“Ναι, ρε μαμά! Αφού σου λέω δεν έχει τίποτα. Είναι γεμάτο! Ναι… Ναι… Όταν ξεκινήσει, να δω πότε, θα αράξω κάπου! Καλά καλά… Κλείσε λίγο! Ζεσταίνομαι!”.
Η Αναστασία πέταξε το κινητό δίπλα της και άφησε το βλέμμα της να περιπλανηθεί γύρω γύρω στο λιμάνι.
Πολλά αυτοκίνητα και φορτηγά περίμεναν να επιβιβαστούν. Κόσμος έμπαινε φορτωμένος με βαλίτσες, καρότσια, καφέδες και γέλια. Πολλά γέλια ηχούσαν σε αυτό το καράβι.
Είχε καταφέρει να βρει να κάτσει στο κατάστρωμα. Πάνω σε εκείνο το μεγάλο κουτί -ο Θεός να το κάνει!- που φυλάνε τα σωσίβια. Φορτωμένη και η ίδια με τσάντες, καφέ και δώρα για τις φίλες της που την περίμεναν στο νησί, ήλπιζε να μείνει η σκιά που είχε βρει για λίγο ακόμα.
Το βλέμμα της έκλεψε μια φευγαλέα κίνηση ενός τύπου που κουβαλούσε μια καρέκλα. Τον είχε ξαναδεί να περνάει μια δυο φορές μπροστά της, αλλά δεν έδωσε σημασία. Ήταν σαν εκείνη. Νομάς του καραβιού.
Πήρε την καρέκλα του και έκατσε κοντά της. Όχι δίπλα της. Κοντά! Η Αναστασία συνέχισε να ατενίζει το λιμάνι με την ελπίδα ότι θα ξεκινούσαν σύντομα… Αμ, δε! Άρχισε η καθυστέρηση και παράλληλα τα τηλέφωνα από τη μαμά της ξανά και ξανά.
“Έλα! Όχι, ακόμα εδώ κάθομαι. Η σκιά μικραίνει αλλά έχω ακόμα. Άσε με μωρέ μαμά! Η ώρα είναι 12.30 και ακόμα δεν έχουμε φύγει. Μη με φορτώνεις κι άλλο! Όχι, δεν έχω κοιμηθεί. Ναι, έχω καφέ! Άσε με καλέ! Λοιπόν σε κλείνω… Θα σου στείλω όταν ξεκινήσουμε!”.
Έκλεισε το κινητό, το άφησε δίπλα της και έγειρε το κεφάλι της πίσω.
“Συγνώμη… Τι ώρα φτάνουμε; Ξέρεις;”.
“7.40 λέει. Αν φυσικά φεύγαμε στην ώρα μας!”, του απάντησε τρίβοντας τους κροτάφους της από απελπισία και λέγοντας μια δυο βρισιές από μέσα της.
“Ναι καλά! Θα έχουμε μεγάλη καθυστέρηση. Ξέρεις τι γίνεται έξω από φορτηγά; Σκέψου ότι περίμενα μια ώρα με το αμάξι να μπω μέσα!”
“Εξαιρετικά!”
“Χίο πας;”
“Ναι. Διακοπές. Εσύ;”
“Και εγώ!”
“Χιώτης είσαι έτσι;”
“Ναι! Πού το κατάλαβες;”
“Μοιάζετε μεταξύ σας! Να κάνω μια πολύ σημαντική ερώτηση;”
Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
“Πώς σε λένε;”
“Σωστά! Στέφανο! Εσένα;”
“Αναστασία! Να, πάρε! Κάνει ζέστη!” και του πρότεινε ένα νερό παγωμένο που είχε μαζί της.
“Όχι όχι δεν χρειάζεται!”, της απάντησε, μα εκείνη επέμενε εξηγώντας της ότι έχει και άλλο μαζί της.
“Τι λες; Πάμε να κάτσουμε μέσα γιατί μας βλέπω να πεθαίνουμε από τη ζέστη;’, τη ρώτησε ο Στέφανος αφού ήπιε από το νερό και εκείνη χαμογέλασε. Πήρε τα πράγματά της και τον ακολούθησε.
Ούτε που κατάλαβαν πώς πέρασε η ώρα! Δύο ώρες μιλούσαν ασταμάτητα. Είπαν για τις δουλειές τους. Για τις ζωές τους. Εκείνη του έλεγε για το σχολείο όπου δούλευε και εκείνος για τη θάλασσα που τον κέρδισε. Ναυτικός. Λεπτομέρειες δεν έχουν σημασία!
Άρχισαν να χαλαρώνουν και να πέφτουν οι αντιστάσεις… Προχώρησαν σε πιο ιδιαίτερα και δύσκολα θέματα συζήτησης. Σχέσεις… Όνειρα…Μέλλον… Μέχρι που έκλεισαν τα μάτια τους ο ένας δίπλα στον άλλον. Ο ύπνος ήρθε γλυκά και το κούνημα του καραβιού τους νανούριζε.
Και πέρασε η ώρα… Και ξύπνησαν… Άλλαξαν θέση. Άφησαν πίσω τους το παγωμένο σαλόνι του καραβιού και βγήκαν στο κατάστρωμα. Βολεύτηκαν σε μια απομονωμένη γωνία και άφησαν τον αέρα να χτυπήσει τα σώματά τους. Χαλάρωσαν και συνέχισαν να μιλούν. Και να μιλούν… Και να μιλούν… Σαν να γνωρίζονταν χρόνια! Σαν να ήταν συνταξιδιώτες της ζωής πέρα από συνταξιδιώτες στο πλοίο.
“Δεν μου έχει συμβεί ξανά κάτι τέτοιο! Να ξέρεις πως σίγουρα θα κάνω τη γνωριμία μας κείμενο!”, του είπε η Αναστασία γελώντας, πετώντας ξαφνικά μπροστά του και την ιδιότητα της αρθρογράφου.
“Ώστε γράφεις;”, τη ρώτησε εντυπωσιασμένος.
Εκείνη χαμογέλασε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι τρώγοντας με λαχτάρα τα παγωμένα πουράκια που είχαν προμηθευτεί από το μπαρ. Εκείνη πήρε το γλυκό και εκείνος κέρασε τους καφέδες.
“Και πώς λες να κάνεις την ιστορία μας;”, τη ρώτησε με αμείωτο ενδιαφέρον.
Εκείνη έφτιαξε τον κότσο της και γέλασε πονηρά.
“Ο άγνωστος στο πλοίο θα γίνει ή θρίλερ, τύπου “το πτώμα της το ξέβρασε η θάλασσα”, ή ερωτική, “και έκαναν έρωτα στην καμπίνα μέχρι να φτάσουν στο λιμάνι”. Διαλέγεις και γράφω!”, του είπε η Αναστασία όλο χαρά.
“Ωραίο το θρίλερ, αλλά κλίνω στο ερωτικό!”, της απάντησε με ένα μεγάλο χαμόγελο ο Στέφανος και άρχισαν να γελούν αμήχανα και οι δύο.
Μόλις ο Στέφανος σηκώθηκε να πάει μία βόλτα, η Αναστασία έβγαλε το κινητό της και άρχισε να κρατάει σημειώσεις για να μην τον ξεχάσει. Μαύρα μαλλιά, μαύρα μάτια, ψηλόλιγνος, αξύριστος. Ένα χαμόγελο ολοφώτεινο. Ήσυχος μα συνάμα ιδιαίτερος και μυστήριος. Γελούσε και έγραφε. Δεν της είχε περάσει απαρατήρητος και όλη αυτή η ιστορία την γοήτευε. Παραμύθι κανονικό! Και έτσι θα έμενε… Παραμύθι!
Ήρθε και έκατσε δίπλα της. Την κοιτούσε και χαμογελούσε.
“Γιατί με κοιτάς έτσι και γελάς; Τι έχω; Χάλασε κι άλλο ο κότσος;”, του απάντησε ακομπλεξάριστα τελείως.
“Χαζεύω τα μάτια σου! Λίγοι στον κόσμο έχουν τέτοια μάτια!”
Τα μάγουλα της Αναστασίας κοκκίνισαν, κάτι το οποίο δεν πέρασε απαρατήρητο από τον Στέφανο.
“Σε λίγο φτάνουμε!”, της είπε κοιτώντας το απέραντο γαλάζιο. Η Αναστασία έγειρε πίσω και ακούμπησε το κεφάλι της στην κουπαστή ενώ το χέρι της ακούμπησε κατά λάθος το δικό του. Κανένας από τους δυο δεν έκανε κίνηση να τα απομακρύνουν. Έμειναν ακίνητοι για ώρα χαζεύοντας τη θάλασσα μέχρι που μια φωνή τους επανέφερε στην πραγματικότητα.
“Κυρίες και κύριοι σε λίγο φτάνουμε στο λιμάνι της Χίου! Παρακαλούνται οι κύριοι οδηγοί όπως μεταβούν στα οχήματά τους”.
Ξεφύσηξαν και οι δύο ταυτόχρονα.
“Πρέπει να μαζευτούμε!”, είπε η Αναστασία και σηκώθηκε πρώτη αφήνοντας το χέρι του. Ακολούθησε και εκείνος το παράδειγμά της βυθισμένοι στη σιωπή.
Μόλις βρέθηκαν στο σαλόνι ήξεραν πως οι δρόμοι τους έπρεπε να χωριστούν.
“Πέρασα τέλεια! Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για αυτό!”, του είπε ενώ του έδωσε το κινητό της για να γίνουν φίλοι στα social.
“Και εγώ, Αναστασία! Δεν μου είχε τύχει κάτι τέτοιο ξανά! Χάρηκα πολύ! Καλά να περάσεις!”, της είπε ο Στέφανος.
Έκανε εκείνη ένα βήμα να τον αγκαλιάσει, γύρισε εκείνος το κεφάλι του προς τη μεριά της και χωρίς να το καταλάβουν φιλήθηκαν. Απαλά και γλυκά όπως ξεκίνησε και η γνωριμία τους. Οι τσάντες έπεσαν από τα χέρια της και τον έσφιξε στην αγκαλιά της. Εκείνος με το ελεύθερο χέρι του την έφερε πιο κοντά του και βάθυνε το φιλί τους. Εκεί κάτω από τον γυάλινο τρούλο του πλοίου ενώ οι ανακοινώσεις άφιξης έδιναν και έπαιρναν.
Μόλις χωρίστηκαν, χαμογέλασαν ο ένας στον άλλον. Πήρε η Αναστασία τα πράγματά της και πήρε την κατεύθυνση προς τα δεξιά, ενώ ο Στέφανος την κατεύθυνση των οδηγών έχοντας και οι δύο κολλημένο στο πρόσωπο ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Το τέλειο φινάλε του παραμυθιού.
*****
Το ίδιο βράδυ η Αναστασία διασκέδαζε με τις φίλες της σε ένα παραθαλάσσιο μαγαζί εξιστορώντας τους την αναπάντεχη γνωριμία της στο πλοίο. Τότε είδε το κινητό της να αναβοσβήνει…
“Αύριο μπάνιο! Θα χαρώ πολύ να σε δω!” – Στέφανος
Η Αναστασία χαμογέλασε και άρχισε να πληκτρολογεί…
Κατερίνα Μοχράνη
