Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Σπρίνγκχιλντ Τζακ

[Σημείωση: Φέτος (2024), εκτός απροόπτου, θα δημοσιευτεί το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματός μου σε συνέχειες, «Η Εντολή της Κόμισσας». Μέχρι τότε, θα δημοσιευτούν μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]

***

 

Σπρίνγκχιλντ Τζακ

Ανωνύμου
(Τεύχος Οκτωβρίου, 1883, σελ. 5-9)

Αγαπημένε μου αναγνώστη,
Είμαι βέβαιος ότι τον μύθο του φοβερού Σπρίνγκχιλντ Τζακ τον έχεις ακουστά. Όλη η Αγγλία σχεδόν έχει τρομοκρατηθεί από τις επιθέσεις του σε αθώες κοπέλες (νεαρές αρχόντισσες, υπηρέτριες κλπ), σε άμαξες, σε περαστικούς. Αναφορές για θεάσεις του έρχονται από το Λονδίνο, το Σέφιλντ, το Φρούριο του Άλντερσοτ, το Λίνκολνσαϊρ και άλλες περιοχές. Επειδή, όμως, το Weird Literature μεταφράζεται και σε άλλες χώρες της Ευρώπης πλέον (Γαλλία, Ολλανδία, Γερμανία, Ισπανία και Ουγγαρία), θα δώσω λίγα στοιχεία για τον εν λόγω μύθο, γιατί πιθανώς οι φίλοι αναγνώστες αυτών των κρατών να μην γνωρίζουν ποιος υποτίθεται ότι είναι ο Σπρίνγκχιλντ Τζακ. Πρόκειται για έναν μύθο που ξεκίνησε τις πρώτες δεκαετίες αυτού του αιώνα. Αφορά μια ανδρική οντότητα πολύ βίαιη και με παράδοξα χαρακτηριστικά, όπως αυτά που θα αναφερθούν στη συνέχεια. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το τέρας, το φάντασμα, ο δαίμονας ή ό,τι άλλο κι αν είναι αυτός ο Σπρίνγκχιλντ Τζακ, τραυμάτισε τα θύματά του, κατέστρεψε τα ρούχα τους, ατίμασε το κορμί του καθενός, αλλά εντέλει επέζησαν κι αυτός εξαφανίστηκε για λίγο καιρό ή μερικά χρόνια. Είναι ένα μοχθηρό ον, δε χωρεί αμφιβολία περί τούτου. Βάσει μαρτυριών για την εμφάνισή του, φοράει έναν μαύρο μανδύα, κάτω από τον οποίο φέρει ένα κράνος και ένα στενό λευκό ένδυμα σαν το λαδόδερμα που προτιμάνε οι ναυτικοί. Αναφέρεται, επίσης, μια πτυχή του η οποία ομοιάζει με τον Διάβολο. Άλλοι έχουν πει ότι είναι ψηλός και αδύνατος, σαν τζέντλεμαν. Ακόμα, αναφέρουν ότι μπορεί να φυσήξει μπλε και άσπρες φλόγες και ότι φοράει αιχμηρά μεταλλικά νύχια στα δάχτυλά του. Κάνα δύο άτομα έχουν πει ότι ο Σπρίνγκχιλντ Τζακ μπορεί να μιλήσει πολύ καλά αγγλικά.
Αλλά υπάρχει; Ή μήπως συνέβη κάτι άλλο στα περί ου λόγος θύματα; Μήπως, για παράδειγμα, τους επιτέθηκε κάποιος κακούργος, άνθρωπος μεν, αλλά με διαβολική ψυχή, δε; Από τα λεγόμενα των μαρτύρων και από όσα έχουν γραφτεί στις εφημερίδες, μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε ότι μάλλον πρόκειται για έναν κακοποιό που προτιμά τις μεταμφιέσεις, λες και είναι ηθοποιός σε κάποια θεατρική παράσταση.
Αλλά ποιος ξέρει…
Το ακόλουθο κείμενο έφτασε στα γραφεία του περιοδικού με έναν τρόπο που δεν είναι ο πιο ασυνήθιστος μεν, αλλά μας προβλημάτισε, δε. Ήταν ένα ανυπόγραφο χειρόγραφο, στο οποίο δεν υπήρχε καμιά λεπτομέρεια για τον συγγραφέα του. Απ’ ό,τι καταλαβαίνουμε από την πρώτη γραμμή, όμως, το κείμενο αποτελεί μια «μαρτυρία» για ένα συμβάν στο οποίο, κατά τον ή την συγγραφέα, ενεπλάκη ο Σπρίνγκχιλντ Τζακ.
Είναι μια μικρή ιστορία για ένα τρομαχτικό περιστατικό, που δεν κράτησε πολύ. Αλλά εύχομαι τούτο το διήγημα να μην είναι βασισμένο σε πραγματικό γεγονός, αλλά ότι γράφτηκε μόνο χάρη στη φαντασία κάποιου ή κάποιας.
Όμως, αγαπημένε μου αναγνώστη, οφείλω να σου ομολογήσω ότι με ανησύχησε ιδιαίτερα αυτό το χειρόγραφο και το μυστήριο του ανθρώπου που το δημιούργησε και το έφερε στο περιοδικό. Ποιος να είναι; Γιατί θέλει να το δημοσιεύσουμε;
Μια υποψία με βαραίνει. Μπορεί ο συγγραφέας να είναι ο ίδιος ο;… Είναι δυνατόν; Αλλά ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι; Κάποιος που έτυχε να δει τι συμβαίνει, θέλησε να το καταγράψει και να το αναφέρει, αλλά χωρίς να δώσει τα στοιχεία του, για να σωθεί; Να ήταν η ίδια η κοπέλα, η Άγκαθα; Αυτή θα ήταν η πιο σωστή απάντηση. Ή;… Ή;…
Όπως είπα, ποιος ξέρει…
Τζον Μπάρλοου

Αυτή είναι η πραγματική ιστορία της Άγκαθα Περπλ, που βρέθηκε αντιμέτωπη με τον τρομερό Σπρίνγκχιλντ Τζακ.

Την νύχτα αυτής της φριχτής συνάντησης, η νεαρή Άγκαθα, είκοσι τριών ετών, φορούσε ένα μακρύ μαύρο φόρεμα, άσπρη ποδιά, άσπρο μαντήλι και το ανοιχτόχρωμο πανωφόρι της. Πήρε στα χέρια την αναμμένη λάμπα λαδιού και τον σάκο με τα τρόφιμα που της παρείχε η οικογένεια των Μέλοου, τα παιδιά των οποίων φρόντιζε η Άγκαθα. Άνοιξε την πόρτα της εξοχικής κατοικίας που είχε η οικογένεια στο Χάμσαϊρ και κοίταξε έξω, το σκοτεινό και κρύο τοπίο, που ταραζόταν από το χειμερινό αέρα. Φύσηξε τη μύτη της και έβηξε. Έσφιξε τα σκασμένα χείλη της. Ποτέ της δεν της άρεσε να περπατάει μες στη νυχτιά, παρότι ήξερε κάθε σπιθαμή του κήπου και είχε κατά νου πως υπήρχε οπλισμένος φύλακας. Θα προτιμούσε, ωστόσο, να αποσύρεται νωρίτερα, ίσως πριν νυχτώσει. Πολλά λέγονταν για τις αδιανόητες εμπειρίες που είχαν κοπέλες που κυκλοφορούσαν τα βράδια, και η Άγκαθα δεν μπορούσε παρά να δεχθεί ότι είχαν κάποια δόση αλήθειας. Το όνομα ενός αποτρόπαιου τέρατος πλανιόταν από στόμα σε στόμα: Σπρίνγκχιλντ Τζακ. Η Άγκαθα δεν είχε πει τίποτα στους άλλους, όμως, για να μην τους ανησυχήσει. Αντίθετα με τους άλλους υπηρέτες, η Άγκαθα, ως γκουβερνάντα, είχε την υποχρέωση να μένει στο πόστο της έως ότου οι μικροί Μέλοου αποφασίσουν να κοιμηθούν. Τότε μόνο μπορούσε να φύγει.

Κι αυτό το βράδυ ο νεαρός και η νεαρά Μέλοου δεν έκλεισαν μάτι πριν τις έντεκα. Οπότε όταν η Άγκαθα τα καληνύχτισε με ένα φιλί στο μέτωπο του καθενός, βγήκε από το δωμάτιό τους. Η ησυχία ήταν παντοτινή, όπως κάθε βράδυ σχεδόν, μιας και όλοι είχαν φύγει για τις κλίνες τους. Διέσχισε τον πάνω όροφο και τον ισόγειο διάδρομο με τον ήχο από τα τακούνια της να πνίγεται πάνω στα ακριβά χαλιά και έχοντας να την παρακολουθούν τα πρόσωπα των Μέλοου και άλλων ανθρώπων στα πορτραίτα που κοσμούσαν τους τοίχους.

Η Άγκαθα ήταν μια κοντή κοπέλα, αλλά λυγερόκορμη, με ωραία μακριά ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια. Οι γονείς της και τα αδέρφια της έμεναν μακριά, στο Νορθάμπτον. Εκεί ήταν και το μεγάλο πατρικό σπίτι των Μέλοου. Οι Περπλ δούλευαν πολλά χρόνια τώρα για τους εμπόρους καπνού Μέλοου και όταν πριν έξι χρόνια ο νεώτερος γιος έκανε τη δική του οικογένεια και αποφάσισε να φύγει από το Νορθάμπτον, η Άγκαθα τους ακολούθησε. Ήθελε να φύγει από την πόλη, για να μαζέψει κι άλλα χρήματα, ούτως ώστε κάποια στιγμή να μπορέσει να ταξιδέψει σε όλη την Ευρώπη και τις Αποικίες, κυρίως τις αμερικανικές. Αυτό δεν θα μπορούσε να το πετύχει αν έμενε κοντά στους γονείς της, γιατί ό,τι λεφτά μάζευε της τα έπαιρναν, μιας και ο πατέρας της μπεκρόπινε συχνά πυκνά και η μητέρα της βοηθούσε την εκκλησία τους στις αγαθοεργίες που έκανε.

Είχε όνειρα η νεαρή Άγκαθα, και δεν σκόπευε να ζήσει αιωνίως δίπλα στους Μέλοου, που δεν ήταν ούτε οι καλύτεροι εργοδότες, ούτε τα παιδιά τους ήταν τα πιο συνεργάσιμα. Η Άγκαθα προσπαθούσε να τα έχει συμμαζεμένα, να τους μαθαίνει καλούς τρόπους και να τα βοηθήσει στη γραφή, την ανάγνωση, τα μαθηματικά και την γεωγραφία, για να είναι όσο το δυνατόν πιο έτοιμα όταν θα πήγαιναν στο σχολείο, όμως ο υιός Μέλοου και κόρη Μέλοου, επτά και εννιά ετών αντίστοιχα, δεν ήθελαν να διδαχτούν ούτε πώς να απευθύνονται σε μία κυρία. Έκαναν τη ζωή της Άγκαθα δύσκολη, ενώ οι γονείς τους είχαν επαναπαυτεί που η Άγκαθα ανέλαβε τη φροντίδα των παιδιών και οι άλλοι υπηρέτες είχαν αναλάβει τις υπόλοιπες υποχρεώσεις του σπιτιού, και εκείνοι μπορούσαν να ασχοληθούν με άλλα ζητήματα. Όταν η Άγκαθα αναγκαζόταν να μαλώσει κάποιο από τα παιδιά, τότε και τα δύο πήγαιναν και έλεγαν στην μητέρα ή στον πατέρα τους τα πιο φριχτά ψέματα για την γκουβερνάντα τους. Η Άγκαθα είχε βρεθεί πολλές φορές κλεισμένη στο γραφείο του κυρίου Μέλοου ή στον κήπο να περπατάει πίσω από την κυρία Μέλοου και να ακούει τις απότομες και επιθετικές διαταγές τους. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να σκύψει το κεφάλι και να πει «Μάλιστα, κύριε» ή «Μάλιστα, κυρία», και να γυρίσει στο δωμάτιο που της είχαν παραχωρήσει στο σπιτάκι του υπηρετικού προσωπικού, το οποίο βρισκόταν νότια του σπιτιού, αλλά εντός του μεγάλου κήπου. Έπρεπε να διασχίσει το λιθόστρωτο μονοπάτι, να περάσει από τις φλαμουριές και τους ράχους και το σιντριβάνι με το αρχαιοελληνικό άγαλμα και να διασχίσει κατά μήκος τον στάβλο των αλόγων. Πριν φτάσει στην περίφραξη που απέκοπτε την εξοχική κατοικία από τον δρόμο του Χάμσαϊρ και συναντήσει κάποιον από τους δύο φύλακες που περιπολούσαν με το τουφέκι στον ώμο, θα έβλεπε τις πέντε από τις δέκα εξωτερικές λάμπες λαδιού που άναβαν κάθε βράδυ (τρεις στην μόνη θύρα, άλλες τρεις στην πίσω πλευρά και από δύο στην μία και την άλλη πλαϊνή πλευρά).

Προς αυτό το σπίτι θα πήγαινε τώρα η Άγκαθα. Ήταν μια χαμηλοτάβανη κατασκευή από άσπρη πέτρα, με κοινό τζάκι, κοινή κουζίνα και μια κοινή εξωτερική τουαλέτα. Είχε έξι πολύ μικρά δωμάτια, ένα για κάθε μέλος του προσωπικού, με ένα κρεβάτι και μια ξύλινη ντουλάπα έκαστο. Σε κάθε δωμάτιο υπήρχε ένα παράθυρο με παντζούρια και κουρτίνα. Η Άγκαθα, όπως και οι συγκάτοικοί της, είχε αποσύρει λίγα χρήματα από αυτά που μάζευε και είχε προσθέσει στο δωμάτιό της ένα παλιό χαλί, τραπεζάκι, κηροπήγιο με κεριά, ενώ (αντίθετα από τα άλλα μέλη του προσωπικού, που δεν γνώριζαν γραφή και ανάγνωση) προμηθευόταν βιβλία λογοτεχνικά, για να διαβάζει κάθε βράδυ πριν αναπαυτεί.
Το σπιτάκι αυτό μπορεί να φαινόταν φτωχικό σε κάποιον κύριο, αλλά για την Άγκαθα και τους άλλους που εργάζονταν για τους Μέλοου ήταν το καταφύγιό τους. Όταν τελείωναν τις εργασίες τους και αποχωρούσαν από την μεγάλη κατοικία (συνήθως, τις βραδινές ώρες), έψαχναν τα φώτα του σπιτιού τους, όπως οι καπετάνιοι γυρεύουν το φάρο τους.

Η Άγκαθα άρχισε να περπατάει γρήγορα στο λιθόστρωτο, αποφεύγοντας τα κλαδιά των φυτών που βλάστιζαν δεξιά και αριστερά και ήταν ασφυκτικά κοντά της. Είχε το κεφάλι μισοσκυφτό και κοιτούσε μόνο ευθεία, με τη λάμπα μπροστά της. Τα φύλλα θρόιζαν γύρω της. Είχε σφίξει το πανωφόρι της, αλλά το κρύο το διαπερνούσε και την ανατρίχιαζε. Η ανάσα της έβγαινε κοφτή, καθότι ο βήχας της επέμεινε. Ήταν σίγουρη ότι είχε αρπάξει κρύωμα.

Σκούπισε την μύτη της με την ανάστροφη της παλάμης της και άφησε το μονοπάτι που οδηγούσε προς την έξοδο, για να πάρει τη στροφή προς τους στάβλους και το σπιτάκι. Από κάπου πιο πέρα, της φάνηκε ότι άκουσε τις φωνές του φύλακα. Η Άγκαθα θα σταματούσε και θα πήγαινε να δει αν συνέβαινε κάτι, αλλά ήξερε εκ πείρας ότι ο εν λόγω μεσήλικας άντρας είχε την συνήθεια να παραμιλάει, οπότε δεν του έδωσε άλλη σημασία, παρά συνέχισε την πορεία της.

Τώρα η βλάστηση απλωνόταν σε πιο αραιά σημεία του κήπου. Τα δέντρα και οι θάμνοι ήταν διάσπαρτα και μακριά από το μονοπάτι. Στην έκταση που περιβαλλόταν από τον ψηλό φράκτη, υπήρχαν μικρά δάση, σαν ομάδες γιγάντιων ανθρώπων στέκονταν παράμερα από τους ιδιοκτήτες και τους υπηρέτες τους. Το μεγαλύτερο κομμάτι του κήπου αποτελούνταν από χαμηλό χορτάρι, το οποίο κούρευε επιμελώς ο κηπουρός. Η Άγκαθα προτιμούσε ανέκαθεν αυτή την πλευρά του κήπου και όχι αυτή του μονοπατιού κοντά στην είσοδο του σπιτιού, γιατί εδώ μπορούσε να βλέπει τι υπήρχε προς όλες τις κατευθύνσεις, ενώ στην άλλη περίπτωση τα φυτά μπορούσαν να κρύβουν οποιονδήποτε κίνδυνο.
Άμοιρη Άγκαθα… Πού να ’ξερες!

Η κοπέλα άκουσε το νερό του σιντριβανιού που κατέρρεε από τη στάμνα του αγάλματος προς τη μικρή λίμνη. Η Άγκαθα ήξερε ότι πλέον δεν απείχε πολύ από τον στάβλο. Βάδισε πιο γρήγορα, γιατί ανυπομονούσε να φτάσει στην ασφάλεια του σπιτιού του προσωπικού. Σκεφτόταν το κρεβάτι στο οποίο θα ξάπλωνε και θα ηρεμούσε για λίγες ώρες.
Πέρασε από το σιντριβάνι και συνέχισε ως τον στάβλο. Οι φωνές του φύλακα ακούστηκαν ξανά, πιο καθαρά αυτή τη φορά. Τραγουδούσε για κάποια παλιά του ερωμένη. Η φωνή του ήταν βραχνιασμένη, αλλά το παράπονο ξεκάθαρο.
Η Άγκαθα χαμογέλασε.
Αλλά τότε ήταν που τρόμαξε και σταμάτησε, καθώς έπιασε μια κίνηση στην άκρη του ματιού της. Γύρισε το κεφάλι προς το σιντριβάνι, τη στιγμή που μια μεγάλη σκιώδης μορφή πηδούσε προς το μέρος της. Με φόντο τον μαύρο αφέγγαρο ουρανό, η Άγκαθα πρόλαβε να δει δύο σατανικά πορφυρά μάτια και μια κάπα που ανέμισε, προτού η μορφή πέσει πάνω της και τη ρίξει στο χορτάρι. Ο σάκος και η λάμπα έφυγαν από τα χέρια της, ενώ η ίδια έβγαλε ένα βογκητό. Ένα ζευγάρι σιδερένια χέρια με μακριά νύχια, όμως, έφραξαν το λαιμό της και η Άγκαθα είδε ένα πρόσωπο φριχτό, σαν καμένο, να συσπάται. Ένα στόμα γεμάτο κίτρινα μυτερά δόντια της χαμογέλασε, βγάζοντας μια γαλάζια και βρομερή πνοή, ενώ τα πορφυρά μάτια έκαιγαν την ψυχή της δύσμοιρης κοπέλας. Τα πόδια του σατράπη δαίμονα τύλιξαν τα πλευρά της και την έσφιξαν, κόβοντας την αναπνοή της.
Ένα όνομα αναδύθηκε από την μνήμη της και μαχαίρωσε τις ελπίδες της: Σπρίνγκχιλντ Τζακ!

Η Άγκαθα ένιωσε το κρύο του Χάμσαϊρ να περνάει από τις σιδερένιες γροθιές του τέρατος στο δέρμα της και έπειτα στην ψυχή της. Θα πέθαινε εδώ, κατατροπωμένη από αυτό το τέρας, το οποίο έπαιρνε μακριά από όλους την νεαρή κοπέλα. Ο δαίμονας χαμογελούσε, καθώς από τα δικά του τερατώδη χέρια ένα αθώο κορίτσι χανόταν από τον κόσμο.
Το κορίτσι προσπάθησε να σωθεί. Βρήκε το σθένος και σήκωσε τα χέρια και χτύπησε τον δαίμονα στα μπράτσα. Δοκίμασε να του απομακρύνει τα χέρια. Έκανε να σηκώσει τα πόδια και να τον κλοτσήσει. Όλες οι προσπάθειες ήταν άκαρπες. Ο Σπρίνγκχιλντ Τζακ δεν πόνεσε, μήτε αποθαρρύνθηκε. Στο τέλος, τον χτύπησε στο πλάι του κεφαλιού, αλλά πόνεσαν πολύ τα χέρια της, γιατί δεν πέτυχε ένα ανθρώπινο κρανίο, μα κάτι πολύ πιο ανθεκτικό, πολύ πιο σκληρό.
Ο δαίμονας την χλεύασε, βγάζοντας μία ακόμα γαλάζια πνοή.
Θεέ μου, βοήθησέ με! παρακάλεσε η κοπέλα.

Με ασύλληπτο τρόμο, η Άγκαθα είδε τον Σπρίνγκχιλντ Τζακ να κατεβάζει πρώτα τα κολασμένα μάτια του και έπειτα το ένα από τα χέρια του προς το υπόλοιπο κορμί της. Θυμήθηκε άρθρα-μαρτυρίες από κοπέλες που είχαν έρθει αντιμέτωπες με το τέρας, το πόσο τις είχε ατιμάσει. Η Άγκαθα παρακάλεσε τον Θεό να την λυτρώσει, να πεθάνει πριν νιώσει στο κορμί της τις λεπίδες και τα βρόμικα χάδια του δαίμονα.

Ο Σπρίνγκχιλντ Τζακ ζάρωσε τα σιδερένια νύχια του και έσκισε το πανωφόρι, την ποδιά και το φόρεμα της Άγκαθα. Στη συνέχεια, αποκάλυψε το λευκό δέρμα που κανένας άντρας δεν είχε αγγίξει μέχρι τώρα. Αλλά τούτος ο κακούργος γόνος του Σατανά θα εκπόρνευε κάθε σπιθαμή της κοπέλας, προτού της κόψει το λαιμό.
«Εσύ» φάνηκε να ψιθυρίζει το τέρας «είσαι… δική μου».
Η Άγκαθα αισθάνθηκε να χάνεται σε ένα κρύο και παράλογο όνειρο.

Εκείνη τη στιγμή, όμως, μια θέρμη απλώθηκε από κάπου στα πλάγια του κεφαλιού της. Το σκοτάδι μειώθηκε και η Άγκαθα αναζήτησε την αγαλλίαση που υποσχόταν αυτή η λάμψη, που ολοένα και θέριευε. Η φωτιά από τη σπασμένη λάμπα κατέτρωγε το χορτάρι.
«Έι, τι γίνεται εκεί;» ακούστηκε η βραχνιασμένη φωνή του φύλακα.
Ο δαίμονας γρύλισε σαν λυσσασμένο σκυλί.

Η Άγκαθα ένιωσε το κορμί της να λυτρώνεται από το βάρος του. Στα αυτιά της, έφτασαν ποδοβολητά και ήχοι από τη σφυρίχτρα του φύλακα. Κάποτε ακούστηκαν και πυροβολισμοί, μα και φωνές άλλων ανθρώπων που έτρεχαν μες στο σκοτάδι του Χάμσαϊρ.

Η αστυνομία ήρθε και εκπρόσωποι του Τύπου ήρθαν και κατέγραψαν όσα είχαν συμβεί, ενώ η ίδια η Άγκαθα έμεινε στο κρεβάτι για μία εβδομάδα, προτού επιστρέψει στα καθήκοντά της. Αλλά πλέον, δεν έφευγε από το σπίτι των Μέλοου χωρίς συνοδεία, ειδικά τις νύχτες.
Γιατί ο Σπρίνγκχιλντ Τζακ ούτε είχε σκοτωθεί, ούτε είχε συλληφθεί. Ήταν κάπου εκεί έξω και έψαχνε για το επόμενο θύμα του.

Δεν υπάρχουν στοιχεία του συγγραφέα.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading