Η Δέσποινα έφτασε στο νησί κρατώντας μια μικρή βαλίτσα, πήρε το λεωφορείο και κατέβηκε στην χώρα. Η σκόνη είχε καλύψει τα πάντα και η ζέστη ήταν αφόρητη. Η Λίζα την υποδέχτηκε ολόχαρη μιας και ερχόταν για πρώτη φορά στο νησί. Αμέσως αντάλλαξαν τα νέα τους και δεν σταματούσαν να μιλάνε για όσα θα κάνουν τις επόμενες μέρες.
«Ένα λεπτό, να χαιρετίσω», βημάτισε γρήγορα προς μια παρέα που καθόταν σε μια αυλή. Μια κοπέλα σηκώθηκε από το τραπέζι, βγήκε και αγκάλιασε την Λίζα.
Η Δέσποινα στάθηκε και παρατήρησε την κοπέλα αυτή με τα πράσινα μάτια που είχε έναν αέρα που συνήθως συναντάς ή στους πλούσιους ή στους διάσημους. Δεν ήταν τίποτα από τα δύο. Είχε πολύ μακριά μαύρα μαλλιά που έπεφταν ολόισια στην πλάτη της και λεπτά αλλά έντονα χαρακτηριστικά στο μακρόστενο πρόσωπό της.
«Ποια είναι αυτή;» ρώτησε την Λίζα μόλις απομακρύνθηκαν.
«Φίλη μου», χαμογέλασε.
«Από εδώ είναι; Μοιάζει κάπως διαφορετική».
«Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω από πού είναι».
«Καλά, δεν είπες ότι είναι φίλη σου;»
«Ναι, αλλά δεν ξέρουμε από πού ήρθε».
«Με κοροϊδεύεις τώρα».
«Όχι, ζει σχεδόν όλη της την ζωή εδώ. Κάποιοι λένε ότι ήρθε μικρή με τους γονείς για διακοπές αλλά πνίγηκαν στο λιμάνι. Ένας ψαράς την βρήκε γαντζωμένη από τα μαλλιά στα βράχια. Ήταν γύρω στα τέσσερα. Δεν βρήκαν κανέναν άλλον συγγενή, δεν ήξεραν τι να την κάνουν και έμεινε εδώ».
«Και πώς την λένε;»
«Την φωνάζουμε Ριβιέρα».
«Α, ούτε το όνομά της δεν ξέρετε. Εκείνη δεν το θυμάται; Γιατί έμεινε εδώ και δεν έφυγε; Καλά, δεν αναρωτιέσαι;» γούρλωσε τα μάτια βλέποντας την Λίζα να ανασηκώνει τους ώμους της.
«Είναι νησιώτισσα τώρα».
«Πάλι καλά δεν είπες ότι είναι νεράιδα».
«Ω, σίγουρα είναι. Έδωσε χρώμα στον χειμώνα. Μην κοιτάς τους τουρίστες. Αυτά είναι μόνο το καλοκαίρι. Τον χειμώνα ήμασταν κλεισμένοι στα σπίτια μας, μαραζώναμε. Θυμάμαι εκείνη ήταν γύρω στα δεκαεπτά και νοίκιαζε το δωμάτιο, εκεί που περάσαμε. Έμενε ανοιχτά η κυρά Μαίρη για την Ριβιέρα. Περνούσα και την έβλεπα να κάθεται στο μπαλκόνι και να κοιτά την θάλασσα να μαλώνει μανιασμένη με τα βράχια. Εκεί στο ψιλόβροχο σχεδίαζε, περιεργαζόταν, περίμενε. Δούλευε τα καλοκαίρια και μάζευε χρήματα. Ήθελε να κάνει το όνειρό της που ήταν και δικό μας. Χρώμα στον χειμώνα. Καθάριζε δωμάτια, σέρβιρε στις ταβέρνες, δούλευε στο μίνι μάρκετ και μια χρονιά πήγε και στην Καμπύλη. Θα σε πάω αύριο εκεί».
«Έχει πολύ ακόμα ως το δωμάτιο; Ταξί δεν έχετε εδώ;»
«Μια ευθεία είναι όλο το νησί, παιδί μου».
«Μία μεγάλη ευθεία».
«Που τελειώνει στην Καμπύλη. Έλα, δώσε μου την βαλίτσα σου. Θα ξετρελαθείς! Είναι ένα κυκλικό πάνω στην θάλασσα, σαν πλωτό. Κατάλευκο. Είναι τουριστική ατραξιόν. Εκεί λοιπόν δούλεψε έπειτα για κάποια χρόνια ως τα τριάντα της η Ριβιέρα».
«Ωπα! Γιατί πόσο είναι τώρα; Ε, σίγουρα είναι νεράιδα».
«Εκεί γνώρισε τον Γκάμπριελ. Ήρθε με τους φίλους του διακοπές και δεν έφυγε ποτέ. Κεραυνοβολήθηκε. Ερωτεύτηκε παράφορα. Εκείνη όχι, στην αρχή ήταν πολύ μαζεμένη. Ούτε το χέρι του δεν άγγιζε, ενώ εκείνος θα έλιωνε μέσα στα δικά της. Της άρεσε όμως να του μαγειρεύει, είναι το πάθος της».
«Μμμ, ούτε αυτό της φαίνεται, είναι τόσο αδύνατη».
«Ήξερε και εκείνος κάποια μυστικά από την κουζίνα της χώρας του. Πάντρεψαν τις γεύσεις τους και στεφανώθηκαν και αυτοί».
«Ωπα! Πώς φτάσαμε στον γάμο; Εσύ είπες ούτε που τον κοιτούσε, μόνο του μαγείρευε».
«Ναι. Ήταν η χειρότερη μέρα στην ιστορία του νησιού. Α! Φτάσαμε, εδώ είναι. Μερικά σκαλιά ακόμα».
«Α! Πολύ ωραίο δωμάτιο! Βλέπει όλο το νησί την θάλασσα από ό,τι βλέπω».
«Η θάλασσα βλέπει το νησί», χαμογέλασε.
Έκατσαν στο μπαλκόνι, στον διπλό καναπέ κάτω από την ψιλή καλαμωτή και έβαλαν να πιούν παγωμένη λεμονάδα. Η θάλασσα τους έβλεπε. Ήταν αλήθεια.
«Για πες τώρα», τύλιξε η Δέσποινα τα δάχτυλά της γύρω από το ιδρωμένο ποτήρι. Σκεφτόταν πόσα άλλα μυστικά να κρύβει η θέα της.
«Ήταν η χειρότερη πλημμύρα που έγινε ποτέ στο νησί. Δεν το περίμενε κανείς. Ο Γκαμπριέλ ήταν ήδη στον δρόμο και την γυρνούσε σπίτι. Εκεί που έβρεχε, άνοιξαν οι ουρανοί. Κάτι έπεσε ξαφνικά πάνω στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου από το πουθενά. Ζώο, πράγμα, δέντρο, δεν μάθαμε. Το έσπασε όμως και ο Γκαμπριέλ έβαλε το χέρι του για να την προστατεύσει. Έχασε τον έλεγχο, βγήκε από τον δρόμο, και έπεσε σε μια σπηλιά».
«Αυτές που είδα στα αριστερά όπως ερχόμουν με το λεωφορείο;»
«Ναι, εκεί μέσα έπεσε. Ωστόσο η θάλασσα φούσκωσε, πέρασε τον δρόμο και χύθηκε στις σπηλιές. Δύο μέρες έκανε να κοπάσει η καταιγίδα για να μπορέσει να μπει εκεί βάρκα. Η σπηλιά είχε πλημμυρίσει, αλλά η θάλασσα δεν την σκότωσε για άλλη μια φορά. Βρήκαν την Ριβιέρα ξανά γαντζωμένη πάνω σε έναν βράχο και τον Γκάμπριελ τραυματισμένο στην αγκαλιά της, τυλιγμένο να τον έχει μέσα στα μαλλιά της».
«Τί πλάσμα είναι αυτή, ρε φίλη!».
«Ήταν τέτοια η καταστροφή που έπρεπε να αναγεννηθεί από την αρχή του νησί».
«Α, νομίζω ότι το είχα δει στις ειδήσεις».
«Ήταν θαύμα που δεν θρηνήσαμε θύματα. Από τότε έγιναν αχώριστοι οι δύο τους. Πόνεσαν τον τόπο όπως και εμείς και δούλεψαν σκληρά. Όταν έφυγε από την ζωή η κυρά Μαίρη, αγόρασαν το μέρος. Είσαι έτοιμη να το δεις;»
«Και το ρωτάς; Πρέπει να κάνουμε ξανά όλη την διαδρομή ε;»
Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει και τα κορίτσια τον απόλαυσαν να πέφτει πάνω στην αγκαλιά της θάλασσας.
Εκείνο το μαγαζί ήταν η καρδιά του νησιού. Όλοι οι επισκέπτες μαγεύονταν από τα χρώματα και τα αρώματα. Οι αισθήσεις ανανεώνονταν, η ζωή εκεί μέσα ήταν ωραία. Ήταν ο κόσμος της.
Η Ριβιέρα τις χαιρέτισε ξανά εγκάρδια και εξαφανίστηκε σαν αερικό. Ανέβηκε στο διαμέρισμά της και στάθηκε στο μπαλκόνι κοιτώντας την θάλασσα. Θυμήθηκε που ήταν πιο μικρή και κοιτούσε από το ίδιο σημείο ψάχνοντας απαντήσεις. Κάποιες τις πήρε, κάποιες όχι. Ποτέ όμως δεν σταμάτησε επειδή δεν τις ήξερε. Έχασε, πόνεσε, επιβίωσε. Βρήκε, ερωτεύτηκε, κέρδισε. Έτσι είναι η ζωή. Έτσι ήταν η ζωή της.
C.C.
