«Έλα γιαγιά μου, φάε κάτι σε παρακαλώ!» αποκρίθηκε η Νάντια εμφανώς ανήσυχη
«Μα σου είπα! Θέλω να πάω σπίτι!»
«Γιαγιά μου, σπίτι είσαι. Εδώ είναι το κρεβάτι σου, το μαλακό, το κομοδίνο με τα γυαλιά και τις φωτογραφίες της οικογένειας. Να και η κουβέρτα η αγαπημένη σου, αυτή που σου έκανα δώρο στα γενέθλιά σου γιαγιάκα μου. Μα κάνε μου την χάρη και φάε λίγο από την σούπα σου. Σε παρακαλώ γιαγιά μου!»
«Δεν είναι το σπίτι μου εδώ! Σου είπα χρειάζομαι το σπίτι μου!»
«Εντάξει γιαγιά μου, θα σε πάω σπίτι σου. Να φας όμως πρώτα, ναι;» δέχτηκε η γιαγιά να φάει κάτι με την υπόσχεση της εγγονής της.
«Κουράστηκα. Θέλω να ξαπλώσω λίγο και μετά θα με πας σπίτι» είπε εξαντλημένη μετά τις τρεις κουταλιές σούπας και έγειρε στο κρεβάτι να κοιμηθεί. Τα λευκά σαν βαμβάκι μαλλιά της, άγγιξαν το μαξιλάρι και λίγο πριν κλείσει τα μάτια της, κοίταξε την Νάντια και γλύκανε.
«Καληνύχτα μαμά, επέστρεψα στο σπίτι…» της είπε και σχεδόν αποκοιμήθηκε
«Δεν είμαι η μαμά σου, γιαγιά μου! Είμαι η Νάντια» την φίλησε στο μέτωπο με όλη την αγάπη της, ενώ η γιαγιά άνοιξε δευτερόλεπτα τα μάτια αναφώνησε με τρομερή διαύγεια το όνομα της εγγονής της, και έγειρε ξανά στο πλάι να κοιμηθεί.
Η Νάντια γνώριζε πως η κατάσταση της γιαγιάς ήταν μη αναστρέψιμη. Ο γιατρός το επιβεβαίωνε σε κάθε επίσκεψή τους. Την είχε προειδοποιήσει πως δεν θα θυμάται πολλά, λίγες οι στιγμές διαύγειας πλέον, να προσέχει για σημάδια που δυσκολεύουν την λήψη τροφής, να μην ταραχτεί αν δεν αναγνωρίζει τον χώρο της, ακόμα και το σπίτι που έζησε μια ζωή. Μα δεν περίμενε να συμβεί τόσο γρήγορα. Τον τελευταίο καιρό την νόμιζε για μητέρα της, εκείνη υπομονετικά της εξηγούσε πως είναι η Νάντια, η εγγονή της. Ζητούσε επίμονα να πάει στο σπίτι της, ενώ βρισκόταν ήδη εκεί. Η αποκλειστική νοσοκόμα όταν κατέφθασε, την είδε προβληματισμένη και ρώτησε τι συμβαίνει.
«Ζητάει να πάει σπίτι της. Μα είναι σπίτι της και νιώθω τόσο ανήμπορη να καλύψω αυτό το κενό που νιώθει…» απολογήθηκε η Νάντια
Η κυρία Χριστίνα την αγκάλιασε και της εξήγησε πως δεν ζητούσε το σπίτι της.
«Η φράση θέλω να πάω σπίτι μου, σημαίνει θέλω την μαμά μου. Σπίτι όλων των ανθρώπων είναι η μητέρα τους, η φροντίδα, η αγάπη και η στοργή της. Μην απογοητεύεσαι Νάντια μου, καλύπτεις την γιαγιά σου σε ό,τι ζητήσει, μα αυτό το κενό της μητρικής αγκαλιάς, δεν μπορείς όσο και αν επιθυμείς να το καλύψεις»
Της είχαν διηγηθεί πολλές ιστορίες τόσο για την γιαγιά, όσο και για την προγιαγιά. Ατρόμητες γυναίκες, χτυπημένες από βάσανα και οι δυο, ζωές δύσκολες. Η γιαγιά με εικόνες από την ορφάνια χαραγμένες ανεξίτηλα στην μνήμη της.
