Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Το σπίτι των Λέικς

[Σημείωση: Φέτος (2024), εκτός απροόπτου, θα δημοσιευτεί το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματός μου σε συνέχειες, «Η Εντολή της Κόμισσας». Μέχρι τότε, θα δημοσιευτούν μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]

 

***

Το Σπίτι των Λέικς

του Σέλντον Κρότον
(Τεύχος Αυγούστου, 1878, σελ. 12-20)

Αγαπημένε μου αναγνώστη,
Όπως έχεις συμπεράνει από τον τίτλο του, το διήγημα που ακολουθεί έχει να κάνει με την οικία μιας οικογένειας, των Λέικς εν προκειμένω. Φαινομενικά, το Σπίτι αυτό μοιάζει με πολλά άλλα και όποιος και να περάσει απ’ έξω δεν θα του δώσει σημασία. Αλλά και μέσα να μπει, τον περισσότερο καιρό θα βρει μόνο σκονισμένα έπιπλα και όλα τα αηδιαστικά έντομα και ποντίκια που καταλαμβάνουν έναν εγκαταλελειμμένο χώρο. Στην πραγματικότητα, όμως, η Κατοικία αυτή περικλείει στους τοίχους της, στους διαδρόμους της, στα δωμάτιά της, μια μακρά ιστορία φρίκης. Πολλοί και πολύ βίαιοι φόνοι έχουν συμβεί πίσω από τις κλειστές πόρτες του Σπιτιού και συγκεκαλυμμένα από τις κουρτίνες του. Η οικογένεια Λέικς έχει τη δική της μακρά, βαμμένη με αίμα «παράδοση», την οποία έχει καταγράψει μέσα του αυτό το Σπίτι.
Δεν θέλω να σας αποκαλύψω άλλα, γιατί κι εγώ νιώθω άβολα που αναφέρω ότι ένα τόσο απλό πράγμα όπως ένα κοινό σπίτι έχει μετατραπεί σε οικογενειακό μαυσωλείο, γεμάτο από θύματα που σκοτώθηκαν από τους ίδιους τους τους οικείους, και μάλιστα επί έναν αιώνα. Δηλαδή, σκέψου το, αγαπημένε μου αναγνώστη, δεν είναι φρικτό; Όλοι ζούμε σε ένα σπίτι ή σε ένα διαμέρισμα. Μικρό, μεγάλο, αρχοντικό ή καλύβι, δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία. Είναι ο δικός μας χώρος, το καταφύγιό μας. Το μέρος όπου θα καταλήξουμε στο τέλος της ημέρας, όπου κι αν έχουμε πάει. Πώς θα μπορούσαμε να κάνουμε ή να μας κάνουν τέτοιες απάνθρωπες κτηνωδίες; Τι θα ωθούσε έναν άνθρωπο να δολοφονήσει τους δικούς του;
Αλλά το σπουδαιότερο (ή το χειρότερο) δεν είναι καν αυτό. Ούτε το ότι πρόκειται να ζήσουμε κι εμείς τον επικείμενο φόνο της οικογένειας του νεότερου (τελευταίου) απογόνου των Λέικς. Πρόσεξε την αφήγηση του κυρίου Κρότον, αγαπημένε μου αναγνώστη. Πρόσεξε ποιος, ή μάλλον τι, μας λέει αυτή την ιστορία…
«Το Σπίτι των Λέικς» είναι το πρώτο του διήγημα που δημοσιεύεται στο Weird Literature, και είναι μια πολύ καλή αρχή για τον κύριο Κρότον.
Κλείνοντας την εισαγωγή, θα πω ότι, δεν είμαι σίγουρος ότι υπάρχει η Φέαρφινγκ Στριτ, αλλά, αν μάθω ότι είναι κάπου στο Λονδίνο, θα φροντίσω να μείνω μακριά από εκεί.
Τζον Μπάρλοου

Γιατί αξίζει να ζει κανείς; Ποιο το νόημα της ύπαρξης; Υπάρχει η Κόλαση επί της γης;

Πολλοί φόνοι και πολλές δυστυχίες είχαν γίνει μέσα σε τούτους τους τοίχους της Φέαρφινγκ Στριτ. Άντρες, παιδιά και γυναίκες είχαν έρθει εδώ με σκοπό να ξαποστάσουν, να ψυχαγωγηθούν, να εργαστούν και να μορφωθούν, αλλά είχαν κληθεί να ταξιδέψουν πρόωρα και δίχως την άδειά τους, για να συναντήσουν τον Δημιουργό τους. Τους είχαν πάρει την ζωή, αυτή η αιμοβόρα φάρα, οι Λέικς, μια οικογένεια που γεννήθηκε στη δυστυχία, την έκανε κτήμα της και έπειτα αποφάσισε να τη διαδώσει σε όλες τις μελλοντικές γενιές της. Είναι απορίας άξιο πώς κατάφερναν να γλιτώνουν τις συλλήψεις και τις εκτελέσεις, μια παράδοση που είχε αρχίσει ο καταραμένος Γιόσεφ Λέικς, προ τριών αιώνων, ο οποίος είχε αποδεκατίσει την εξαμελή οικογένειά του, ξεκινώντας από τα τέσσερα παιδιά του και καταλήγοντας στην σύζυγό του, η οποία εξαναγκάστηκε να βιώσει όλη τη φρίκη της σφαγής των τέκνων της μπροστά στα μάτια της. Αργότερα, ήρθαν κι άλλοι Λέικς, ο Στίβεν, ο Μαρκ, ο Γιόσεφ ο δεύτερος, ο Νίκολας, η Κάθριν, ο Στίβεν ο τρίτος, η Φαίη κ.ά. Όλοι έκαναν το ίδιο πράγμα, αλλά με διαφορετικά μέσα: μαχαίρια, τσεκούρια, δηλητήρια, πιστόλια, αυτοσχέδιες αγχόνες κοκ. Οι περισσότεροι ήταν νέοι, ούτε τριάντα πέντε χρονών, με τίμια δουλειά και δικό τους σπιτικό. Σπιτικό όχι αυτό εδώ στη Φέαρφινγκ Στριτ, όχι. Ζούσαν αλλού στο Λονδίνο ή σε άλλες πόλεις της Αγγλίας, έχοντας τη δική τους καθημερινή ζωή, μακριά από τον «οικογενειακό τάφο». Αλλά πάντα, πάντα, επέστρεφαν εδώ, σαν να τους καλούσε κάτι, η δαιμονική φύση των Λέικς ίσως, και πάντα έκαναν ό,τι είχαν πράξει οι προηγούμενοι συγγενείς τους, για τους οποίους, και αυτό επίσης είναι αξιοσημείωτο, δεν γνώριζαν τι είχαν απογίνει, ούτε οι ίδιοι μήτε τα άτυχα μέλη των οικογενειών τους. Ήταν σαν κάθε Λέικς που ερχόταν και διέπραττε το αποτρόπαιο έργο του να έφευγε μετά και να ξεχνούσε τι είχε κάνει.

Η απορία που ίσως δημιουργηθεί από όσα αναφέρθηκαν ως τώρα είναι, αν πέθαιναν όλα τα μέλη των κάθε Λέικς, τότε πώς συνέχιζαν να υπάρχουν Λέικς, για να έρχονται στη Φέαρφινγκ Στριτ; Η απάντηση είναι η εξής: ο κάθε ένας από δαύτους, μετά τα φρικτά γεγονότα, έφευγε και καθιστούσε έγκυο κάποια άτυχη φτωχή κοπέλα, που είχε ξεπέσει και είχε γίνει πόρνη για λίγες πένες. Ο Λέικς δεν την παντρευόταν, μα της έδινε αρκετά χρήματα, για να ζήσει το παιδί. Όσον αφορά τις γυναίκες Λέικς, αυτές, αφού αποτελείωναν τους δικούς τους, έφευγαν από την πόλη, άφηναν να περάσουν λίγες μέρες, οπότε και μεθοκοπούσαν και πήγαιναν με τον ένα και με τον άλλο, ώσπου έμεναν έγκυες, γεννούσαν, παρατούσαν το παιδί σε κάποιο ορφανοτροφείο ή σπίτι που ήξεραν ότι ζουν ευκατάστατοι και τίμιοι άνθρωποι, και έφευγαν. Κι όλοι αυτοί οι φονιάδες και μοιχοί εξαφανίζονταν, για πού… άγνωστο. Κύριος οίδε πούθε πήγαιναν και πέθαιναν.

Ήταν πραγματικά σαν μια αρρώστια αυτοί οι Λέικς. Έρχονταν στον κόσμο, μόνο και μόνο για να τον καταστρέψουν, για να συμβάλλουν στη δυστυχία της Αγγλίας κι αυτοί με το σπόρο του Διαβόλου που έφεραν.

Όταν, λοιπόν, ο άντρας με το ημίψηλο καπέλο που καθόταν έξω από το κουβούκλιο των επιβαινόντων τράβηξε τα γκέμια, το μαύρο άλογο έπαψε να περπατάει και η άμαξα σταμάτησε στην άκρη του δρόμου. Ο οδηγός κατέβηκε και άνοιξε την πόρτα, από την οποία βγήκαν ο Σάμιουελ Λέικς, η σύζυγός του Κάθριν, ο γιος τους Πίτερ και η κόρη τους Ανν, οι πρωταγωνιστές μίας ακόμη επικείμενης τραγωδίας.

Θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, βέβαια, πώς θα καταλάβαινε ότι αυτός ο άντρας της φαμίλιας είναι ένας Λέικς; Η απάντηση είναι ότι όλοι οι Λέικς, άντρες και γυναίκες, είχαν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: θολά μάτια, μακριά μαύρα μαλλιά πιασμένα σε κοτσίδα, παχουλή μύτη και λεπτοκαμωμένο σώμα. Επιπλέον, όταν έρχονταν εδώ με τις οικογένειές τους, ήταν εμφανές από το σαρδόνιο χαμόγελό τους που συνοδευόταν με σμίξιμο των φρυδιών τους ότι κάποια βρομοδουλειά είχαν κατά νου. Κι αυτό που διέλυε κάθε αμφιβολία ήταν η έκφραση απορίας των λοιπόν μελών που ακολουθούσαν τον κάθε Λέικς: οι σύζυγοι και τα τέκνα δεν καταλάβαιναν γιατί είχαν επισκεφτεί το συγκεκριμένο μέρος.

Αν κάποιος είχε δει κάποτε δύο ή τρεις Λέικς, θα ήξερε ότι τώρα αυτός ο άντρας, ο Σάμιουελ, ήταν ένας από αυτούς. Κι Εγώ τους είχα δει όλους. Τους είχα ζήσει όλους, και μάλιστα ενώ κατέστρεφαν τις οικογένειές τους. Είχα δει τις σφαγές και είχα ακούσει τα ουρλιαχτά και είχα μυρίσει τη μπόχα των πτωμάτων που σάπιζαν. Οι Λέικς έρχονταν εδώ, σε τούτο το σπίτι της Φέαρφινγκ Στριτ. Έρχονταν Στο Σπίτι. Έρχονταν σε Εμένα, για να τους παρέχω το διεστραμμένο άσυλο, την αρένα που έψαχναν για να θρέψουν την τρέλα τους. Τους έδινα απλόχερα ό,τι χρειάζονταν, κι εκείνοι Με τάιζαν με το αίμα και το σώμα των θυμάτων τους. Τόσα χρόνια, τόσα αμέτρητα χρόνια είμαι εδώ και δεν κάνω τίποτα άλλο, παρά να περιμένω τον εκάστοτε Λέικς, για να Με επισκεφτεί με τα αγαπημένα του πρόσωπα. Δεν έχει σημασία πόσα χρόνια θα περάσουν. Κάποια στιγμή, ένας Λέικς θα έρθει. Θα νιώσει το κάλεσμα της διαβολικής φύσης του και θα έρθει. Και θα Με βρει εδώ, όπου ενδόμυχα ήξερε ότι θα κατέληγε.

Έζησα βροχές και κρύο και ομίχλες. Ζέστες ήρθαν και Με κατέκαψαν. Στα εσώψυχά Μου, ζουν βρομερά έντομα και ποντίκια, που τα μεν τρώνε τα δε, όταν δεν έχει μείνει τίποτα άλλο από τα ανθρώπινα πτώματα, παρά σκελετοί, που αναπαύονται στο κελάρι. Ξέρω ότι οι φόνοι θα συνεχίζονται επ’ αόριστον και πως Εγώ δεν έχω άλλη χρησιμότητα από το να μένω εδώ και να περιμένω τον κάθε φονιά Λέικς. Η ύπαρξή Μου είναι χυδαία, όπως οι πόρνες που κυνηγάνε οι Λέικς ή οι πόρνες που γίνονται οι Λέικς. Η ζωή Μου είναι βαρετή, εκτός από το ένα βράδυ όταν δεν είναι, γιατί ετοιμάζονται να διαπραχθούν φόνοι μέσα Μου.
Τόσα χρόνια, τόσοι αιώνες… Ποιο το νόημα πια; Μόνο κούραση και δυστυχία και βρομιά.

Η θεατρική παράσταση που είχε στήσει ο τωρινός Λέικς συνεχιζόταν τούτο το βροχερό πρωινό. Όπως και οι πρόγονοί του, Με έδειχνε στην σύζυγο και τα παιδιά του, προτού μπουν. Τους έλεγε πόσο μεγάλη ιστορία φέρω, πόσο σημαντικό κτίσμα ήμουν για τους Λέικς. Τους αράδιαζε ένα σωρό λόγια που δεν είχε ιδέα από πού τα ήξερε, ακολουθώντας πιστά την παράδοση του ονόματός του. Η Κάθριν, ο Πίτερ και η Ανν τον άκουγαν με προσήλωση, ενώ Με κοιτούσαν από πάνω ως κάτω. Από την σκεπή έως την εξωτερική, γεμάτη αγριόχορτα αυλή, σαν να αποζητούσαν την ουσία της επίσκεψης σε ένα μεγάλο σπίτι μεν, αλλά φανερά παρατημένο δε. Τι δουλειά είχαν εδώ, μακριά από το δικό τους σπίτι; Ήθελε ο Σάμιουελ να δει την περιουσία των γονιών του, τους οποίους δεν ήξερε, και να νιώσει μελαγχολία, νοσταλγία; Αυτό τους είπε, και τον πίστεψαν, ή έστω έδειξαν κατανόηση. Η όμορφη σύζυγος τον αγκάλιασε με τρυφερότητα, τη στιγμή που τα παιδιά μπήκαν χαμογελώντας πρώτα στην αυλή. Τα μελλοντικά θύματα, που δεν ήξεραν τι τους περίμενε, συμπαραστέκονταν στον φονιά τους. Οι αναμνήσεις του Σάμιουελ ήταν ψευδείς, αλλά οι δικές Μου από όλους τους θανάτους που είχα βιώσει ήταν απόλυτα αληθινές. Καθώς οι τέσσερις άνθρωποι άρχισαν να πλησιάζουν την κεντρική πόρτα Μου, όλη εκείνη η βδελυρή νοσταλγία ήρθε και Με στοίχειωσε, υπενθυμίζοντάς Μου πώς ο τελευταίος Λέικς πριν τον Σάμιουελ, ο Ιονάθαν, γιατρός στο επάγγελμα, έφερε την αείμνηστη γυναίκα και τις τρεις κόρες του και, δίχως να περιμένει να νυχτώσει, έβγαλε το νυστέρι του και ξεκίνησε να τις σφάζει.

Τι φριχτά ουρλιαχτά, τι αποτρόπαιες εικόνες είχα ζήσει… Αυτοί οι Λέικς Με αηδίαζαν. Με έκαναν να Με μισώ που δεν τους απέτρεπα, που δεν προσπαθούσα έστω να προειδοποιήσω τα θύματά τους πριν τα βρει το Κακό. Ανάθεμά τους! Στην Κόλαση να καίγονται οι παλιοί και να καούν οι νέοι Λέικς!

Ο Σάμιουελ οδήγησε την οικογένειά του μέσα Μου. Σφράγισε την παλιά πόρτα, αλλά επέτρεψε στην σύζυγο να ανοίξει τις κουρτίνες και τα παραθυρόφυλλα του σαλονιού, αποκαλύπτοντας τόνους σκόνης πάνω σε ξεχαρβαλωμένα έπιπλα και στο σχεδόν μουχλιασμένο πάτωμα. Η Κάθριν παραπονέθηκε για τη μπόχα που μύριζε, αλλά δεν πήρε απάντηση. Τα παιδιά έτρεχαν πέρα δώθε, ο Πίτερ, που δεν είχε βγάλει το καπελάκι του, κυνηγούσε την Ανν, η οποία παραλίγο να πέσει, αφού πατούσε συνεχώς το φόρεμά της. Η Κάθριν τους έλεγε να προσέχουν, ενώ ακολουθούσε τον σύζυγό της στους χώρους Μου. Ο Λέικς περπατούσε στους διαδρόμους, με τα χέρια πίσω από την πλάτη, σαν να ερευνούσε. Κοιτούσε τα κρεβάτια, την κουζίνα, τις ντουλάπες, την τουαλέτα, τους ξασπρισμένους πίνακες ζωγραφικής, τις λάμπες φωτισμού, το μεγάλο ρολόι του σαλονιού που ακόμα δούλευε, τα τραπέζια και τις καρέκλες… Έψαχνε τα πάντα, άνοιγε συρτάρια για να βρει ό,τι δεν μπορούσε να δει μεμιάς. Καμιά σπιθαμή δεν έμεινε κρυφή από τον Σάμιουελ, εκτός από το κελάρι, την πόρτα του οποίου δεν άνοιξε και απαγόρευσε στους άλλους να ανοίξουν. Άλλωστε, δε χρειαζόταν να πάει. Ήξερε τι υπήρχε εκεί, όπως ήξερε τι γεγονότα είχαν συμβεί σε όλους τους χώρους. Όταν ένας Λέικς ερχόταν και έμπαινε εδώ, αμέσως ήξερε. Οι αισθήσεις του ξυπνούσαν όλες τις αδυσώπητες λησμονημένες αναμνήσεις.

Τους έβλεπα που πηγαινοέρχονταν μέσα Μου. Ένιωθα το χτυποκάρδι του καθενός. Τα παιδιά, όντας πιο ανήσυχα, αλλά και λιγότερο πονηρά, έπαιζαν στους χώρους Μου, δίχως να φαντάζονται κάτι. Η αγνότητα των παιδιών, και ειδικά τόσο μικρών σαν τον Πίτερ και την Ανν, πάντα Με εκπλήσσει και Μου προκαλεί περιέργεια. Από την άλλη, η Κάθριν, που τώρα καθόταν σιμά στον άντρα της, είχε τα χέρια στην ποδιά της. Είχε βγάλει το πλατύ καπέλο της και, πριν αναπαυτεί, είχε σκουπίσει όπως-όπως τον καναπέ που υπήρχε στο σαλόνι. Κοιτούσε μια τον Σάμιουελ και μια το χώρο γύρω της. Έμενε για λίγες στιγμές παραπάνω να κοιτάζει την πόρτα και τα ανοιχτά παράθυρα. Δεν ήθελε να είναι εδώ. Ένιωθε ότι κάτι δεν ήταν σωστό. Ίσως απλά να μην της άρεσε τόση πολλή βρομιά σε ένα σπίτι, αλλά δεν θα ήταν μόνο αυτό. Ένα κλειστό μέρος που έχει μαζέψει τόσα πολλά πτώματα δεν μπορεί παρά να εκπέμπει μια δυσοίωνη, απειλητική αίσθηση. Ακόμη και που δεν ήξερε τι αποτροπιασμοί είχαν γίνει εδώ ή που θα έπεφτε και η ίδια στην παγίδα, που είχε ήδη πέσει στην παγίδα, η Κάθριν αντιλαμβανόταν ότι δεν έπρεπε να έρθουν σε Εμένα. Όμως, όντας πιστή σύζυγος σε έναν κατά τα άλλα ευχάριστο άντρα, που δεν της είχε δώσει λόγους να αμφιβάλλει για τις προθέσεις του, δεν θα έκανε κάτι ουσιαστικό, για να σώσει τον εαυτό της και τα παιδιά της.

