κλειστά μάτια, άφησε τα δάκρυά της να τα παίρνει μαζί του το νερό. Όλη της η θλίψη έπεφτε στο σιφώνι της μπανιέρας. Έκατσε πολύ ώρα εκεί. Να την μαστιγώνει λυτρωτικά το νερό. Έκλεισε την βρύση και πήγε να πάρει το μπουρνούζι. Ούτε κι αυτή κατάλαβε πώς βρέθηκε κατάχαμα. Γλίστρησε; Μπουρδουκλώθηκε; Γύρισε το πόδι το αριστερό. Πονούσε αφόρητα ο αστράγαλός της. Χτύπησε και τον καρπό της προσπαθώντας να στηριχτεί. Έτσι, κάτω, πεσμένη, χτυπημένη, βρεγμένη, μια σκέψη πέρασε από τον νου της. “Έτσι μόνη θα με βρουν μια μέρα, πεθαμένη” κι ένα ρίγος διαπέρασε την ραχοκοκαλιά της.
Τα κατάφερε. Σηκώθηκε. Κουτσαίνοντας και με πόνους σχεδόν σε όλο της το σώμα, σχημάτισε το νούμερο του μπαμπά της ενώ προσπαθούσε να ντυθεί.
– Μπαμπά, έπεσα στο μπάνιο. Μη φοβηθ…
– Τι;;; Έρχομαι! κι έκλεισε το τηλέφωνο.
Η Ξένια έμεινε με το στόμα ανοιχτό, αφού δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρότασή της.
Ο μπαμπάκας της… Οι γονείς της ήταν χωρισμένοι εδώ και δώδεκα χρόνια. Με την μαμά της δεν είχε πολλά πολλά. Δεν στάθηκε ποτέ στο ύψος των μαμαδίστικων υποχρεώσεών της. Ήταν πάντα μια πληγή για την Ξένια αυτό. Από όταν θυμάται τον εαυτό της, οι μνήμες της, είναι τσακωμοί, προσβολές, εντάσεις, απειλές. Γι’ αυτό από μικρή χανόταν στον κόσμο των παραμυθιών. Των ιπποτών. Των πριγκιπόπουλων. Του happy end και του “έζησαν αυτοί καλά και ‘μεις καλύτερα”. Ο κόσμος της έγιναν τα βιβλία. Εκεί όλα ήταν ιδανικά. Κι αν υπήρχαν δράκοι, η αγάπη πάντα στο τέλος, τους εξαφάνιζε.
Τις σκέψεις της διέκοψε η φωνή του μπαμπά της, αφού το κλειδί στην κλειδαριά δεν το άκουσε.
– Ξένια, άνοιξα με το κλειδί μου. Να μπω;
– Φυσικά ρε μπαμπά, έλα, στο δωμάτιό μου.
– Τι έγινε κορίτσι μου; την ρωτάει και με το εξεταστικό του βλέμμα την περνούσε ήδη, από αξονικό τομογράφο, σε όλα τα σημεία.
– Ξέρω ‘γω μωρέ μπαμπά; Σαβουρντήθηκα. Αυτό έγινε.
Στηρίζοντάς την, βγαίνουν μαζί. Δεν άκουγε κουβέντα. Θα την πήγαινε στο νοσοκομείο. Στο απέναντι πεζοδρόμιο, εκεί, στο ίδιο σημειο, η μαυρόγατα. Τα μάτια της Ξένιας πετούσαν κεραυνούς, αστραπές και αστραπόβροντα. “Τι θες άλλο από την ζωή μου; Γιατί δεν πας από ‘κει που ήρθες;” σκέφτηκε και αυθόρμητα έκανε τον σταυρό της.
Στο νοσοκομείο περίμεναν αρκετή ώρα. Ο αστράγαλός της είχε πρηστεί. Και ‘κει που κατ’ επανάληψη τα έβαζε με την τύχη της, είδε να έρχεται προς το μέρος της ο πρίγκιπας του παραμυθιού. Καστανόξανθος, με σγουρά μαλλιά και δύο μπουκλάκια ατίθασα να πέφτουν στα μάτια του. Μάτια, αυτά, στο χρώμα του μελιού. Διαπεραστικά. Λαμπερά. Όχι ψηλός. Μάλλον κοντός, μα οι πρίγκιπες δεν έχουν μεγέθη. Και με ένα χαμόγελο… Θεέ και Κύριε! Μια οδοντοστοιχία μοντέλου. Κάτασπρα, ολόισια δόντια, εμφανίζονταν με το πιο αστραφτερό και υπέροχο χαμόγελο που είχε δει στη ζωή της.
-Σε λίγο θα σας φωνάξω για ακτίνα, είπε ο πριγκιπογιατρός, πάντα χαμογελαστός.
Εκείνη κατακόκκινη από έξαψη, ψιθύρισε ένα σβησμένο “ευχαριστώ”. Αφού έγιναν όλα όσα έπρεπε, ακτίνα, δέσιμο του αστραγάλου, αφού δεν υπήρχε κάκωση, οδηγίες για τα παυσίπονα, σε λίγο θα έπρεπε να φύγει. Έκλεισε τα μάτια κι έκανε μια ευχή “ας γίνει κάτι να μη φύγω έτσι!”. Και τότε χτύπησε το κινητό του. Τον άκουσε να λέει “όχι, όχι, δυστυχώς, ακόμα δεν την βρήκα. Ναι, έχει λουράκι με το όνομά της και το τηλέφωνό μου επάνω, μα δεύτερη μέρα σήμερα που χάθηκε, τίποτα… δεν χτύπησε το κινητό μου”. Σταμάτησε να ακούει η Ξένια. Σκίρτησε η ψυχούλα της. Βρε λες; Η μαυρόγατα; Η αιτία του κακού; Μόλις εκείνος έκλεισε το τηλέφωνο, άρπαξε την ευκαιρία.
– Χάσατε κάποιο ζωάκι;
– Ναι, την γάτα μου, την Ρίκη μου. είπε εκείνος κι έδειχνε να πονάει όσο εκείνη στον αστράγαλο.
– Τι χρώμα είναι;
– Είναι κατάμαυρη, με πράσινα μάτια και το λουράκι της είναι πορτοκαλί.
Μόνο το κατάμαυρη την ένοιαζε. Τα υπόλοιπα ούτως ή άλλως δεν τα είχε προσέξει.
– Ξέρετε, χωρίς να θέλω να σας δώσω ελπίδες, μια μαύρη γάτα είναι απέναντι από το σπίτι μου, από το πρωί, σήμερα.
– Σοβαρά μιλάς; το βλέμμα του ζωήρεψε. Ωχ, με συγχωρείς για τον ενικό…
“Ποιόν ενικό τώρα, άνθρωπέ μου, άσε τις τυπικούρες και παντρέψου με!” έκανε στιγμιαίες σκέψεις η Ξένια.
– Καλύτερα στον ενικό… ψέλλισε, αφήνοντας τις άλλες, τις δικές της σκέψεις. Αν θέλεις, αν μπορείς να φύγεις για λίγο, έλα, μήπως και δεν έχει αλλάξει μέρος η γάτα που λέω.
– Θα το κανονίσω. Μπορείς να περιμένεις λίγο;
” Μια αιωνιότητα”, ήθελε να πει. “Φυσικά!”, είπε μόνο.
Τον πήρανε μαζί τους στο αμάξι. Ελάχιστα μέτρα πριν φτάσουν, ο γιατρός όνειρο, έβγαλε μια φωνή χαράς. “Η Ρίκη μου!”. Κατέβηκαν. Η Ξένια πάντα υποβασταζόμενη. Η Ρίκη, πριν προλάβει το αφεντικό της να την πάρει αγκαλιά, έκανε ένα πέρασμα από το χτυπημένο πόδι της Ξένιας, τρίφτηκε πάνω του, σήκωσε το βλέμμα της ψηλά, να φτάσει το δικό της. Σα να της έλεγε “Τώρα; Δεν θέλεις να με κλωτσήσεις; Τώρα δεν είμαι γρουσούζα;”. Καταλήγοντας στην αγκαλιά του γιατρού, η χαρά δίποδου και τετράποδου ήταν μια εικόνα αγάπης που την συγκίνησε.
– Δεν ξέρω πως να σε ευχαριστήσω! της είπε.
– Τι λες τώρα! Σιγά, τι έκανα; Χαίρομαι που βρέθηκε.
– Δεν έχω συστηθεί κιόλας. Με λένε Σίμο.
Έδωσε πρώτα το χέρι στον κύριο Ανέστη και μετά στην Ξένια. Το άγγιγμά του, διαπέρασε από την παλάμη, τις φλέβες, έφτασε στην καρδιά. Καθώς την κοιτούσε, ένιωσε πως κάτι έχει αυτό το κορίτσι. Κάτι που του αρέσει πολύ.
– Λοιπόν, πρέπει να φύγω. Σε ευχαριστώ πολύ Ξένια, δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό που έκανες. Η Ρίκη, είναι ό,τι έχω και δεν έχω σε αυτόν τον κόσμο. Ήμουν μόνος χωρίς αυτήν.
“Αν δεν είναι αυτό μήνυμα τύπου, είμαι μόνος, σε θέλω, σε παντρεύομαι, τότε τι είναι;” η Ξένια χαμένη στα δικά της.
– Χαίρομαι πολύ που βρήκατε ο ένας τον άλλον, αλήθεια.
– Θα σου δώσω την κάρτα μου, αν κάτι συμβεί με τον αστράγαλο, αν κάτι χρειαστείς…
“Εντάξει, με θέλει, είναι ολοφάνερο!” σκεφτόταν και ήθελε να κάνει τον χορό της ευτυχίας, μα εκτός του ότι ήταν κουτσή και κουλή, δεν ήταν και της παρούσης.
– Περαστικά σου Ξένια και ευχαριστώ και πάλι. Ευχαριστώ κι εσάς! είπε στον μπαμπά της κι έφυγε με την Ρίκη αγκαλιά.
Όταν πια έμεινε μόνη, μετά από ώρες που διαβεβαίωνε τον μπαμπά της ότι είναι μια χαρά και τα καταφέρνει μόνη, πήρε την μεγάλη απόφαση. Του έστειλε μήνυμα στο κινητό. “Είμαι η Ξένια. Συγγνώμη αν ενοχλώ. Ήθελα να σου πω ότι δεν πονάω τόσο πολύ, να σε ευχαριστήσω, που δεν το έκανα νωρίτερα και να ρωτήσω αν είναι όλα καλά με την Ρίκη”. Κράτησε το κινητό σφιχτά στο στήθος, έκλεισε τα μάτια και ψιθύριζε “στείλε, στείλε, στείλε, στείλε…”. Δεν πέρασαν δύο λεπτά και ο μαγικός ήχος ειδοποίησης μηνύματος, ήχησε. Αυτό το γκλιν γκλιν που λαχταρούσε. Έτρεμε. Ανοίγει το μήνυμα και διαβάζει: “Χαίρομαι που περνάει ο πόνος. Η Ρίκη είναι κολλημένη πάνω μου. Ξένια, να πάρω το θάρρος να σου ζητήσω να βγούμε, όταν νιώσεις καλύτερα, να σε κεράσω ένα γεύμα κάπου, για να σε ευχαριστήσω που βρήκες την Ρίκη μου;”. “Αχ παλιοαστράγαλε, να μη μπορώ να χοροπηδήσω… Μπορώ όμως να ουρλιάζω!”. Κι έβγαλε ένα ουρλιαχτό χαράς. Έστειλε γρήγορα απάντηση. “Δεν χρειάζεται να περιμένουμε. Είμαι ήδη πολύ καλύτερα. Αν μπορείς και αύριο. Όσο για την Ρίκη, μάλλον εκείνη, βρήκε εμένα”. Φουλ επίθεση. Στη βράση κολλάει το σίδερο.
Το επόμενο βράδυ, ντύθηκε απλά, όπως πάντα. Άβαφη, όπως πάντα. Καμία προσπάθεια εντυπωσιασμού. Το μόνο όμορφο που φόρεσε, ήταν το χαμόγελό της. Άλλωστε, είχε να συναγωνιστεί το δικό του.
Σα να γνωρίζονταν από πάντα. Συμπλήρωνε ο ένας τις φράσεις του άλλου. Σα να έψαχνε ο ένας τον άλλο, χρόνια. Τα βλέμματά τους σε απόλυτη αρμονία. Οι απόψεις τους για τη ζωή, τα θέλω τους, ο ένας το άλλο μισό του άλλου.
Το πρώτο φιλί διστακτικό στην αρχή. Παθιασμένο στη συνέχεια. Ένιωσε σαν τις ηρωΐδες στα βιβλία που διάβαζε. Θα το ζήσει. Κι όπου βγει. Από το μυαλό της περνάει η μαύρη γάτα. Αν δεν ήταν αυτή, τώρα θα ήταν μόνη στο σπίτι της, με επίδεσμο στον αστράγαλο και με τα βιβλία συντροφιά. Μαύρη γάτα και γρουσουζιά. Χαζομάρες. Δεν θα πιστέψει ποτέ ξανά σε προλήψεις.
Χρυσούλα Καμτσίκη