Θυμάται η Νάντια την διήγησή της, την ημέρα που η προγιαγιά την είδε και ζήτησε να την υιοθετήσει. Είχαν επισκεφτεί την Ελλάδα με τον σύζυγό της, καπετάνιος στο επάγγελμα, το ζευγάρι έφυγε από την Ελλάδα για ένα καλύτερο μέλλον, μα δυστυχώς δεν κατάφεραν ν’ ’αποκτήσουν παιδιά. Έμαθαν πως στην Ελλάδα ήταν πιο εύκολο να υιοθετήσουν και έτσι ξεκίνησαν την τυπική αλλά μεγάλη γραφειοκρατία που απαιτούνταν. Λόγω της διαφορετικής χώρας η υιοθεσία τελικά ήταν δύσκολη, θα έπρεπε να επισκεφτούν αρκετές φορές την Ελλάδα να μιλήσουν με τους κοινωνικούς λειτουργούς. Κατά αυτό τον τρόπο, μέχρι την τελική υιοθεσία και την εγκατάσταση όλης της οικογένειας στην Αυστραλία πέρασαν δέκα χρόνια. Το κατά πόσο ήταν τυχαία η υιοθεσία της γιαγιάς, δεν είναι πολύ ξεκάθαρο. Η αλήθεια όμως είναι, πως η γιαγιά υπήρξε νόθο παιδί του προπάππου, εγκαταλειμμένη δυστυχώς από την πραγματική της μητέρα στο μοναστήρι και μετέπειτά στο ορφανοτροφείο Αθηνών. Η προγιαγιά, όταν έμαθε πως υπήρχε παιδί του άντρα της κάπου στην Ελλάδα, κίνησε γη και ουρανό να την αποκτήσει, χωρίς ποτέ να γνωρίζει κανένας ότι το παιδί αυτό ήταν όντως του άνδρα της. Ούτε ο ίδιος δεν γνώριζε, πως είχε σταλθεί ένα γράμμα, που ανέφερε την ύπαρξη του παιδιού του, λίγο πριν τον χαμό της μητέρας. Η προγιαγιά το άνοιξε, διάβασε με κάθε λεπτομέρεια που θα έβρισκε το παιδί και έκτοτε ξεκίνησε διαδικασία εύρεσης της γιαγιάς. Την βρήκε στο ορφανοτροφείο Αθηνών, η βιολογική μητέρα της, είχε προνοήσει να αφήσει γραμμένο σε ένα χαρτί το ονοματεπώνυμο του καπετάνιου πάνω στο καλάθι με το βρέφος. Έψαξαν για τον καπετάνιο από το μοναστήρι, αλλά λόγω της διαμονής του στο εξωτερικό και των συχνών ταξιδιών, δεν κατάφεραν να τον βρουν. Παρέδωσαν το παιδί στο ορφανοτροφείο μαζί με το ιδιόχειρο χαρτί του ονόματος, σε περίπτωση που κάποιος το αναζητούσε. Σε αυτό στάθηκε τυχερή η γιαγιά, την βρήκαν, μα οι χρονοβόρες διαδικασίες υιοθεσίας δεν επέτρεπαν την μετακίνησή της από το ορφανοτροφείο, αναγκάζοντάς την να υπομένει πολλά από τα υπόλοιπα ορφανά. Όταν με το καλό έφυγε από το ορφανοτροφείο και πήγε στην Αυστραλία με την προγιαγιά, θαμπώθηκε με όσα είδε. Δεν πίστευε πως υπήρχαν τρένα τόσο γρήγορα, αυτοκίνητα τόσα πολλά και λογής μηχανές που έκαναν σχεδόν τα πάντα. Αγάπησε τον νέο τόπο, όπως αγάπησε πολύ και την νέα μητέρα της και ας μην ήταν η πραγματική. Μαζί έκαναν πολλά, της έμαθε να μαγειρεύει, να ακούει μουσική, να χορεύει, την διόρθωνε όταν μίλαγε λάθος τα αγγλικά, ήταν καλή παρέα η μια στην άλλη. Τον πατέρα της, δεν τον έβλεπε πολύ γιατί ταξίδευε, αλλά καθόλου δεν την ένοιαζε, απασχολούσε το μυαλό της με τόσα νέα πράγματα, που οι ώρες γέμιζαν σχεδόν ευχάριστα, τόσο που ξέχναγε ότι ήταν το ίδιο πρόσωπο που πριν λίγα χρόνια, παιδί ακόμα βρέθηκε στο ορφανοτροφείο.
Την χρονιά του 1960, άσχημα νέα έφτασαν στο σπίτι τους. Έχασαν σήμα από το εμπορικό που ταξίδευε ο καπετάνιος. Δυο μήνες προσπαθούσαν να εντοπίσουν το εμπορικό, μα δεν τα κατάφεραν. Πιθανότατα βούλιαξε στον Ατλαντικό, δεν έμαθαν ποτέ τι απέγιναν τόσοι άνθρωποι. Εκτός από τον θάνατο, δυσχέρεια τους βρήκε, έχασαν τα μοναδικά έσοδα που είχαν από τον καπετάνιο, πούλησε η προγιαγιά το σπίτι, βρήκαν ένα μικρό δωμάτιο στην Ελλάδα και έμειναν οι δυο τους, αφού πρώτα βρήκαν δουλειά σε κλωστοϋφαντουργείο της πόλης. Την πρόσεχε η προγιαγιά την γιαγιά, είχε σχηματιστεί γυναίκα πλέον, δυο γυναίκες μόνες, συχνά σκεφτόταν πως δεν θα είχαν καλή κατάληξη. Και όπως συνηθιζόταν εκείνα τα χρόνια, πάντρεψε την γιαγιά να αποκτήσει προστάτη η οικογένεια. Ο παππούς ήταν είκοσι χρόνια μεγαλύτερος από την γιαγιά. Όταν παντρεύτηκαν, η γιαγιά είχε μόλις κλείσει τα δεκαέξι και μέχρι τα είκοσι ένα της χρόνια είχε τρία παιδιά!
Κάποτε, ήρθε στο σπίτι τους μια γυναίκα και θέλησε να μιλήσει στην προγιαγιά. Ισχυρίστηκε πως ήταν η μάνα της γιαγιάς, ανέφερε λεπτομέρειες, πού άφησε το μωρό, τους λόγους που την ανάγκασαν να εγκαταλείψει το βρέφος, παρακάλεσε να δει το παιδί της, την γιαγιά μου. Την δέχτηκαν και οι δυο, έμεινε μαζί τους, την αγκάλιασαν, δεν την άφησαν ποτέ να νιώσει ξένη και από τότε η γιαγιά απέκτησε δυο μαμάδες και η μαμά μου δυο γιαγιάδες.
Οι προγιαγιάδες μαγείρευαν στα σπίτια των πλουσίων, είχαν αναλάβει δυο σπίτια και όταν είχαν γιορτές έπαιρναν μαζί να βοηθάει και η γιαγιά. Μέσα στα σπίτια των εύπορων έβλεπαν διαφορετικές ζωές, ζούσαν στιγμές που δεν πίστευαν πώς οι άνθρωποι είχαν. Κάποιες φορές που έπρεπε να μείνουν στην γιορτή έτσι ώστε να ζεστάνουν το φαγητό, ή να φτιάξουν κάποια συνοδευτική σάλτσα, τα μάτια τους γέμιζαν πλούτο και σπατάλη. Είχαν όμως τα τυχερά τους και τους φέρονταν όμορφα. Σχεδόν πάντα τους έλεγαν να πάρουν από τα εδέσματα μαζί τους ή από το καθημερινό φαγητό που μαγείρευαν. Κάποιες φορές, οι κυρίες τους έδιναν και φουστάνια, που μεταποιούσαν και φόραγαν σε κάποιο γάμο ή σε κάποια γιορτή.
Ο παππούς ήταν επιστάτης σε σπίτια και φρόντιζε τον κήπο, τα αυτοκίνητα, τα ηλεκτρικά και υδραυλικά του σπιτιού, όπως και όλες τις προμήθειες τροφίμων και ποτών. Τα βράδια που επέστρεφε στο σπίτι, αρκετές φορές είχε μαζί του καραμέλες ή γλυκά, ή κάποιο κομμάτι παστό κρέας και κρασί. Ποτέ δεν παραδέχτηκε πως τα έπαιρνε από τις προμήθειες. «Ο έχων δυο χιτώνες, να δίνει τον ένα» έλεγε πεπεισμένος πως έπραττε το σωστό, μέχρι να τον καταλάβουν και να βρεθεί να αναζητά νέα εργασία σε άλλο σπίτι. Συνέπεσαν κάποτε τα σπίτια που δούλευαν, ο παππούς και η γιαγιά και παρόλο τις προειδοποιήσεις της γιαγιάς να είναι τίμιος, εκείνος χαμογελούσε και έλεγε «δεν θα τους λείψουν, μην σε νοιάζει, έχουν και ωραίο κρασί, γλυκόπιοτο, θα φέρω να πιούμε μαζί». Μαζί όχι μόνο ήπιαν, μα και έφυγαν από το σπίτι, όταν ανακάλυψαν πως ο παππούς έβαζε χέρι στις προμήθειες.
Ήταν τότε που αρρώστησε η μια προγιαγιά. Η βιολογική μητέρα της γιαγιάς. Την ενοχλούσαν οι φωνές και από καιρό δεν αναγνώριζε πρόσωπα, μέρη ούτε το σπίτι που ζούσε. Δεν θυμόταν ούτε να μαγειρέψει εκείνα τα θαυμάσια φαγητά που έφτιαχνε στα σπίτια, παρόλο που τα είχε μαγειρέψει πολλές φορές. Η γιαγιά προετοίμαζε τα συστατικά και την καθοδηγούσε τι θα ρίξει στην κατσαρόλα, ποιο συστατικό είναι πρώτο, ποιο δεύτερο, δεν την άφησε ποτέ να πιστέψει πως δεν ήταν χρήσιμη. Μέχρι εκείνη την ημέρα που άφησε ανοιχτό το γκάζι και κόντεψαν να εκραγούν. Από τότε η προγιαγιά κατέπεσε, σταμάτησε να κάνει οτιδήποτε, πέρναγε την ώρα της σε μια καρέκλα και στο κρεβάτι. Έτρωγε τα πάντα και τα έβρισκε όλα νόστιμα, μα θαρρώ πως δεν είχε γεύση. Πνίγηκε ένα βράδυ που έλειπαν όλοι, ανασηκώθηκε να πιει νερό από το ποτηράκι στο κομοδίνο και δεν κατάφερε να καταπιεί, μα ούτε να φτύσει… είχε σταματήσει να δίνει εντολές ο εγκέφαλος ακόμα και για τις απλές λειτουργίες του σώματος.
Η δεύτερη προγιαγιά, άφησε τον κόσμο στα εκατό της, με πλήρη διαύγεια μυαλού και σώματος, κατακτώντας κάθε φυσική καταπόνηση. Ήταν εκείνη που συμβούλεψε την γιαγιά να μάθει μια τέχνη, να κάνει την ζωή της καλύτερη, ξεκινώντας από το διαζύγιο με τον παππού που ζούσε, κλέβοντας από εδώ και από εκεί, ακόμα και τις ίδιες.
Και τώρα η γιαγιά μπρος στα μάτια μου, άρρωστη επτά χρόνια με άνοια, να με κοιτάει και να μην με αναγνωρίζει. Να αποζητά την μαμά της, πότε την μία και πότε την άλλη υποθέτω και εγώ την δική μου, που έχασα νωρίς. Η γιαγιά μαχήτρια, γεννημένη να μην εγκαταλείπει, να ζει την ορφάνια μέσα της, με θολά τοπία στην εφήμερη μνήμη της. Τι να ονειρεύεται αλήθεια; Έχει αναμνήσεις; Πώς νιώθει; Πώς είναι η ζωή χωρίς παρελθόν; Πώς είναι να μην θυμάσαι ποια είσαι; Πώς έζησες; Ποια είναι τα πρόσωπα που αντικρίζεις; Νομίζω νιώθει την αγάπη μου και ίσως αυτό να αρκεί…
Ελένη Ρέγγα

One response to “Θέλω να πάω σπίτι!”
συγκλονιστική ιστορία. Ευγε