Ώρες ήρθαν και παρήρθαν. Το πρωί έγινε ένα λίγο πιο ζεστό μεσημέρι. Η οικογένεια είχε φέρει μαζί της ένα καλάθι με φαγητό και πιοτά. Τα παιδιά μαζεύτηκαν, έπλυναν τα χέρια τους και όλοι μαζί πήραν το τελευταίο τους γεύμα.

Ο Σάμιουελ ήταν κατά βάση σιωπηλός. Μιλούσε μονάχα όταν τον ρωτούσαν κάτι ή άμα ο Πίτερ ή η Ανν δεν κάθονταν φρόνιμα και δεν άκουγαν την μητέρα τους. Το σαρδόνιο χαμόγελο των Λέικς το εμφάνιζε συχνά αυτές τις ώρες, γιατί ένιωθε την έξαρση των Λέικς που πρόκειται να ικανοποιήσουν το κτήνος που κατοικεί μέσα τους. Κάποια στιγμή, η Κάθριν τον ρώτησε ανήσυχη γιατί χαμογελά έτσι. Ο Σάμιουελ της είπε ότι έτσι χαμογελά πάντα, μα εκείνη τον διαβεβαίωσε πως δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ στην ζωή της να έχει αυτή την έκφραση. Τα παιδιά επιβεβαίωσαν τα λεγόμενα της μητέρας τους. Ο Σάμιουελ έδειξε απορημένος, αλλά άλλαξε το χαμόγελό του, φορώντας μια πιο φιλική μάσκα. Δεν καθησύχασε τελείως τους άλλους, ειδικά την Κάθριν, όμως ήταν αρκετό για να μην του γίνουν άλλες ερωτήσεις ή παρατηρήσεις.

Συνήθως, οι φόνοι γίνονταν νυχτερινές ώρες, ξημερώματα τις περισσότερες φορές, οπότε και οι γείτονες να έχουν κοιμηθεί και για να μην υπάρχουν πολλοί μάρτυρες. Στην οδό Φέαρφινγκ, κυκλοφορούσαν αστυφύλακες, βέβαια, αλλά αραιά. Οι Λέικς ποτέ δεν αντιμετώπισαν πρόβλημα κατά την εκτέλεση των φόνων ή μετά, κατά τη φυγή τους από Εμένα. Ωστόσο, έπαιρναν κάποια βασικά μέτρα προφύλαξης, όπως το να κλείνουν τις κουρτίνες και τα παράθυρα ή να φέρνουν μαζί τους ρούχα για να αλλάξουν ή να περπατάνε ήρεμοι σαν να ανήκουν χρόνια ολόκληρα στην γειτονιά. Υπήρξαν ουκ ολίγες φορές που συναπαντήθηκαν με κάποιον άλλο περαστικό, αλλά είτε αυτός ήταν μεθυσμένος, είτε δεν ενδιαφερόταν αρκετά για να μάθει ποιος ήταν αυτός ο άγνωστος άνθρωπος που περπατούσε στα μέρη του. Από τις δύο φορές που ένας Λέικς έτυχε να συναντήσει αστυφύλακα, τη μία απλά αντάλλαξαν μια ματιά και ο καθένας συνέχισε το δρόμο του, και την άλλη η Ντακότα Λέικς, από τα χειρότερα μέλη της οικογένειας, φλέρταρε τον ένστολο, διακινδυνεύοντας να βρει το μπελά της, αλλά εκείνος ανταποκρίθηκε και, μετά το χυδαίο σμίξιμό τους σε ένα σοκάκι, χώρισαν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Ο Σάμιουελ Λέικς δεν περίμενε να φτάσει το βράδυ, εν μέρει γιατί είχε ανατριχιάσει σύγκορμος από την αναμονή, αλλά κυρίως γιατί η Κάθριν επέμενε να φύγουν, για να μην τους πιάσει η νύχτα. Τα παιδιά, κουρασμένα από το παιχνίδι και έχοντας βαρεθεί τις διαταγές των γονιών τους να μην ακουμπάνε εδώ κι εκεί, αλλά και να μην υπάρχει κάτι για να παίξουν, ήθελαν και εκείνα να φύγουν. Ο Σάμιουελ κοίταξε κατάματα την σύζυγο και τα παιδιά του. Υπό το λειψό φως των λαμπών του σαλονιού και του δρόμου, με το χώρο να μυρίζει ακόμα πιο έντονα, αφού η μυρωδιά των φαγητών και των ποτών είχε αναμειχθεί με αυτή της μούχλας και της σκόνης, η Κάθριν, ο Πίτερ και η Ανν είδαν ξανά εκείνο το ανησυχητικό χαμόγελο στο πρόσωπο του Σάμιουελ. Δεν ήξεραν, αλλά Εγώ ήξερα τι θα γινόταν στη συνέχεια. Ήξερα ότι δεν είχαν μέλλον, γιατί τους είχε φέρει στην Κόλαση, σε Εμένα.

Ο Λέικς είπε στους δικούς του ότι ήθελε να παίξουν όλοι μαζί ένα τελευταίο παιχνίδι. Τους ζήτησε να μη σηκωθούν, όσο εκείνος άφηνε τον καναπέ. Πήγε και έκλεισε τις κουρτίνες. Τους εξήγησε ότι θα έσβηνε και τα φώτα και θα έπαιζαν κυνηγητό και κρυφτό. Αυτός θα τους κυνηγούσε και εκείνοι θα κρύβονταν. Όταν τους έπιανε όλους, θα σταματούσαν. Για να τους δώσει ελπίδες, ο Λέικς πρόσθεσε πως, αν κουραζόταν, θα σταματούσαν. Η Κάθριν αντέδρασε, δεν ήθελε να παίξουν, αλλά, όπως το περίμενε ο Λέικς, ο Πίτερ και η Ανν ήθελαν και φώναζαν ότι ήθελαν να παίξουν. Η Κάθριν τελικά συμφώνησε, τονίζοντας ότι θα ήταν μόνο για λίγο. Νόμιζες ότι αποφάσιζες εσύ, καημένη Κάθριν.

Όταν ο Λέικς έσβησε την τελευταία λάμπα, ο χώρος βυθίστηκε στο σκοτάδι. Αλλά Εγώ έβλεπα τα πάντα. Είδα τα παιδιά να κουνούν τα χέρια τους, να σκοντάφτουν και να βογκάνε, αλλά να προσπαθούν να κρυφτούν. Είδα την Κάθριν να αλλάζει απλώς θέση στον καναπέ, φανερά βαριεστημένη. Ήθελα να φωνάξω και στους τρεις τους, να τους πω να φύγουν. Αλλά δεν το έκανα. Σκέφτηκα να ρίξω τους τοίχους Μου και να σκοτώσω το φονιά πριν να είναι αργά. Ούτε αυτό έκανα. Κάτι με συγκρατούσε, κάτι που υπέβοσκε στις πέτρινες αρτηρίες Μου.

Είδα τον Λέικς να πλησιάζει αργά και με σίγουρα βήματα στο τραπέζι κοντά στον καναπέ και να παίρνει ένα μαχαίρι που είχε δανειστεί η γυναίκα του από την κουζίνα. Η Κάθριν μίλησε, αναφέροντας το όνομα του άντρα της. Εκείνος δεν της απάντησε με λόγια, παρά χάραξε τον λαιμό της, όχι μία, αλλά δύο φορές. Εκείνη σωριάστηκε στα πόδια του, με το αίμα να λερώνει το όμορφο φουστάνι της και να ρέει στους πόρους Μου. Ο Λέικς έφυγε και αναζήτησε τα παιδιά. Περπατούσε δίχως να βιάζεται και χωρίς να σκοντάφτει. Για τους Λέικς, ήμουν το πιο οικείο μέρος του κόσμου. Με ήξεραν καλύτερα από τον ίδιο τους τον εαυτό. Ίσως ήξεραν και ότι ήμουν ένα ζωντανό Ον, αλλά δεν τους ενδιέφερε. Όμως, Εμένα με ένοιαζε. Με… Με…

Με τάισε. Το αίμα της Κάθριν διαπότισε τα πλακάκια. Γεύτηκα τη νεότητά της. Με τον επερχόμενο θάνατό της Με αναζωογόνησε. Αχ… Πόσο καιρό, πόσα χρόνια είχα να πιω από την ζωή μιας δύστυχης ψυχής! Μνήμες και αισθήσεις αδιανόητης ικανοποίησης Με κατέκλυσαν.

Πώς μπορούσα να σταματήσω κάποιον που το μόνο που έκανε ήταν να γεμίζει τους πόρους Μου; Τι ανόητες σκέψεις έκανα όταν είδα τούτο τον Λέικς και τα θύματά του για πρώτη φορά; Αυτός απλά θα Μου έδινε δύναμη για να συνεχίσω να υπάρχω, όπως έκαναν όλοι οι υπέροχοι πρόγονοί του. Θυμάμαι που είχα κι άλλες φορές σκεφτεί να τους τιμωρήσω προτού να γίνουν εγκληματίες, μα πάντα, όταν Μου έδιναν αίμα και σάρκα, Εγώ άλλαζα απόφαση και έπαιρνα τη σωστή. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν δούλοι Μου, Με υπηρετούσαν. Εκπλήρωναν τους πόθους Μου. Ήταν δυνατόν Εγώ να προδώσω την πίστη τους; Ποτέ!

Ο Λέικς σύντομα βρήκε και τα παιδιά του. Πρώτα, έπιασε την Ανν που είχε κρυφτεί σε ένα υπνοδωμάτιο και μετά από λίγο ξετρύπωσε από την κουζίνα τον Πίτερ. Δεν είδαν το πρόσωπο και το πουκάμισο του πατέρα τους, που είχαν λερωθεί από το αίμα της μητέρας τους. Έσκουξαν μονάχα γιατί τα ανακάλυψε. Το μαχαίρι το χρησιμοποίησε άλλες τέσσερις φορές.

Αχ, το αίμα! Κι άλλο αίμα! Κι άλλο! Κι άλλο! Πόσο μαγευτικό ήταν! Το απορρόφησα αργά-αργά, για να το ευχαριστηθώ. Τι γεύμα! Τι θεσπέσιο βράδυ ήταν αυτό!

Είχε ρίξει έξι μαχαιριές συνολικά. Δεν ήταν από τους χειρότερους Λέικς, αλλά ούτε από τους πιο ήπιους (από αυτούς που είχε προτιμήσει κάποιο ανώδυνο δηλητήριο).

Όπως και οι περισσότεροι Λέικς, έτσι και τούτος πήγε στην κρεβατοκάμαρα που πριν τρεις αιώνες ο Γιόσεφ Λέικς είχε αποδεκατίσει την οικογένειά του. Κάθισε στο βρόμικο πάπλωμα και έμεινε για λίγο. Εισέπνευσε τη σκόνη και τη βρομιά που Με διακατείχε, και που πλέον τη διοχέτευα σε μεγαλύτερες ποσότητες. Τον άφησα να δηλητηριαστεί όσο ήθελε, για να μπορέσει να ολοκληρώσει ό,τι είχε ξεκινήσει. Έπρεπε να μεταφέρει τρία νεκρά και πάλαι ποτέ αγαπημένα του πρόσωπα στο κελάρι Μου. Έπρεπε να απαγκιστρωθεί πνευματικά από αυτά. Και, στο τέλος, ενώ θα έφευγε, έπρεπε να ξεχάσει εκείνα και Εμένα.
Αλλά Εγώ θα σε θυμάμαι για πάντα, Σάμιουελ Λέικς. Μου θύμισες γιατί αξίζει η ζωή.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Σέλντον Κρότον γεννήθηκε το 1811 στο Μάντσεστερ, όπου και ζει μόνιμα με την σύζυγό του. Τα τρία τέκνα του ζευγαριού ζουν σε άλλες πόλεις με τις δικές τους οικογένειες, αλλά, όταν μπορούν, επισκέπτονται τους γονείς τους. Ο Σέλντον εργάστηκε επί χρόνια στη βιομηχανία βαμβακιού που αναπτύχθηκε στην πόλη, αλλά, εξαιτίας ενός σοβαρού τραυματισμού το 1866, αποσύρθηκε. Έκτοτε ανακάλυψε το διάβασμα και αργότερα αποφάσισε ότι έχει να πει και ο ίδιος μερικές ιστορίες.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading