Οι απόκληρες – 1

Πάνε λίγες μέρες που νοικιάστηκε η γκαρσονιέρα δίπλα της. Διπλανή πόρτα. Ήταν πολλά χρόνια άδεια. Ένα σκοτεινό, μουντό, χωρίς μπαλκόνι σπίτι, τριάντα πέντε τετραγωνικών μέτρων, δεν νοικιαζόταν. Κόσμος ερχόταν, το έβλεπε κι έφευγε, για καλή της τύχη. Δεν της άρεσε η ιδέα. Όχι ότι την ενδιέφερε ποιος θα είναι δίπλα. Είκοσι πέντε χρόνια σε αυτήν την πολυκατοικία, δεν ξέρει κανέναν και ούτε θέλει να μάθει. Ο κόσμος την πλήγωσε. Ήθελε την ησυχία της.

Πολύ γρήγορη μετακόμιση. Με λίγα βασικά έπιπλα και ηλεκτρικές συσκευές ήρθε η Φαίη. Δεν την πείραζε όμως. Το νέο ξεκίνημα ήταν αυτό που της έδινε φτερά. Με ένα αγοράκι τριών ετών και ένα κοριτσάκι στην κοιλιά, στον έκτο μήνα. Ο κόσμος δεν την ήθελε. Δεν χωρούσε αυτή, η απόκληρη, το μίασμα, στην τελειότητά του. Την δίκασαν. Την εξοστράκισαν. Η ετυμηγορία, σύμφωνη με την δικαιοσύνη του κόσμου του αναμάρτητου, την έσπρωξε εκεί μέσα. Στην γκαρσονιέρα της ντροπής. Αυτή της άξιζε. Εκεί μέσα έπρεπε να κρύβει τα αίσχη της. Η άσπιλη και αμόλυντη, τοπική κοινωνία, δεν θα μπορούσε να λερωθεί από την βρωμιά της.

Στα δεκαεφτά της έμεινε έγκυος από έναν τριαντάρη. Σύσσωμο το χωριό που έμενε, της απέδωσε τις ταμπέλες “το τσουλάκι”, “η ξεδιάντροπη”, που αντί να ανοίξει τα βιβλία της, να τελειώσει ένα λύκειο, άνοιξε τα πόδια της και δίχως ντροπή, όταν εκείνος της είπε να ρίξει το παιδί, εκείνη αρνήθηκε. Το βρωμοθήλυκο. Τι περίμενε δηλαδή, να την παντρευτεί; Τι ήθελε από κείνον; Πού στόχευε;

Ο τριαντάρης, ο ήρωας του χωριού, που είχε σχέση μαζί της από τα δεκαέξι της. Με μια ανήλικη, που της έταζε έρωτες για πάντα. Που της μιλούσε για αγάπη. Εκείνος όμως, είναι άντρας. Αυτή του κουνήθηκε. Του άνοιξε τα πόδια. Τι να ‘κανε; Πώς να συγκρατηθεί; Άντρας είναι, το βαρύ αρσενικό. Σκορπάει παιδιά και μετά απαιτεί εκτρώσεις.

Από κανέναν δεν περίμενε τίποτα καλύτερο η Φαίη. Ήξερε πού ζει. Στείρα, απολιθωμένα μυαλά. Όσο κι αν η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο, κάποιοι τα βλέπουν όλα επίπεδα. Άσπρο μαύρο. Κι όλος ο κόσμος γυρίζει μοναχά γύρω από τον εαυτό τους. Τίποτα πέρα από το εγώ τους.

Η στάση των γονιών της την πείραξε. Την πλήγωσε. Στάθηκαν με τον όχλο, με τις απαρχαιωμένες αντιλήψεις του χωριού. Ήταν η ντροπή της οικογένειας. Η πόρτα του σπιτιού τους, είχε οριστικά κλείσει για ‘κείνη. Έφυγε. Μάζεψε τα κομμάτια της και εξαφανίστηκε. Βρήκε άσυλο σε μια δευτεροξαδέρφη της, που σπούδαζε στην Αθήνα. Βρήκε και μια δουλειά σε μια ταβέρνα στην γειτονιά, στην λάντζα. Στα αποφάγια των πιάτων και στα κόκκινα σημάδια από κραγιόν στα ποτήρια, ξέπλενε τη στάμπα της ντροπής που της είχαν κολλήσει οι συντοπίτες της. Το παιδί όμως, θα το γεννούσε, δε θα τους έκανε την χάρη να το πετάξει στα σκουπίδια όπως έκαναν αυτοί με την ίδια. Κανένα μωρό δεν είναι λάθος. Κανένα μωρό δεν είναι αποτέλεσμα ντροπής. Κανένα μωρό δεν αξίζει τόση υποκρισία. Κανένα μωρό δεν φταίει για την σαπίλα της κοινωνίας, για τα μουχλιασμένα μυαλά.

Με όλες τις συνθήκες εναντίον της και με το μοναδικό άτομο που της έδωσε ένα χέρι να πιαστεί, την φοιτήτρια ξαδέρφη, έφερε στον κόσμο τον γιο της. Κατευθείαν σκέφτηκε το όνομα που θα του έδινε. Παναγιώτης, από την Παναγίτσα μας, την μάνα όλων μας. Για να μπορεί να τα βγάζει πέρα, τα βράδια τον τάιζε, τον άφηνε στην ξαδέρφη και πήγαινε στην λάντζα της, μέχρι τις δύο περίπου το ξημέρωμα. Κάποια πρωινά, όπου έβγαινε περίπτωση καθαριότητας σε σκάλες ή γραφείο, τον έπαιρνε μαζί της στην δανεική, από μια γειτόνισσα, κούνια. Κουραζόταν. Κουραζόταν πολύ. Μα ο Παναγιωτάκης, σα να καταλάβαινε τον κάματο της μαμάς του, ήταν ένα πολύ ήσυχο μωρό, χωρίς γκρίνιες και κλάματα. Σύμμαχός της, το σπλάχνο της. Έτσι κι όταν ξεπετάχτηκε. Χρόνισε πια κι ήταν ένα καλόβολο παιδάκι, χαριτωμένο και πανέξυπνο.

Εκείνη την περίοδο, άρχισε ο γιος του αφεντικού της, να την προσέχει. Όλο την περιτριγύριζε, όλο ματιές, όλο χαμόγελα. Πόσο καιρό είχε να νιώσει ότι είναι γυναίκα; Είχε κλείσει τα δεκαεννέα, ένα νεαρό κορίτσι και δεν έζησε τίποτα από όσα η ηλικία της όριζε. Δεν το μετάνιωσε ποτέ. Επιλογή της ήταν. Αλλά στο βλέμμα του, στην αύρα του καθώς περνούσε από δίπλα της, κάτι σκίρτησε μέσα της, στο νεανικό της σώμα, στο αίμα που έβραζε.

Γρήγορα έγιναν ζευγάρι. Ήξερε τα πάντα για ‘κείνη, του τα είπε όλα. Δεν ήθελε να του κρύψει τίποτα. Εκείνος, την έβλεπε στα μάτια, δεν τον ένοιαζε ούτε το παρελθόν της, ούτε ότι έχει ένα μωρό. Μόνο να είναι μαζί της ήθελε, να την μυρίζει, να την αγγίζει, να του δίνεται ολοκληρωτικά. Την ήθελε δική του, μόνο δική του. Εκείνος είκοσι τέσσερα χρονών, με δικό του σπίτι. Οι γονείς του με μεγάλη οικονομική άνεση, δεν του έλειπε τίποτα. Την πήρε από το φοιτητικό σπίτι της ξαδέρφης της, της παρείχε ό,τι χρειαζόταν για τον γιο της. Τα καλύτερα. Την γέμιζε δώρα. Σταμάτησε και από την δουλειά. Ένιωθε τόσο τυχερή. Την λάτρευε. Ήταν ευτυχισμένη.

Ένα βράδυ, άργησε να γυρίσει εκείνος. Τον πήρε στο κινητό, δεν απάντησε και λίγη ώρα μετά, ξαναπήρε. Τίποτα. Άρχισε να ανησυχεί. Δεν είχε αργήσει ποτέ, δεν υπήρξε φορά να μη σηκώσει το τηλέφωνο. Άκουσε το κλειδί στην κλειδαριά. Ησύχασε. Πήγε προς την πόρτα και χαμογέλασε. Εκείνος έκλεισε με θόρυβο την πόρτα πίσω του, τινάχτηκε η Φαίη, τρόμαξε. Τρόμαξε κι ο γιος της, άρχισε να κλαίει.
– Τι συμβαίνει αγάπη μου; είπε σε ‘κείνον, ενώ γύρισε να πάει στο υπνοδωμάτιο για να ησυχάσει το μωρό.

Την συνέχεια δεν θα την φανταζόταν ποτέ. Την τράβηξε από τα μαλλιά τόσο δυνατά, που έβγαλε μια κραυγή πόνου.

– Εμένα δε θα με ξαναελέγξεις, κατάλαβες; Ό,τι ώρα γουστάρω θα γυρνάω σπίτι μου!

Και την πέταξε με δύναμη στο πάτωμα. Σωριάστηκε εκείνη. Έμεινε έτσι λίγα δευτερόλεπτα, προσπαθώντας να μαζέψει τις σκέψεις της, να καταλάβει τι είχε γίνει. Τι είχε κάνει;

Από το πάτωμα είδε τον μικρούλη της να τρέχει προς το μέρος της. Φοβήθηκε. Αστραπιαία σηκώθηκε, τον άρπαξε στην αγκαλιά της και πήγαν στο δωμάτιο. Αφού τον κοίμισε, βγήκε μουδιασμένη έξω. Δεν ήξερε τι την περιμένει. Για καλή της τύχη, τι ειρωνεία, άκου τύχη, αυτός είχε αποκοιμηθεί. Η Φαίη δεν έκλεισε μάτι εκείνη τη νύχτα.

Το άλλο πρωί ο Στέλιος, ήταν ο γνωστός Στέλιος. Ο περιποιητικός, ο γλυκός, αυτός που την αγαπάει. Δεν είπε τίποτα εκείνος. Το κατάπιε εκείνη. Ίσως είχε μια άσχημη μέρα, ίσως το μετάνιωσε και δεν ξέρει τι να πει. Και είχε δίκιο. Πέρασαν πολλές μέρες και ο σύντροφός της, ήταν ξανά, ο άνθρωπος που αγαπούσε. Τίποτα όμως λένε δεν κρατάει για πάντα…

Ακόμη ένα βράδυ που άργησε. Αποφάσισε να μη τον καλέσει στο κινητό. Μπήκε σχεδόν την ώρα που θα χάραζε η μέρα. Η Φαίη ξάπλωνε. Δεν έκανε καμία κίνηση, ούτε ερώτηση. Μύριζε από μακριά, είχε πιει. Άρχισε να ξεκουμπώνει το παντελόνι του. Την πλησίασε, την τράβηξε άγαρμπα, σήκωσε το νυχτικό της, πέταξε το κυλωτάκι της με απότομες κινήσεις και μπήκε μέσα της βίαια, λεηλατώντας το σώμα και την ψυχή της. Δεν έβγαλε τσιμουδιά η Φαίη. Εις βάρος της θα ήταν. Άφησε τα δάκρυά της να καίνε τα μάγουλά της. Το μόνο που την ένοιαζε, να μη κάνει θόρυβο ή με κάτι εξοργιστεί αυτός και ξυπνήσει ο γιος της. Παρακαλούσε να τελειώσει γρήγορα το μαρτύριο. Και τελείωσε, αφού άφησε πάνω της και μέσα της, τα σημάδια του ανδρισμού του. Πιότερο την πόνεσε η απαξίωση στο βλέμμα του αφού τελείωσε. Της έριξε μια ματιά σα να έβλεπε μπροστά του ένα αντικείμενο άψυχο, δίχως συναισθήματα. Σα να ήταν εκεί, μόνο για να δέχεται τις ορμές και τις ορέξεις του. Σα να της έκανε και χάρη. Ξεράθηκε στον ύπνο λίγα λεπτά μετά χωρίς να πει τίποτα.

Το πρωί, όταν ξύπνησε, του ακούμπησε μια κούπα καφέ μπροστά του, τον κοίταξε ψυχρά και του είπε:
– Νομίζεις ότι μπορώ να συνεχίσω έτσι;
– Μπα! Δεν κατάλαβα! Τι εννοείς;
– Την μία με χτυπάς, την άλλη με βιάζεις κι εγώ…; Εγώ τι πρέπει να κάνω;
– Εσύ να βγάλεις τον σκασμό, μη φας και καμία! Μη με προκαλείς!
– Τι σου συμβαίνει Στέλιο; Υπάρχει άλλη γυναίκα; Υπάρχει κάτι άλλο; Γιατί αυτή η συμπεριφορά;
– Τι λες μωρή που θα σου δώσω κι εξηγήσεις! Που σε πήρα από την λάντζα και σε έκανα κάποια! Που όλοι στο χωριό σου ήξεραν τι τσουλάκι είσαι! Που σας ταΐζω εσένα και το μούλικό σου! Ποια νομίζεις ότι είσαι; Ποιός θα γυρνούσε να σε κοιτάξει; Θα κάνω ό,τι μου γουστάρει και ‘συ θα κάνεις ό,τι λέω αν θες να τρως και να πίνεις εσύ και το μπάσταρδο. Αλλιώς, να πας στα τσακίδια! Κατάλαβες;

Η πόρτα έκανε κρότο πίσω του. Σε μια ωρίτσα είχε πάρει τα λιγοστά, δικά της πραγματάκια, με αυτά που είχε έρθει κι έφυγαν. Όχι, δεν ήθελε νταβατζή. Όσο κι αν την φόβιζε το αύριο, το τώρα την έκανε να τρέμει. Η δευτεροξαδέρφη, ευτυχώς, άνοιξε και πάλι το σπίτι της και την περιμάζεψε. Έκλαψε πολύ, ατέλειωτες νύχτες. Υποσχέθηκε ομως στον εαυτό της ότι θα έπαιρνε την ζωή στα χέρια της και πάλι. Το είχε ξανακάνει. Ο βρεγμένος δεν φοβάται την βροχή.

Ο Σεπτέμβριος πλησίαζε. Θα έγραφε τον Παναγιώτη της σε ένα δημόσιο παιδικό σταθμό κι αυτή θα έψαχνε δουλειά. Δεν την φοβόταν την δουλειά. Μακάρι να είχε τελειώσει το λύκειο. Ένα απολυτήριο λυκείου, από το τίποτα, φάνταζε εφόδιο.

Η τύχη της χαμογέλασε. Στην ίδια πολυκατοικία που έμενε με την ξαδέρφη, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, που τα παιδιά τους ήταν σε άλλες πόλεις, ζητούσαν άτομο για φροντίδα. Τέσσερις ώρες το πρωί, δύο το απόγευμα. Δεν την ένοιαζε. Πάνω κάτω τα σπίτια. Ενενήντα δύο χρονών ο κύριος Γιώργος, ενενήντα η κυρία Χαρίκλεια. Τους φρόντιζε σα να ήταν ο παππούς και η γιαγιά της. Έδινε τόση στοργή και αγάπη, στα γεροντάκια της, όπως τους αποκαλούσε. Κι εκείνοι, που είχαν τόση ανάγκη στο τέλος του ταξιδιού τους, την αγάπη, της την ανταπέδιδαν διπλή και τρίδιπλη. Πόσες ευχές, πόσα γλυκά λόγια, πόσα χάδια, πόση αγάπη έπαιρνε η Φαίη! Από δύο ξένους, της δόθηκαν απλόχερα, ό,τι έπρεπε να είχε λάβει από την οικογένειά της. Τον Παναγιωτάκη της, τον λάτρευαν, τους έδινε ζωή. Η ζωή όμως, πάντα πολύπλοκη. Ειδικά η δική της. Ήταν έγκυος…

Εκείνη την απόκοσμη νύχτα, που έζησε τον εξευτελισμό, την βιαιότητα, τρύπωσε μέσα της το θαύμα της ζωής. Δεύτερη εγκυμοσύνη, που μόνο αυτή θα χαιρόταν για τον ερχομό της. Δεύτερη εγκυμοσύνη ντροπής για τον υπόλοιπο κόσμο. Πού να το μάθαιναν στο χωριό… θα τους δικαίωνε για όσα είπαν, για όσα ένιωσαν, για όσα έκαναν. Γραμμένους τους είχε. Χρόνια τώρα. Άντεξε τόσα μόνη. Τουλάχιστον τώρα είχε και τα γεροντάκια της, καταφύγιο ζεστασιάς. Ένα τετράμηνο μετά, αφού πια είχε κανονικό μισθό, έτρωγε μαζί με το αντρόγυνο ό,τι μαγείρευε, αποφάσισε να μην υποχρεώνεται άλλο στην ξαδέρφη της. Φοιτήτρια ήταν και βρέθηκε να συγκατοικεί με μια έγκυο μαμά, στον έκτο μήνα κι ένα τρίχρονο αγόρι. Θα της ήταν αιώνια ευγνώμων που δεν της έκλεισε την πόρτα της, όταν όλοι την έδιωξαν. Έψαχνε σπίτι. Κάτι που να μπορούσε να πληρώνει και να είναι κοντά, να φτάνει εύκολα στα γεροντάκια της.

Καθώς οι άντρες της μεταφορικής, τοποθετούσαν το τελευταίο κομμάτι, το μονό, παιδικό κρεβάτι, η Φαίη είδε μια κυρία να κλείνει την διπλανή πόρτα. Πότε ανέβηκε; Αθόρυβη. Η Φαίη της χαμογέλασε. Δεν πήρε χαμόγελο για απάντηση. Το αντίθετο. Η γειτόνισσά της, της έριξε μια άγρια ματιά. Ήμαρτον Κύριε! Ένα “γιατί” φώλιασε μέσα της και φάνηκε στην όψη της…

Χρυσούλα Καμτσίκη

Συνεχίζεται…

5 responses to “Οι απόκληρες – 1”

  1. που ακριβώς θα βρώ την συνέχεια για την ιστορία Απόκληρες

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading