Ο ήλιος σπίθιζε στις άκρες των κυμάτων και γέμιζε με φως τα μισόκλειστα μάτια της τόσο, που δυσκολευόταν να τα κρατήσει ανοικτά, η Ρηνιώ όμως δεν ήθελε με τίποτα να χάσει αυτές τις εικόνες. Τις κρυμμένες παραλίες, τα απόκρημνα βράχια, τα ερείπια των κάστρων, τις βραχονησίδες κι όλα αυτά να υπογραμμίζονται από το βαθύ μπλε της ελευθερίας…
«Δελφίνια» είπε μαλακά ο κυρ Σταύρος, ο περαματάρης και της έδειξε την πλώρη του καϊκιού. Η Ρηνιώ ανασηκώθηκε κι έφερε το χέρι της κεραμίδι στα μάτια της για να μπορέσει να δει καλύτερα τα λεία κορμιά που σχίζαν με χάρη τον μπλε μανδύα δίπλα τους. Πού και πού χοντρές αλμυρές σταγόνες την πιτσιλούσαν κι εκείνη δεχόταν με χαρά το κρύο άγγιγμά τους μέσα στην κάψα της ημέρας, μόνο που αναγκάστηκε να βγάλει τα χοντρά κοκάλινα γυαλιά που είχαν γεμίσει αλμύρα και να τα τυλίξει στο μαντίλι της. Μικρά πολύχρωμα κυβάκια αραδιασμένα στη σειρά φάνηκαν στον ορίζοντα και η Ρηνιώ έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στον καπετάνιο.
«Η Χάλκη» τη διαβεβαίωσε εκείνος κι η φωνή του ίσα που έφτασε στα αυτιά της φιλτραρισμένη από τα παχιά μουστάκια του.
«Η Χάλκη…» επανέλαβε μηχανικά η Ρηνιώ κι απέμεινε να την κοιτά μαγεμένη. Ξάφνου σαν να ξύπνησε από όνειρο με το που πέρασαν το Νησάκι, ξεδίπλωσε το μαντίλι που κρατούσε, έβγαλε και καθάρισε σχολαστικά τα γυαλιά μυωπίας της και τα φόρεσε. Ο καπετάνιος την κοίταξε απορημένος.
«Τι τα θες, κυρά δασκάλα, δαύτα; Έκρυψαν το όμορφο πρόσωπό σου!». Η Ρηνιώ του έριξε ένα παγωμένο βλέμμα, έπειτα τυλίχθηκε μπάλα, κάθισε όσο πιο παράμερα και μαζεμένα μπορούσε και συνέχισε να κοιτά κατά το Νημποριό.
Εκείνο το πρωινό, σαν είδε τη δασκάλα ο καπετάνιος να τον περιμένει στη στενή προκυμαία έχοντας το μεγάλο ξύλινο μπαούλο δίπλα της, του είχε φανεί τόσο ξινή, λιπόσαρκη και άχαρη, που με το ζόρι την καλημέρισε και τη βοήθησε να μπει στο τρεχαντήρι. Στην αρχή η γυναίκα στεκόταν άκαμπτη σαν πτώμα… Η ώρα περνούσε κι εκείνος την έβλεπε να μαγεύεται όλο και πιο πολύ από το γεμάτο πτυχώσεις μπλε, στραφταλιστό φόρεμα της θάλασσας, τις πέτρες που έσβηναν μέσα της σα λιωμένο ασήμι, τα παιχνίδια των δελφινιών… Μια σπιλάδα ξέλυσε το μαντίλι της και φάνηκαν τα κορακάτα μαλλιά της, τα πλεγμένα σε αυστηρό κότσο, τα χείλη της έσπασαν σ’ ένα αμυδρό χαμόγελο κι όταν πια έβγαλε εκείνα τα χοντρά, άσχημα, θολά γυαλιά κι εμφανίστηκε καθαρά η καλογραμμένη μύτη της και τα όμορφα αμυγδαλωτά μάτια στο χρώμα της κανέλας, ήταν σαν η κάμπια να μεταμορφώθηκε σε πεταλούδα. Μα να που μόλις ξαναφόρεσε τα χοντρά γυαλιά έγινε κάμπια πάλι. Ο ήλιος, τα χρώματα, τα δελφίνια, όλα σκοτείνιασαν ξαφνικά. Σα να μπήκε ένα σκοτεινό φίλτρο ανάμεσα σ’ αυτήν και την ομορφιά γύρω της. Το πρόσωπό της πήρε πάλι το ψυχρό ύφος, η γραμμή στο μέτωπό της ήρθε και βάθυνε, οι ώμοι κύρτωσαν, το κορμί της ξαφνικά έγινε όλο γωνίες και άχαρο κι ο καπετάνιος απέμεινε να κοιτά απορημένος ξύνοντας το κεφάλι του αυτή της τη μεταμόρφωση…
Η Ρηνιώ στεκόταν έξω από τη βαριά ξύλινη πόρτα και αφουγκραζόταν το σούσουρο, τα χαμηλόφωνα κοφτά γελάκια, τις μικρές κραυγές θυμού ή πόνου… Δίσταζε… Φέτος έκλεινε δεκαπέντε χρόνια δασκάλα, αν πιάσεις και τα χρόνια που δίδασκε κρυφά τα ελληνικά. Δε τα λες πολλά, δε τα λες και λίγα. Μέσα σε αυτά τα δεκαπέντε χρόνια έγινε ένας πόλεμος, απελευθερώθηκαν τα Δωδεκάνησα, έχασε τους γονείς της, διορίστηκε, μετεκπαιδεύτηκε, οι μαθητές της μεγάλωσαν, βρήκαν δουλειές, παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά κι εκείνη… Για εκείνη τίποτα δεν άλλαζε πέρα από τα σχολεία και τα πρόσωπα.
«Με συγχωρείτε, κυρία Πατινιώτη, παράλειψής μου! Θα σας παρουσιάσω εγώ στα παιδιά», είπε μία γλυκιά φωνή πίσω της. Η σύζυγος του διευθυντή και δασκάλα, μια μικρόσωμη μελιστάλακτη γυναίκα, μητέρα τριών παιδιών, την προσπέρασε άνοιξε διάπλατα την πόρτα της τάξης και με συνοπτικές διαδικασίες την παρουσίασε στα παιδιά ως μια εξαίρετη νέα δασκάλα. Η Ρηνιώ κούνησε το κεφάλι της σε ένδειξη χαιρετισμού και μηχανικά ξεκίνησε να κάνει αυτό που ήξερε καλύτερα, να διδάσκει…
Η δασκάλα διένυε τον δεύτερο χρόνο παραμονής της στο νησί και με το να είναι άχρωμη και άοσμη είχε καταφέρει να περνάει απαρατήρητη. Μετά το μάθημα επέστρεφε βιαστικά και κλεινόταν στο μικρό, σκοτεινό, ετοιμόρροπο δωμάτιό της, με μόνη συντροφιά τα λιγοστά βιβλία της, τα κεντήματά της και μια μισότυφλη γάτα που περιμάζεψε τις πρώτες της μέρες στο νησί. Πέρα από τις εκκλησίες, ελάχιστα είχε περιηγηθεί στο νησί. Δεν είναι ότι δεν το ήθελε. Ίσα ίσα τα γραφικά δρομάκια, τα πολύχρωμα νεοκλασικά σπίτια, τα τιρκουάζ κρυστάλλινα νερά του λιμανιού, οι χρωματιστές ψαρόβαρκες, όμοιες σειρήνες την τραβούσαν να τα εξερευνήσει. Μα κάθε φορά που ή Ρηνιώ έλεγε “Σήμερα θα βγω μια βόλτα” όλο έπεφτε πάνω σε έναν τοίχο από μη, πρέπει και δεν πρέπει που ορθωνόταν απροσπέλαστος ανάμεσα σε αυτήν και τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτή είναι η δασκάλα. Η δασκάλα πρέπει να είναι σοβαρή, μετρημένη, λιγομίλητη, κόσμια, να επιβάλλεται, να μην πιάνει κουβέντα με χωριαταρέους, κομμουνιστές, εχθρούς της πατρίδας… Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι ποτέ δεν ήξερες ποιον μπορεί να θεωρούσε ο επιθεωρητής κατάλληλο για κοινωνική επαφή ενός δασκάλου, οπότε η Ρηνιώ είχε υιοθετήσει ως πρακτική του να μην έχει καθόλου επαφές, ούτε καν με συναδέλφους, μιας και υπήρχε πάντα η πιθανότητα να πάρουν κακή αξιολόγηση. Το ίδιο βέβαια έκανε η πλειοψηφία των δασκάλων εκείνη την εποχή. Η δουλειά του δασκάλου δεν τελείωνε μέσα στη σχολική αίθουσα αλλά συνεχιζόταν και εκτός, είναι σα να δούλευαν κάθε μέρα, όλη μέρα! Δίδασκαν ήθος, λιτότητα με τους μισθούς πείνας που έπαιρναν, χριστιανικό πνεύμα, υπακοή στους νόμους και κανόνες… Υπακοή, κυρίως υπακοή! Πάνε οι μέρες που η Ρηνιώ δεν υπολόγιζε τις απειλές, τους νόμους και κανόνες των Ιταλών και που κρυφά δίδασκε σε λιγοστά παιδιά την ελληνική γλώσσα με κίνδυνο να φυλακιστεί. Από την ώρα που πέθαναν οι γονείς της αφήνοντας τη χωρίς δεκάρα, έτρεμε μη χάσει τη δουλειά της και βρεθεί στον δρόμο, να μην την κακολογήσουν ή να μη χρειαστεί να ενδώσει στις αρρωστημένες ορέξεις κανενός επιθεωρητή για να μην πάρει κακή αξιολόγηση. Έπρεπε λοιπόν να πνίξει τη θηλυκότητά της, να μουτζουρώσει την όποια ομορφιά της, αν και σε αυτό βοηθούσε και ο χρόνος, να στεγνώσει από οποιαδήποτε επιθυμία, να αποκλείσει τους ανθρώπους και οποιοδήποτε αίσθημα οικειότητας, στοργικότητας, συμπόνιας, συμπάθειας ή αντιπάθειας… Έπρεπε να γίνει αερικό. Άλλωστε τόσοι άνθρωποι δεν είναι αερικά γύρω μας; Άνθρωποι για τους οποίους κανείς δε νοιάζεται, άνθρωποι που είναι κλεισμένοι στον μικρόκοσμό τους και έχουν υψώσει ένα σωρό τείχη γύρω τους; Ένα τέτοιο αερικό ήταν και η Ρηνιώ, η οποία ήταν απόλυτα πεπεισμένη ότι ποτέ δεν της δόθηκε η επιλογή για να μπορεί να είναι διαφορετική. Απλά, στην αρχή οι γονείς της και οι δάσκαλοι της κι έπειτα η κοινωνία και η εργασία της, επέλεξαν για αυτή τη μοναξιά. Στα τριάντα πέντε της ήταν πια σίγουρη ότι δεν υπήρχε τρόπος να ξεστρατίσει από τον δρόμο που την οδηγούσε σταθερά στο να γίνει μια φοβική μοναχική γεροντοκόρη και πολύ πιθανόν και ξινή…
Το βλέμμα της πλανήθηκε πάνω στα σκυμμένα κεφαλάκια που έγραφαν με προσοχή στο τετράδιό τους. Το μέλλον τους ήταν προδιαγεγραμμένο, όπως και το δικό της, σκέφτηκε με θλίψη. Τα περισσότερα από αυτά θα έπαιρναν σύντομα τον δρόμο της ξενιτιάς, ελάχιστα θα παρέμειναν να παλέψουν στην όμορφη μα άγονη Χάλκη, αρκετά θα παντρεύονταν, θα έκαναν παιδιά… Ένα λιπόσαρκο κοριτσάκι άφησε το μολύβι που κρατούσε σταύρωσε τα χέρια του και κάρφωσε τα μεγάλα μαύρα μάτια του πάνω της.
«Τέλειωσες κιόλας Ροδάνθη;»
«Μάλιστα, κυρία» ίσα που ακούστηκε η ψιλή φωνή της διακόπτοντας τον μόνο ήχο που ακουγόταν στην αίθουσα, το σούρσιμο των μολυβιών πάνω στο χαρτί.
Η Ρηνιώ σηκώθηκε κι έριξε μια ματιά στο άψογο τετράδιο της μικρής. Θέλησε να χαϊδέψει το κεφάλι της και να της πει μπράβο, αντ΄ αυτού έσφιξε τα χείλη της και χαμογέλασε αδιόρατα προτού ξαναγυρίσει στην έδρα της. Η Ροδάνθη ήταν το αστέρι της τάξης της, επιμελής, πανέξυπνη, υπάκουη μόνο που… μόνο που η εμφάνισή της δεν ταίριαζε με αυτά της τα χαρίσματα. Σε λίγες μέρες θα ερχόταν ο επιθεωρητής και η Ρηνιώ ήταν σε μεγάλο δίλημμα για το τι να κάνει. Από τη μία η Ροδάνθη ήταν σίγουρη ότι θα την έβγαζε ασπροπρόσωπη ως προς το μαθησιακό κομμάτι, από την άλλη έτσι όπως ήταν ξυπόλυτη με την παλιά φθαρμένη, ξασπρισμένη από τα πολλά πλυσίματα, χιλιομπαλωμένη και συχνά βρώμικη ποδιά, φοβόταν μην τη βάλει σε κάνα μπελά. Να της ζητούσε να λείψει εκείνη τη μέρα; Αν της έπαιρνε αυτή μία ποδιά; Όχι, όλοι θα στρέφονταν εναντίον της ότι μεροληπτεί, σκέφτηκε στεναχωρημένη. Το κουδούνι ήχησε γλυκόλαλο. Τα παιδιά σηκώθηκαν με τάξη και βγήκαν από την αίθουσα. Η Ρηνιώ πήρε το σφουγγάρι να το δώσει στον επιμελητή, μα καθώς περνούσε μπροστά από την ανοικτή πόρτα κοντοστάθηκε καθώς είδε την κόρη του παπά, τη Θεοδώρα, να σταματά να περπατά, να περιμένει ώσπου να έρθει στο πλάι της η Ροδάνθη που ήταν τελευταία και ξεκινώντας να περπατά ξανά πλάι της κάτι να της ψιθυρίζει. Το μικρό κορίτσι ταράχτηκε για τα καλά, όλο της το κορμί τέντωσε σαν βέλος και τα χέρια της σφίχτηκαν σε γροθιές. Ξάφνου με μία υπολογισμένη κίνηση, η Θεοδώρα έστριψε την παπουτσωμένη πατούσα της σε ορθή γωνία μπροστά από τα γυμνά πόδια της Ροδάνθης η οποία μπουρδουκλώθηκε πέφτοντας μπροστά και χτυπώντας το κεφάλι της στον τοίχο έμεινε ακίνητη στο δάπεδο.
«Τι έκανες;» ούρλιαξε η Ρηνιώ ορμώντας κατά εκεί και για πρώτη φορά στη ζωή της χτύπησε παιδί δίνοντας ένα πολύ δυνατό χαστούκι στη Θεοδώρα που έμπηξε τα κλάματα. Η Ρηνιώ σήκωσε το πεσμένο κορίτσι στην αγκαλιά της και τη μετέφερε στην κοντινότερη αίθουσα φωνάζοντας για βοήθεια. Το παιδί αιμορραγούσε πολύ από το κεφάλι, μα αυτό που την τρόμαξε ήταν ότι δεν είχε επαφή με το περιβάλλον μόνο πού και πού ψιθύριζε “μάνα, μάνα, μαμά μου…” μ’ έναν τρόπο που έκανε την καρδιά της Ρηνιώς να σπαράζει. Η Αγγελική, η γυναίκα του διευθυντή, ήταν από τους πρώτους που έτρεξαν να τη βοηθήσουν.
«Να την πάμε στον γιατρό!» αναφώνησε η Ρηνιώ και ανασήκωσε το παιδί.
«Δεν υπάρχει γιατρός!» την έκοψε με μια σκληράδα στη φωνή ο διευθυντής.
«Ήρθε προχθές ο Φανουράκης, ο Γιάννης, από τη Ρόδο να δει τη μάνα του και αποκλείστηκε από τον καιρό…» αντέτεινε η Αγγελική.
«Πάμε!» είπε προστακτικά η Ρηνιώ και οι άλλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους απορημένοι. Πρώτη φορά την έβλεπαν έτσι αποφασιστική. Σήκωσε τη μικρή στα χέρια της και τους έκανε νόημα να της δείξουν τον δρόμο. Με το ψιλόλιγνο κορμί της ορθωμένο και όχι ως συνήθως κυρτό, η Ρηνιώ πήρε να περπατά ίσια, χωρίς εκείνο το παπίσιο στυλ που όλοι πια γνώριζαν. Η Αγγελική προπορεύτηκε για να ειδοποιήσει τον γιατρό, ο οποίος βγήκε μαζί της από το σπίτι για τους προϋπαντήσει και χωρίς καμία κουβέντα πήρε το μικροσκοπικό σωματάκι από τα χέρια της Ρηνιώς ρίχνοντας της ένα βιαστικό βλέμμα.
«Να καλέσουμε τη μάνα της!» είπε ξαφνικά η Ρηνιώ στην Αγγελική καθώς περίμεναν στην αυλή. Η Αγγελική την κοίταξε περίλυπη και κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Μα πρέπει να την ειδοποιήσουμε!» επέμενε εκείνη.
«Έχει πεθάνει όταν η Ροδάνθη ήταν τριών…» της είπε μαλακά η Αγγελική. Η Ρηνιώ την κοίταξε έκπληκτη, πρώτη φορά ντράπηκε τόσο που μέσα σε όλους τους κανόνες που είχε θέσει στον εαυτό της ώστε να είναι μια “καλή δασκάλα” ήταν να μη ρωτά για τη ζωή των μαθητών της έξω από το σχολείο. Η Αγγελική έπιασε μαλακά το χέρι της ανάμεσα στα δυό της χέρια και η Ρηνιώ απέμεινε να το κοιτά σαστισμένη. Πρέπει να ήταν η πρώτη τρυφερή σωματική επαφή που είχε μετά από πολλά πολλά χρόνια… Η αναπνοή της έγινε γοργή και κοφτή και ξαφνικά ένιωσε τα μάτια της να τσούζουν και να θολώνουν. Τράβηξε το χέρι της απότομα, έβγαλε τα χοντρά γυαλιά της και άρχισε να τα καθαρίζει με επιμέλεια όταν ένιωσε το βλέμμα της Αγγελικής καρφωμένο πάνω της.
«Ξέρεις…» είπε διστακτικά η Αγγελική «Δε σε έχω δει ποτέ χωρίς γυαλιά, έχεις πολύ όμορφο πρόσωπο…»
«Με κάποιον μένει! Κάποιος νοιάζεται για αυτό το παιδί και πρέπει να τον καλ…»
«Κανείς δε νοιάζεται γι’ αυτό το παιδί» την έκοψε η Αγγελική. «Ο πατέρας της έχει πεθάνει. Μένει με την αδερφή του πατέρα της, που με το ζόρι φροντίζει τα δικά της επτά παιδιά και ο μόνος λόγος που ακόμη πάει σχολείο είναι για το συσσίτιο…» την προσγείωσε η Αγγελική. Η αλάδωτη πόρτα έτριξε παραπονιάρικα καθώς άνοιξε διάπλατα κι εμφανίστηκε ο γιατρός. Τα ρούχα του ήταν ποτισμένα με αίμα.
«Το παιδί έχασε πολύ αίμα και είναι υποσιτισμένο, δεν ξέρω αν θα τα καταφέρει Και το χτύπημα στο κεφάλι…» άφησε να εννοηθεί λυπημένος ο μεσήλικας άντρας με το περιποιημένο μουστάκι.
«Εγώ, γιατρέ… Θα δώσω εγώ αίμα! Έχω μηδέν θετικό. Να κάνουμε μετάγγιση!» αναφώνησε η Ρηνιώ και τον πλησίασε. Ο γιατρός στάθηκε απέναντί της κοιτώντας την αμφίσημα. Η χάλκινη μυρωδιά του αίματος ανακατεμένη με τη μυρωδιά του οξυζενέ την ανακάτεψε. Ο άντρας ξερόβηξε για να βρει χρόνο να ανακτήσει την ψυχραιμία του και ρίχνοντας ένα βιαστικό βλέμμα γύρω του στους ανθρώπους που τον κοιτούσαν κατέβασε το κάτω βλέφαρο της και έσφιξε απογοητευμένος τα χείλη του.
«Θα ήταν καλύτερα να βρούμε κάποιον άλλον…» είπε κοιτώντας συνοφρυωμένος γύρω του τα απρόθυμα πρόσωπα.
«Πάμε!» διέταξε ξαφνικά η Ρηνιώ με ένα τόνο που δεν δεχόταν αντιρρήσεις κι εκείνος απρόθυμος την οδήγησε στο εξεταστήριο όπου κειτόταν το κατάχλωμο παιδί. Η Ρηνιώ κάθισε δίπλα της και ο γιατρός με νευρικές κινήσεις, μην μπορώντας να πάρει τα μάτια του από πάνω της, τη συνέδεσε με το παιδί.
Κάθε ρανίδα αίματος που πέρναγε από αυτήν προς το παιδί, ήταν σα να παρέσερνε μαζί του κι ένα τούβλο του τείχους της. Η ώρα περνούσε, υποσιτισμένη και η ίδια ένιωθε ήδη τρομερή αδυναμία, μα δε μιλούσε, μόνο με το ελεύθερο χέρι της χάιδευε το μικρό χεράκι και το έσφιγγε κάθε που φώναζε η μικρή εκείνο το σπαρακτικό “μαμά”. Πού ήταν κρυμμένη όλη αυτή η τρυφεράδα που ένιωθε να ξεχειλίζει από μέσα της; Πού βρέθηκαν όλα εκείνα τα λόγια αγάπης και παρηγοριάς;
Ξάφνου μέσα στο δωμάτιο όρμησε μία κοντόχοντρη μαυροφορεμένη φιγούρα σαν νυχτερίδα.
«Τι πράματα του διαόλου είναι αυτά;» έκρωξε ο παπάς δείχνοντας με το παχουλό του δάχτυλο τον σωλήνα με το αίμα που ένωνε τη δασκάλα με το παιδί. Ο γιατρός που εκείνη την ώρα έφερνε ένα ζεστό για τη Ρηνιώ, μπήκε στη μέση και όρθωσε το ψηλό ανάστημά του.
«Κάνουμε μετάγγιση, πάτερ Ειρηναίε» του είπε συγκρατημένα.
«Τι πράματα είναι αυτά, να παραβαίνετε στο έργο του Θεού!» έκρωξε με βροντερή φωνή σαν να έπαιζε σε τριτοκλασάτη παράσταση ο παπάς και προσπερνώντας τον γιατρό έκανε να πιάσει τον σωλήνα.
Η Ρηνιώ τινάχτηκε πάνω και τον κοίταξε κατάματα μ’ ένα αυστηρό και συνάμα παγωμένο βλέμμα, γέρνοντας πάνω από τη μεγάλη κοιλιά του, πράγμα που τον σάστισε ολότελα.
«Κανείς δεν παρεμβαίνει στο έργο του Θεού» του είπε αργά μα με σταθερή φωνή. «Κάνουμε μετάγγιση, όπως κάναμε σε τόσους και τόσους στρατιώτες μας στον πόλεμο. Και σας παρακαλούμε, πάτερ…», είπε τονίζοντας το πάτερ «να προσευχηθείτε γι’ αυτό το κακόμοιρο παιδί… και για την κόρη σας… τη μουλωχτή…». Το σαγόνι του παπά κρέμασε.
«Για την κόρη μου;» τραύλισε μπερδεμένος. Η Ρηνιώ δεν του απάντησε, μόνο φόρεσε τα γυαλιά της και συνέχισε να τον κοιτά με ‘κείνο το ύφος που έκανε και τον πιο ατίθασο μαθητή της να την τρέμει. Ο γιατρός με συνοπτικές διαδικασίες τον έβγαλε έξω σχεδόν σπρώχνοντας κι έκλεισε την πόρτα. Η Ρηνιώ ένιωσε ξαφνικά πολύ αδύναμη, τα πάντα σκοτείνιασαν. Ίσα που την πρόλαβε ο γιατρός να τη συγκρατήσει προτού λιποθυμήσει.
«Το παιδί… Γιατί; Πώς είναι το παιδί;» ήταν τα πρώτα λόγια που ψέλλισε καθώς πήρε να συνέρχεται.
«Καλά είναι» τη διαβεβαίωσε η Αγγελική. «Να κοίτα, συνήλθε!» της είπε και της έδειξε τη Ροδάνθη που την κοιτούσε με απορία αν και φανερά καταβεβλημένη. Η Ρηνιώ ανασηκώθηκε και πήγε την αγκάλιασε και φιλώντας τη ρώτησε «Ροδανθούλα μου, πώς είσαι; Πονάς, παιδί μου;».
«Λίγο» ψέλλισε η μικρή σαστισμένη από την τρυφερή στάση της δασκάλας της ψηλαφώντας τα ράμματα στο μέτωπό της.
«Θα μείνει εδώ το βράδυ για να σιγουρευτούμε ότι δεν θα υπάρξει πρόβλημα με το χτύπημα στο κεφάλι» της είπε μαλακά ο γιατρός.
Η Ρηνιώ του έγνεψε ότι καταλαβαίνει «Σας ευχαριστώ πολύ, γιατρέ, ευτυχώς που ήσασταν εδώ».
«Ναι, ευτυχώς…» πρόσθεσε εκείνος αμήχανα και ίσιωσε ταραγμένος τα μαλλιά του και το μουστάκι του. Η Αγγελική του έριξε μια ανεξιχνίαστη ματιά και τα μάτια της γυάλισαν με πονηράδα.
«Να σε συνοδέψω ως το σπίτι σου Ρηνιώ… Πρέπει να ξεκουραστείς…», είπε χωρίς να πάρει το βλέμμα της η Αγγελική από τον γιατρό. Εκείνος το απέφυγε και κοίταξε τα παπούτσια του σα να τα έβλεπε για πρώτη φορά.
«Δεν πρόκειται να πάω πουθενά!» αντέτεινε με σιγουριά η Ρηνιώ. «Εδώ θα μείνω, γιατρέ!» του είπε με βλέμμα που δε σήκωνε αντιρρήσεις. Ο Γιάννης καθάρισε τον λαιμό του και το πρόσωπό του συσπάστηκε προσπαθώντας να συγκρατήσει ένα μικρό χαμόγελο. Η Αγγελική σηκώθηκε και βγαίνοντας του είπε δυνατά:
«Εγώ πρέπει να πηγαίνω, μην είμαστε και πολλοί… Θα τα πούμε αύριο, ξάδερφε! Περαστικά σας! Καληνυχτώ, θειά!» φώναξε βγαίνοντας για να την ακούσει και η μητέρα του γιατρού, μα κυρίως για να την ακούσουν οι περίεργοι που είχαν μαζευτεί απ’ έξω.
Εκείνη τη νύχτα, κανείς από τους τρεις τους δε θα την ξεχνούσε ποτέ. Ο καθένας για τους δικούς του λόγους.
Η Ροδάνθη γιατί ονειρεύτηκε ότι η μάνα της επιτέλους απάντησε στο κάλεσμά της και την είδε ολοζώντανη να στέκεται από πάνω της, να της μιλά τρυφερά, να την αγκαλιάζει και να τη φιλά όπως όταν ήταν μικρή. Ήταν εκεί, την είδε καθαρά και το πρόσωπό της δεν ήταν πια θολό, όπως το έβλεπε μέχρι τότε. Ήταν ένα πρόσωπο με όμορφα ζεστά κανελιά μάτια που την κοιτούσαν όπως κοιτούσε η θειά της τα παιδιά της, με αγάπη! Πρώτη φορά την κοιτούσε κάποιος με αγάπη! Μέχρι τότε την κοιτούσαν καταδεκτικά, με οίκτο, αδιάφορα, με σιχασιά, στυφά… Πόσο όμορφο είναι να σε κοιτά κάποιος με αγάπη! Κάνει την καρδιά σου να τραγουδά!
«Ξύπνα, Ροδανθάκι μου, κοίταξέ με!» της έλεγε κάθε τόσο η φωνή της μάνας της κι εκείνη παρόλο την κούραση που ένιωθε άνοιγε τα ματάκια της. Κι η μάνα της ρώταγε να μάθει το ένα και το άλλο κι Ροδάνθη με χαρά της τα έλεγε μόνο που νύσταζε κιόλας και χωρίς να το καταλάβει τα μάτια της έκλειναν μόνα τους. Τη ρώτησε και τι της είπε η Θεοδώρα, η κόρη του παπά, πριν πέσει και τη θύμωσε και θύμωσε κι η μάνα της πολύ, μα σαν είδε το σκιαγμένο της πρόσωπο, της έφυγε ο θυμός από τα μάτια κι άρχισε πάλι να της γλυκομιλεί…
«Καλά είναι» τη διαβεβαίωσε για χιλιοστή φορά εκείνη τη νύχτα ο Γιάννης, ο γιατρός, απαντώντας στο άηχο ερώτημά της κι η Ρηνιώ έστρεψε τα σκιασμένα από την ανησυχία κανελιά μάτια της πάλι στη μικρή.
«Τι σχέση έχει η κόρη του παπά;» τη ρώτησε ο Γιάννης προσπαθώντας να ανοίξει κουβέντα.
«Την είδα που της έβαλε τρικλοποδιά. Εξαιτίας της χτύπησε! Μόνο και μόνο επειδή ζηλεύει που η Ροδάνθη είναι η καλύτερη μαθήτρια!» είπε στυφά η Ρηνιώ και για πρώτη φορά το βλέμμα της στάθηκε στα μάτια του. «Γιατί οι άνθρωποι είμαστε τόσο σκληροί μεταξύ μας;» τον ρώτησε ξαφνικά
«Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι σκληροί με τους άλλους, μόνο αυτοί που κρύβουν την αδυναμία τους ή τη βασανισμένη τους ψυχή» της είπε με σιγουριά.
Τα μάτια της βούρκωσαν και τα απέστρεψε. Ο Γιάννης φοβήθηκε ότι την πρόσβαλε και προσπάθησε να βρει κάτι να πει «Νομίζω ότι πρέπει να ξαπλώσεις κι εσύ, θα μείνω εγώ…»
«Πιστεύεις ότι κι εγώ είμαι σκληρή;» τον ρώτησε ξαφνικά καρφώνοντάς τον με το βλέμμα της.
«Όχι» είπε με σιγουριά εκείνος. «Όχι πια…» πρόσθεσε σιγανότερα κι αμέσως δαγκώθηκε. Η Ρηνιώ τον κοίταξε διερευνητικά…
«Γιατί όχι πια;»
«Γιατί σήμερα είδα τη Ρηνιώ του Καπετάν Σταύρου του περαματάρη…»
«Δεν καταλαβαίνω…» ομολόγησε η Ρηνιώ.
Ο Γιάννης ένιωσε ανακούφιση όταν εκείνη την ώρα μπήκε μέσα η μάνα του και τους ρώτησε με έγνοια πώς είναι το παιδί. Πώς να της πει ότι ο περαματάρης που την έφερε στο νησί είναι αδερφός της μάνας του και αγαπημένος του θείος κι όποτε βρισκόταν του ανέφερε το περίεργο θάμα της δασκάλας που όλοι στο χωριό φωνάζαν “Στεγνή”.
«Ας τους να λένε, ανιψιέ, εγώ είδα μέσα στην ψυχή της! Οι άλλοι δεν καταλαβαίνουν! Αυτή η γυναίκα είναι μια πεταλούδα, μόνο που έχει τυλίξει τα φτερά της γύρω της τόσο σφιχτά γιατί πιστεύει ότι είναι κάμπια, συμπεριφέρεται σαν κάμπια, έχει πείσει ακόμη και το κορμί της ότι είναι κάμπια για να φαίνεται προσγειωμένη, ατσούμπαλη, ανέραστη, φοβάται να πετάξει, φοβάται να αγαπήσει, μα ακόμη περισσότερο φοβάται ότι δεν της αξίζει να αγαπηθεί…». Εκείνη τη μέρα τα φτερά της λύθηκαν και την πρόδωσαν, αγκάλιασαν με περισσή τρυφεράδα το ξένο παιδί, το φρόντισαν και το προστάτεψαν… Ακόμη και το κορμί της λύθηκε. Ο Γιάννης δεν είχε απέναντί του τη “Στεγνή” από κάθε συναίσθημα και θηλυκότητα Ρηνιώ, αλλά μια γυναίκα ερωτεύσιμη. Ναι, ο Γιάννης θα τη θυμόταν για πάντα εκείνη τη νύχτα ως τη νύχτα που ερωτεύτηκε τη Ρηνιώ…
Το αίμα που είχε δώσει, η αγωνία για το μικρό κορίτσι, το ξενύχτι, είχαν σαν αποτέλεσμα η Ρηνιώ να νιώθει τρομερή αδυναμία και κούραση, μα δεν ήθελε να το ομολογήσει από φόβο μήπως ο γιατρός, ο οποίος τόσες ώρες ήταν πολύ ευγενικός και καταδεκτικός μαζί της, θελήσει να την απομακρύνει από το παιδί. Από τότε που πέθαναν οι γονείς της Ρηνιώς, ποτέ άλλοτε δεν είχε νοιαστεί κάποιος γι’ αυτήν, αν έφαγε, αν ένιωθε καλά, να ρωτήσει τι σκεφτόταν, ή να συζητήσει μαζί της, οπότε μετά από τόσο καιρό ακοινώνητη, οι ερωτήσεις και το ενδιαφέρον του γιατρού και της μητέρας του την έφερναν σε δύσκολη θέση και αμηχανία. Έπειτα η Ρηνιώ, από την ώρα που χτύπησε η μικρή Ροδάνθη, ένιωθε σαν να άνοιξε το κουτί της Πανδώρας και ξεχύθηκαν έξω όλοι οι φόβοι της, τα πρέπει και μη και το μόνο που να της έμεινε στο πάτο του κουτιού ήταν η αγάπη. Ένιωθε την καρδιά της να σπαράζει από τον πόνο για αυτό το παιδί και δεν μπορούσε να ησυχάσει, παρόλες τις προσπάθειες του γιατρού να καταλαγιάσει τους φόβους της. Αχ γιατί να τους ακούσει και να μην επιμείνει να πάνε στη Ρόδο! Αν καλούσαν ένα μεγάλο καράβι με τον ασύρματο, δε θα μπορούσαν να πάνε το παιδί με ασφάλεια στο νοσοκομείο; Αν γινόταν αιμάτωμα πώς θα το αντιμετωπίζαν εκεί; Αν πάθαινε κάτι η μικρή… Αχ το μικράκι της το πληγωμένο… σκεφτόταν η Ρηνιώ και κάθε τρεις και λίγο έλεγχε τη μικρή, τη φιλούσε, την αγκάλιαζε και γέμιζε η καρδιά της γλύκα… Τότε συνειδητοποίησε πως ως τα τότε φερόταν εγωιστικά με την άρνησή της να νοιαστεί για κάποιον άλλον πέρα από τον εαυτό της και να δεθεί με τους μαθητές της. Δεν την είχαν αναγκάσει να είναι μόνη, το είχε επιλέξει χωρίς καν να το καταλάβει, γιατί μέσα της βαθιά φοβόταν μην πληγωθεί αν αγαπήσει. Έτσι κατέληξε σιγά σιγά να είναι ένα ψυχρό πλάσμα, ενώ το μόνο που ήθελε είναι να αγκαλιάσει όλα τα παιδιά σαν μια κλώσα που μαζεύει γύρω της τα κλωσόπουλα. Προσπαθώντας να γίνει η τέλεια δασκάλα και η τέλεια κόρη είχε χάσει την ανθρωπιά της και το βασικότερο την άδολη αγάπη των παιδιών, αυτών των πλασμάτων που παρόλες τις προσπάθειές τους ως κοινωνία δεν είχαν μπει ακόμη σε καλούπια αντιστέκονταν στα πρέπει και μη… Εκείνη νικήθηκε. Άφησε τους φόβους της να τη μουτζουρώσουν και να καθορίσουν ποια είναι κι έτσι κοιτώντας μέσα από τη θολωμένη της ψυχή, δεν μπορούσε να βρει την πηγή του φωτός, τη χαρά, σε αυτήν τη ζωή, την αγάπη. Κι αυτό το παιδί άθελά του έπεσε πάνω σε αυτό το τζάμι και το κομμάτιασε και επιτέλους το φως εισέβαλε στη ζωή της. Αυτό το παιδί ήταν φως! Και δεν ήθελε να χάσει ξανά το φως από τη ζωή της.
«Μπράβο, Θεώνη! Λοιπόν όπως είπαμε παιδιά, είπε πιο δυνατά η Ρηνιώ για να καλύψει τον ήχο του κουδουνιού, «Αύριο θα έχετε και την αντιγραφή από τη σελίδα σαράντα. Καλό διάβασμα!». Η Ρηνιώ παρέμεινε στο πλάι της έδρας δίπλα στην πόρτα και τα παιδιά περνούσαν και τη χαιρετούσαν, κάποια την αγκάλιαζαν και τη φιλούσαν πριν φύγουν.
«Μάλιστα, λοιπόν, σας χαιρετώ κι εγώ, κυρία Φανουράκη…» είπε κάπως στρυφνά ο μικρόσωμος άντρας με τις μεγάλες μουστάκες και το φθαρμένο κοστούμι.
«Καλή συνέχεια, κύριε Επιθεωρητά…» ανταπέδωσε η Ρηνιώ μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και πήρε να μαζέψει τα πράγματά της, με την άκρη του ματιού της όμως είδε τον επιθεωρητή που κοντοστάθηκε χτυπώντας νευρικά το καπέλο του στον μηρό του.
«Θέλετε κάτι άλλο;» τον ρώτησε ευγενικά. Εκείνος ξερόβηξε και οι μεγάλες του μουστάκες φτερούγισαν σαν πουλί πάνω στο παχουλό πρόσωπό του. Ήταν φανερό ότι κάτι ήθελε να πει αλλά δεν το έπαιρνε απόφαση.
«Έτοιμη μητέρα;» ακούστηκε μια λεπτή φωνή πίσω του κι εκείνος παραμέρισε νευρικός.
«Έτοιμη, κόρη μου…» της είπε γλυκά η Ρηνιώ κι έπιασε τη Ροδάνθη από τους ώμους.
Ο επιθεωρητής έριξε το βάρος του πότε στο ένα πόδι πότε στο άλλο και ξαναέβηξε. Η Ρηνιώ κάθισε απέναντί του και βύθισε άφοβα το αυστηρό της βλέμμα στον Επιθεωρητή. Πριν ένα χρόνο η σκέψη και μόνο να κάνει κάτι τέτοιο θα την έκανε να τρέμει σαν το ψάρι. Μέσα σ’ ένα χρόνο όμως είχαν αλλάξει τόσα πολλά στη ζωή της και το κυριότερο είχε αλλάξει αυτή. Την επόμενη κιόλας μέρα από το ατύχημα, η Ρηνιώ πήγε στη θεία της Ροδάνθη και ζήτησε να την πάρει κοντά της και να την υιοθετήσει. Εκείνη δεν έφερε καμία αντίρρηση του να απαλλαγεί από ένα στόμα και το παιδί το δέχτηκε με χαρά. Λίγες μέρες μετά, η Ροδάνθη εξέπληξε με την εξυπνάδα της τον επιθεωρητή, φορώντας για πρώτη φορά παπούτσια και μια ολοκαίνουργια στολή, μ’ έναν πανέμορφο λευκό γιακά κεντητό από τη Ρηνιώ. Με έκπληξη οι κάτοικοι του χωριού είδαν τη δασκάλα να συνοδεύει πια την κόρη της στα μπάνια, τα παιχνίδια και σε βόλτες στα σοκάκια του Νημποριού. Μα αυτό που τους προκάλεσε μεγαλύτερη έκπληξη ήταν που η δασκάλα είχε βγάλει εκείνα τα μεγάλα γυαλιά σε σχήμα πεταλούδας, αποκαλύπτοντας ένα καλοσχηματισμένο πρόσωπο που το κοσμούσε πια μόνιμα ένα πλατύ χαμόγελο, σταμάτησε να φοράει μαντίλι και να κρύβει τα όμορφα κορακάτα μαλλιά της, τα τραβηγμένα σ’ έναν κομψό κότσο και περπάταγε πια με στητό το κορμί τονίζοντας την ψηλόλιγνη σιλουέτα της. Αν λέγανε πριν ένα σωρό, τώρα τα κουτσομπολιά έδιναν και έπαιρναν με τον παπά να έχει την πρωτοκαθεδρία. Ήταν πια μία παρμαχούλα, μία δαχτυλοδειχτούμενη και δεν την ένοιαζε. Παρόλο που τώρα που είχε άλλο ένα άτομο να θρέψει και θα έπρεπε να σκιάζεται διπλά να μη χάσει τη θέση της, εκείνη προτιμούσε να μη χάσει το χαμόγελό της και την ψυχή της ξανά.
«Να… ήθελα να σας ρωτήσω, κυρία Φανουράκη, τι έχετε σκοπό να κάνετε;» τραύλισε ο επιθεωρητής.
«Τι εννοείτε, κύριε επιθεωρητά;» τον ρώτησε μαλακά η Ρηνιώ.
«Θα συνεχίσετε να διδάσκετε και με τον καινούργιο χρόνο;» τη ρώτησε απότομα εκείνος χτυπώντας το καπέλο του στον μηρό σαν να ήταν καμτσίκι. Η Ρηνιώ συνέχισε να τον κοιτά, μόνο που το βλέμμα της είχε σκληρύνει.
«Δεν βλέπω τον λόγο να μην το κάνω» του είπε κι ασυναίσθητα έσφιξε τα δάκτυλά της στον ώμο της Ροδάνθη.
«Θέλω να πω, τώρα είστε πια η κυρία του γιατρού και…» είπε πιο δυνατά εκείνος και τα μουστάκια του πετάρισαν
«Και ο σύζυγός μου δεν έχει κανένα πρόβλημα να συνεχίσω να διδάσκω» συνέχισε ψυχρά η Ρηνιώ.
«Εγώ, εγώ ποτέ δε θα επέτρεπα, ποτέ δε θα επέτρεπα στη σύζυγό μου να…» τραύλισε φανερά συγχυσμένος και ρίχνοντας πλάγιες ματιές στη Ροδάνθη πρόσθεσε «Βέβαια εγώ ποτέ δε θα μάζευα και…»
«Καλή σας μέρα, κύριε επιθεωρητά!» τον έκοψε η Ρηνιώ με παγωμένη φωνή και προχώρησε προς την πόρτα συνοδευόμενη από τη ροδοκόκκινη Ροδάνθη. Σαν πήραν το στενόσακο για το σπίτι η Ροδάνθη τη ρώτησε χαμηλόφωνα.
«Θα συνεχίσεις όντως, μητέρα, να διδάσκεις;»
«Φυσικά, φως μου…»
«Ναι, μα σαν το μάθει ο πατέρας…» της είπε ρίχνοντάς της ένα συνωμοτικό βλέμμα η Ροδάνθη. Η Ρηνιώ της χαμογέλασε καθησυχαστικά και το μυαλό της γύρισε στη νύχτα του πανηγυριού της Παναγίας. Κάτω από έναν πανέμορφο έναστρο ουρανό και υπό τους ήχους της λυπητερής λύρας και του κουδουνάτου δοξαριού, ο Γιάννης της ζήτησε να τον παντρευτεί.
«Πώς θα μπορούσαμε;» αντέτεινε η Ρηνιώ σ΄ έναν τόνο σαν να τον μάλωνε. «Εσύ είσαι γιατρός. Εγώ είμαι μια απλή δασκάλα, δεν έχω προίκα, δεν κρατώ από σόι και δε με λες πια νέα…. Έπειτα δεν είμαι μόνη, έχω ένα παιδί…» του είπε κι έκανε να φύγει.
«Τίποτα από όσα είπες δε με απασχολεί και επαναλαμβάνω το ερώτημά μου. Θες να με παντρευτείς;» την έκοψε αποφασιστικά εκείνος.
Η Ρηνιώ προσπάθησε να διακρίνει τα μάτια του μες στο σκοτάδι. Η μάνα της της έλεγε ότι τα μάτια είναι ο καθρέφτης της καρδιάς και ήξερε καλά ότι τα μάτια του Γιάννη έδειχναν μια άδολη καρδιά, το ήξερε γιατί τα είχε προσέξει εκείνη τη νύχτα που έμειναν μαζί πάνω από το προσκέφαλο της μικρής Ροδάνθης. Εκείνη τη νύχτα που δε θα ξεχάσει ποτέ η Ρηνιώ, γιατί ήταν η νύχτα που ελευθερώθηκε, που κατόρθωσε να βγει από το σκοτεινό πηγάδι όπου την είχαν φυλακίσει οι φόβοι της και τα πρέπει. Που επιτέλους αφέθηκε να ακολουθήσει την καρδιά της όπως ακολουθούμε μια πυγολαμπίδα στο σκοτάδι. Θα τη θυμόταν ως τη νύχτα που αποφάσισε ότι ακόμη κι αν πληγωνόταν, ακόμη κι αν μάτωνε, θα τα πάθαινε γιατί ήταν ελεύθερη να αγαπά και να αγαπιέται… Ήταν εκείνη την ίδια νύχτα που αποφάσισε να υιοθετήσει τη Ροδάνθη. Κι εκείνη την ίδια νύχτα που ερωτεύτηκε τον Γιάννη…
«Λοιπόν, θες;» ακούστηκε ανυπόμονη, μα τρεμουλιαστή, η φωνή του Γιάννη.
«Όσο τίποτα στον κόσμο…» ψέλλισε η Ρηνιώ. Ο Γιάννης την τράβηξε πάνω του κατενθουσιασμένος κι έψαξε να βρει το στόμα της, μα ‘κείνη τραβήχτηκε για να προσθέσει με ζέση: «Όμως θέλω και να παραμείνω δασκάλα!»
«Δεκτό!» αναφώνησε εκείνος.
«Μην το πάρεις πίσω!» τον προειδοποίησε.
«Δεν πρόκειται» τη διαβεβαίωσε και τη φίλησε βαθιά.
«Δεν πρόκειται, λες, να σε αφήσει σαν μάθει πως είσαι έγκυος;» μουρμούρισε η μικρή Ροδάνθη βγάζοντας τη Ρηνιώ από τις σκέψεις της.
«Αν με αγαπά αληθινά δε θα προσπαθήσει καν να με εμποδίσει…» της είπε η Ρηνιώ μειλίχια και σφίγγοντας το μικρό χεράκι στη χούφτα της άνοιξε την πόρτα του αρχοντικού χαμογελώντας πλατιά. Τίποτα πια δεν τη σκιάζει, από τη στιγμή που κατάφερε να νικήσει τους φόβους της και να διώξει μακριά τα σκοτάδια της ψυχής της μπορούσε να καταφέρει τα πάντα…
«Περάστε, σας περιμένουμε στο τραπέζι, κόρες μου», της είπε η πεθερά της με το που μπήκαν. Η Ρηνιώ και η Ροδάνθη τη φίλησαν κι έπειτα φίλησαν τον Γιάννη που καθόταν στην κορυφή του τραπεζιού και τις περίμενε.
«Καλώς τες, πώς ήταν η μέρα σας;» τις ρώτησε ο Γιάννης καθώς κάθονταν.
«Καλή, αλλά θα γίνει καλύτερη!» τους είπε με σιγουριά η Ροδάνθη χαμογελώντας πλατιά «Η μαμά έχει κάτι πολύ σημαντικό να σας πει!».
Η Ρηνιώ κοίταξε όλους αυτούς τους ανθρώπους που την περιέβαλλαν με αγάπη και η καρδιά της σπαρτάρησε από την ευτυχία. Δεν ήταν πια μόνη… Δε θα ήταν ποτέ ξανά μόνη…
Αναστασία Χ.
