Ανεκπλήρωτος έρωτας

Καθόταν στην αμμουδιά, μόνη. Αλήθεια, πώς η ζωή την κέρασε τόση μοναξιά, μέσα σε έναν πολυετή γάμο, δύο παιδιά και τέσσερα εγγόνια; Με τα πόδια βυθισμένα να φτάνουν την υγρή άμμο, τα χέρια ανοιχτά πίσω τεντωμένα, να στηρίζει τον κορμό της στις παλάμες, το κεφάλι γυρτό πίσω, με το βλέμμα σηκωμένο προς τον Θεό, γίνεται ένα με το περιβάλλον. Το φεγγάρι συντροφεύει το βλέμμα της, το μαγνητίζει. Το κύμα που χτυπά την άμμο, τόσο ήρεμα, προστατευτικά, μελωδία στα αυτιά της. Το γλυκό αεράκι ίσα που κουνάει τα μαλλιά της. Είναι οι στιγμές που νιώθει ότι συνδέεται με ‘κείνον.

Αύγουστος και τώρα, όπως τότε, που ήταν πιτσιρίκα, 17 χρονών κορίτσι, πριν 63 χρόνια, που τον είδε για πρώτη φορά, εκεί, στο σημείο που κάθεται τώρα, μόνη. Στο νησί, οι μόνιμοι κάτοικοι λίγοι, ήξεραν ο ένας τον άλλον. Ποιο ήταν αυτό το ιδιαίτερο αγόρι με το γάργαρο γέλιο; Πολύ διαφορετική η όψη του από τα αγόρια του νησιού. Ψηλόλιγνος, κοκκινοπορτοκαλί μαλλιά, που δεν είχε ξαναδεί ποτέ, ανοιχτόχρωμα φρύδια, φακίδες σε όλο του το πρόσωπο κι ένα ζωντανό, ηχηρό, γέλιο. Με πόδια και χέρια πιτσιλούσε με το θαλασσινό νερό μια κυρία που είχαν ακριβώς τα ίδια χρώματα, ίσως να ήταν η μητέρα του κι ένα κοριτσάκι το πολύ δέκα χρονών, λογικά η αδερφή του. Γελούσαν όλοι μαζί, παίζανε με το νερό, βύθιζαν ο ένας τον άλλο στην θάλασσα και μιλούσαν άλλη γλώσσα. Όχι Ελληνικά.

Δεν ήταν μαθημένη σε τουρίστες. Το νησί τους, οι Αρκιοί, ήταν μια κουκίδα στον χάρτη. Εκείνα τα χρόνια, κόσμο από το εξωτερικό, δεν είχαν συχνά. Δεν έπαιρνε το βλέμμα της από πάνω του, της είχε τραβήξει την προσοχή, το ενδιαφέρον. Τα μάτια της πήραν μια λάμψη, αντικρίζοντάς τον, ένιωθε τις φλέβες της να χτυπάνε, σα να πετάριζε κάτι στο στέρνο της, σα να της κοβόταν η ανάσα, χαμογελούσε χωρίς λόγο. Τι της συνέβαινε;

– Εεεε Ανδρομάχη! Είσαι εδώ; Τι έπαθες καλέ; την τράνταξε η μοναδική και αγαπημένη της φιλενάδα και επανήλθε στην πραγματικότητα.
– Μέλπω, ποιος είναι αυτός ο καροτούλης; μέλωνε καθώς αναφερόταν σε αυτόν η Ανδρομάχη.
– Μπα σε καλό σου και με τρόμαξες μωρέ φιλενάδα! Είναι ο Άντονι, ο εγγονός του κυρ Αντώνη, του φούρναρη.
– Του κυρ Αντώνη του δικού μας;
– Ε του δικού μας βέβαια.
– Και γιατί τον βλέπουμε πρώτη φορά;
– Έχει ξανάρθει πριν τρία χρόνια… τέσσερα;
– Εγώ πρώτη φορά τον βλέπω.
– Ήταν τότε, που είχες πάει στην Πάτμο, που ήταν άρρωστη η γιαγιά σου.
– Τον ξέρεις; Δηλαδή μιλάτε;
– Ε! Αφού είναι γιος του καλύτερου φίλου του μπαμπά μου, ναι, μιλάμε. Ξερει πολύ καλά τα Ελληνικά. Χθες αργά ήρθαν.
– Μα και τον Νικολή, τον φίλο του μπαμπά σου, έχω να τον δω απο πιτσιρίκι που ήμουν.
– Άτιμη η ξενιτιά, λέει ο μπαμπάς μου. Χωρίζει οικογένειες, φίλους, νεκρώνει πατρίδες. Ήταν αχώριστοι, σε όλα μαζί, μέχρι που παλικάρι, στην ηλικία που είμαστε εμείς τώρα, αποφάσισε να κυνηγήσει ένα καλύτερο αύριο. Ο μπαμπάς μου ακόμα δεν του το έχει συγχωρέσει που τον άφησε εδώ μόνο. Για λίγο θα πήγαινε, να μαζέψει κάποια χρήματα και η ζωή του χτίστηκε εκεί. Παντρεύτηκε την Έμμα, πολύ γρήγορα ήρθε και ο Αντώνης που εκεί έγινε Άντονι και αρκετά χρόνια μετά η Μπάρμπαρα. Είδες όμως μοιάσιμο με την Γερμανίδα;
– Πρώτη μου φορά βλέπω, τέτοιο χρώμα μαλλιών, επιδερμίδας… Είναι ιδιαίτερος. Πανέμορφος!
– Σα να λέμε, έρωτας με την πρώτη ματιά;
– Μέλπω μου, δεν ξέρω τι θα πει έρωτας. Δεν το έχω νιώσει ποτέ…
– Έχεις κοκκινίσει, σα παπαρούνα, έτοιμη να πετάξεις τα πέταλά σου!
– Αλήθεια; κι από ντροπή, σκέπασε με τις παλάμες της το πρόσωπό της και το μόνιμο χαμόγελο της.

Πόσο θα ήθελε να γυρνούσε να την κοιτάξει. Να συναντηθούν τα βλέμματά τους…

Το επόμενο πρωινό, νωρίς νωρίς, ο Άντονι πήγε στον παππού του.
– Καλώς το αγόρι μου. Καλημέρα. Πρωινός πρωινός.
– Καλημέρα παππού. Θέλεις βοήθεια;
– Όχι λεβέντη μου, κάτσε να μου κάνεις παρέα. Να σε χαρώ, να σε χορτάσω.
– Παππού, να σε ρωτήσω κάτι;
– Ό,τι θες.
– Χθες το απόγευμα στην παραλία, ήταν η Μέλπω, του Σταμάτη, μαζί με μια κοπέλα, με μαύρα μαλλιά μακριά, κοντούλα, με ένα πολύ γλυκό, ζεστό χαμόγελο.
– Η Ανδρομάχη ήταν. Είναι φιλενάδες από μωρά, από πριν μάθουν να μιλάνε.
– Παππού, μου άρεσε πολύ αυτή η κοπέλα…
– Λεβέντη μου, είναι πολύ καλό κορίτσι, από εργατικούς και τίμιους γονείς, φτωχούς πολύ, αλλά τίμιους. Θέλεις να μιλήσω στον μπαμπά σου;
– Θέλω πρώτα να βρω την ευκαιρία να μιλήσω στο κορίτσι.

Όταν εκείνη χθες μιλούσε με την Μέλπω και δεν τον κοιτούσε, δεν έπαιρνε το βλέμμα του από πάνω της. Κι όλη την υπόλοιπη ώρα, ενώ έπαιζε με την μαμά και την αδερφούλα του, το ένιωθε το βλέμμα της επάνω του. Τον έκαιγε, τον ξεσήκωνε. Δεν είχε ξαναδεί πιο όμορφο κορίτσι στη ζωή του. Τα ζουμερά της χείλη, ονειρευόταν όλη τη νύχτα ότι τα φιλούσε.
Ευχαρίστησε τον παππού του, τον αγκάλιασε, τον φίλησε κι έτρεξε στην παραλία, μήπως και την βρει. Δυστυχώς, δεν ήταν εκεί. Όσο κατηφόριζε πριν τρέχοντας, τώρα η ανηφόρα, μέχρι τον φούρνο, του φαινόταν βουνό. Λίγο πριν φτάσει, η τύχη του ‘κλεισε το μάτι.

– Μέλπω! Μέλπω! φώναξε χαρούμενος που την είδε.
– Άντονι, καλημέρα!
– Καλημέρα. Τι καλά που βρεθήκαμε!
– Τι συμβαίνει;
– Μέλπω, θέλω να σε ρωτήσω για την Ανδρομάχη, την φίλη σου… της είπε και κοιτούσε κάτω, σκαλίζοντας με το παπούτσι του το χώμα.
– Μη ντρέπεσαι, ρώτα με, ίσως έχω να σου πω πράγματα που θα σου αρέσουν! κι έκανε ένα συνωμοτικό νεύμα.

Έλαβε το σήμα εκείνος και ένιωσε ένα γλυκό τσίμπημα στη καρδιά. Πήρε μια ανάσα και είπε:
– Θέλω πολύ να έχω λίγα λεπτά μαζί της, να της μιλήσω, αν το θέλει κι εκείνη φυσικά…
– Είμαι σίγουρη πως το θέλει και πως θα χαρεί όταν το μάθει. Χθες ρωτούσε για σένα.

Η χαρούμενη φίλη που έβαλε το λιθαράκι της κι ο τσιμπημένος νεαρός, πανευτυχής που βρήκε τον τρόπο, συνέχισαν ο καθένας τον δρόμο του.

Πήγε σαράντα λεπτά νωρίτερα στην σπηλιά εκείνος. Δεν τον χωρούσε το σπίτι, νόμιζε πως όλοι τον έβλεπαν περίεργα. Κόντευε πέντε, η ώρα του ραντεβού. Βάδιζε ξανά και ξανά, πάνω κάτω στις ολοστρόγγυλες, χρωματιστές, γυαλιστερές πετρούλες μπροστά στη σπηλιά, το κύμα έσκαγε δύο μέτρα πιο πέρα, η ησυχία ήταν απόλυτη. Ούτε λουόμενοι, ούτε περαστικοί, ούτε ντόπιοι, ούτε τουρίστες. Ήταν ένα μέρος που δύσκολα το ανακάλυπτες, αν δεν το ήξερες. Μέρος για λίγους. Μέρος για ερωτευμένους νέους.

Όταν την είδε από μακριά, σαν αερικό, σα νεράιδα που χόρευε θαρρείς πάνω στο νερό, στις πέτρες, να κοιτάζει αναψοκοκκινισμένη, τρομοκρατημένη τριγύρω, μη την πάρει κανένα μάτι, το ήξερε πια, αυτή τη γυναίκα ήθελε πλάι του για όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του και στάθηκε μπροστά του. Μια ανάσα τους χώριζε. Εκείνος είχε μεθύσει πια από το άρωμα των μαλλιών της, του δέρματός της, από την ματιά της. Πέρασαν κάποιες στιγμής σιωπής.
– Ευχαριστώ που ήρθες… την κοιτούσε στα μάτια και μίλησε πρώτος.
– Ευχαριστώ που με είδες εχθές, που με έψαξες σήμερα…
– Πώς να μη σε δω; Πώς να μη τραβήξεις την προσοχή μου; Είσαι ό,τι πιο όμορφο έχω δει στη ζωή μου!

Δεν κατέβασε το βλέμμα της στιγμή εκείνη.

– Πόσο θα μείνεις στο νησί;
– Χωρίς την σημερινή, άλλες δέκα μέρες. Θα ήθελα, αν μπορείς, αν θέλεις, να σε βλέπω κάθε μέρα, όσο περισσότερο γίνεται.
– Θα σου στέλνω μήνυμα μέσω της Μέλπως.
– Θα περιμένω. Αυτό θα μου δίνει τη μόνη χαρά. Να σε συναντήσω.
– Πρέπει να φύγω.
– Δεν θέλω να φύγεις, αλλά πρέπει, το ξέρω…

Καθώς γύρισε να φύγει η Ανδρομάχη, άπλωσε το χέρι του ο Άντονι και τα ακροδάκτυλά του, ακούμπησαν τα δικά της. Πόση ένταση, πόσα θέλω, πόσο καρδιοχτύπι, μπορεί να χωράνε σε δύο άκρες δαχτύλων; Όλο το κόσμο καμιά φορά μπορεί να χωρέσουν…

Κάθε μέρα, με αγγελιοφόρο τον φύλακα άγγελό τους, την Μέλπω, ξέκλεβαν λίγη ώρα από την ρουτίνα τους και ζούσαν τις στιγμές τους, μαζί, μακριά από όλους, από αυστηρούς γονείς, από την φτώχεια που καθόριζε το μέλλον, από κανονισμένες ζωές, από τα πρέπει. Άγγιζε ο ένας τον άλλον κι όλα ως δια μαγείας έσβηναν γύρω τους. Τίποτα δεν υπήρχε. Μόνο οι δυο τους στον κόσμο. Σε ‘κείνη την σπηλιά που τους υποδεχόταν, που γινόταν η κρυψώνα τους, που έσταζε από τα φιλιά τους, που πύρωνε από τις καυτές αγκαλιές τους, που μύριζε από τον νεανικό, πλατωνικό έρωτά τους. Δεν την έφερε ποτέ σε δύσκολη θέση, να ζητήσει να γίνει δική του σωματικά. Ήξερε πως έτσι δεν θα την σεβόταν, πως θα της δημιουργούσε πρόβλημα με τους γονείς της, με τον κόσμο. Κι ας έλιωνε από έρωτα κι ας ένιωθε τον ανδρισμό του να φουντώνει κι ας το φανταζόταν τις ώρες που δεν ήταν μαζί. Η Ανδρομάχη από την άλλη, σε μια πανομοιότυπη σωματική κατάσταση πόθου, τον λαχταρούσε, ήθελε τόσο πολύ μαζί του να είναι η πρώτη της φορά, μα δάγκωνε τα χείλη της, να κατευνάσει τις ορμές της.

Ο χρόνος είναι αμείλικτος όταν δεν θέλεις κάτι να τελειώσει, είναι εκεί να σου θυμίζει πως εκείνος κάνει κουμάντο. Την επόμενη θα έφευγε για Γερμανία. Ανάσες, χάδια, φιλιά, υποσχέσεις, δάκρυα, αγκαλιές, ματιές, όλα ανακατεμένα. Ρουφούσε ο ένας λαίμαργα, την μυρωδιά του άλλου, να έχουν απόθεμα.
Ένα “θα ‘ρθω του χρόνου να σε βρω” κι ένα “να προσέχεις” ήταν οι τελευταίες τους λέξεις.

Η Ανδρομάχη παντρεύτηκε τρεις μήνες μετά, από προξενιό, μια κρύα Κυριακή του Νοέμβρη, όσο κρύο και το αίμα στις φλέβες της, έναν μεγαλύτερό της άντρα κατά δεκατρία χρόνια, με οικονομική άνεση, αφού είχε δικό του τσαγκαράδικο στην Πάτμο. Θα την είχε αφέντρα και κυρά. Μεγάλη ευκαιρία για το φτωχό κορίτσι από τους Αρκιούς.

Παρακάλεσε, έκλαψε, ικέτεψε την μάνα της να μη δεχτεί το προξενιό, μα δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση. Ο μπαμπάς της, είχε δώσει τον λόγο του. Την περίμενε μια υπέροχη ζωή, την διαβεβαίωνε η μάνα της. Μέχρι τα είκοσι ένα της χρόνια, είχε ήδη δύο παιδιά, έναν σύζυγο, που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν κελεπούρι και μια πεθερά μέσα στο σπίτι, που φρόντιζε συχνά να της υπενθυμίζει πόσο φτωχιά ήταν, πόσο τυχερή ήταν που ο γιός της την διάλεξε. Ο άντρας της, ο Λυκούργος, ήταν ένας ήσυχος άνθρωπος, έλειπε πολλές ώρες στο τσαγκαράδικο, γυρνούσε βράδυ σχεδόν, έτρωγε και από την κούραση τον έπαιρνε ο ύπνος στην πολυθρόνα. Δεν της αρνήθηκε ποτέ τίποτα. Μπορούσε να αγοράζει ό,τι ήθελε για τον εαυτό της, χωρίς να τον ρωτάει. Άλλωστε, για ‘κείνους δούλευε, για να μη τους λείπει τίποτα. Έτσι της έλεγε, της χαμογελούσε και την χάιδευε στο μάγουλο, όταν εκείνη του έλεγε πάντα κι ας μη της το ζητούσε, τι ψώνισε. Δεν είχε παράπονο από τον Λυκούργο. Εργατικός, τίμιος, ευγενικός, μα μέχρι εκεί. Δεν έδειξε ποτέ πάθος για την Ανδρομάχη. Ίσως βέβαια, να φταίει κι εκείνη. Τα πρώτα χρόνια, ήταν παγοκολώνα δίπλα του. Έδειχνε κατανόηση εκείνος, ήξερε ότι ήταν μικρούλα, ένα άβγαλτο κορίτσι, του μικρού νησιού, χωρίς εμπειρίες. Και είχε υπομονή. Δεν την πίεζε. Της έδωσε χρόνο και χώρο.

Οι ερωτικές τους συνευρέσεις αραιές, με ευγένεια, στοργή, σχεδόν σαν πατρική φιγούρα κι όχι του συζύγου-εραστή της. Αυτό την βόλευε, γιατί κι εκείνη δεν ένιωθε το παραμικρό σκίρτημα στο άγγιγμά του.
Δίπλα του, περνώντας ο καιρός, ένιωσε ασφάλεια, μια αντρική παρουσία που την σεβόταν κι έκανε κι αυτή το ίδιο. Τον αγάπησε, όπως αγαπούσε έναν παιδικό φίλο, έναν ξάδερφο, ποτέ όμως σαν σύζυγο. Το σώμα της δεν ξανασκίρτησε ποτέ όπως εκείνες τις δέκα μέρες στο νησί, με τον κοκκινοτρίχη, πρώτο της και παντοτινό της έρωτα. Η καρδιά της δεν χτύπησε ποτέ ξανά τόσο δυνατά…

Μεγάλωνε τα παιδιά της, τυπικά μόνη, αφού ο Λυκούργος, όλη μέρα έλειπε, με το επικριτικό βλέμμα της πεθεράς μόνιμα πάνω της. Ναι, είχε μια καλή ζωή, με οικονομική άνεση, με έναν άντρα δίπλα της που την σεβόταν, μα που δεν την έκανε ποτέ να αισθανθεί γυναίκα.
Μαράζωνε, βάλτωνε, ξαναπάλευε να κρατηθεί από τα παιδιά της, από τις μνήμες του Άντονι. Μια ζωή με ψυχική μοναξιά.

Αναρωτιόταν συχνά τι να κάνει ο Άντονι. Στο μυαλό της η σπηλιά με τους δυο τους μαζί, έγινε ο φάρος της, που φώτιζε τις γκρίζες μέρες της μοναξιάς της. Δεν είχε νέα του. Δεν επιδίωξε ποτέ να μάθει. Παρακάλεσε την Μέλπω, να μη της αναφέρει ποτέ ούτε το όνομά του. Η ζωή της ήταν αλλού πια. Ήταν παντρεμένη, με παιδιά κι έπρεπε να τιμήσει τον γάμο της.

Λίγο πριν γίνει εβδομήντα δύο χρονών, ο άντρας της, στα ογδόντα πέντε του, έφυγε από τη ζωή, μετά από ένα βαρύ εγκεφαλικό που του άφησε πολλά προβλήματα, και με ‘κείνη στο πλευρό του, τις τελευταίες μέρες, να τον περιποιείται.
Τα παιδιά τους, δεν μπόρεσαν να παραβρεθούν. Από νεαρή ηλικία και τα δύο, και ο γιος τους και η κόρη τους, έφυγαν στην Αμερική, δίπλα σε έναν θείο του άντρα της τότε, που δεν είχε παντρευτεί ποτέ, δεν είχε δικά του παιδιά και τους υποσχέθηκε, να τους δείξει ό,τι έπρεπε να ξέρουν στο ελληνικό εστιατόριο που είχε φτιάξει και είχε πολλή δουλειά και αργότερα θα το κληρονομούσαν. Έτσι έγινε.
Έφυγαν. Δούλεψαν σκληρά, μα έγιναν μεγάλοι και τρανοί. Καμάρωνε ο Λυκούργος. Μάτωνε η Ανδρομάχη, μα ποτέ δεν το έδειξε. Η μοναξιά της είχε γίνει δεύτερο δέρμα της. Ούτε τα εγγόνια της χάρηκε. Από δύο εγγόνια τους χάρισαν τα παιδιά τους. Ευτυχώς που πρόλαβε και την τεχνολογία και τα έβλεπε από βιντεοκλήσεις και φωτογραφίες. Πόσο άλλαξε ο κόσμος… Κι αυτό, τελικά, την έκανε να νιώθει πιότερο μόνη…

Ο Άντονι, δεν την έβγαλε λεπτό από το μυαλό του. Έστειλε κάρτα τα Χριστούγεννα στην Μέλπω και μέσα διακριτικά, με κώδικες, ρωτούσε για την Ανδρομάχη. Κρυφά η Μέλπω, του έστειλε γράμμα λίγο καιρό μετά και τα εξηγούσε όλα. Το προξενιό, το πόσο πόνεσε η Ανδρομάχη, τις ώρες που έκλαιγε στην αγκαλιά της Μέλπως, τον γάμο, μα και την απόφασή της να μη ξανααναφερθεί το όνομά του. Ο Άντονι διάβαζε το γράμμα για μήνες. Ένιωθε πως του ξερίζωσαν την καρδιά.

Δεν πήγε ποτέ ξανά στο νησί. Πήγαινε Ελλάδα, μα όχι στο νησί. Δεν μπορούσε. Δεν ακολουθούσε το σώμα.

Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Πολλές εφήμερες σχέσεις. Πολλές γυναίκες πέρασαν από την ζωή του, μα σε όλες κάτι έλειπε. Καμιά δεν ήταν η Ανδρομάχη. Με καμία το δέρμα του δεν ανατρίχιασε όπως τότε, που ήταν παλικαράκι κι ας μην είχε κάνει έρωτα μαζί της. Πολλές του ζητούσαν γάμους και παντοτινές αγάπες. Σε καμία δεν υποσχέθηκε τίποτα, σε καμία δεν έδωσε την ψυχή του, παρά μόνο το σώμα του.

Πριν λίγες μέρες, μέσα στον Αύγουστο, έλαβε ένα γράμμα.
“Άντονι, ορκίστηκα πριν χρόνια, να μην αναφέρω ποτέ το όνομά σου. Εμείς κόψαμε κάθε επαφή από τότε. Τώρα όμως, 63 χρόνια μετά, νομίζω πως το οφείλω στον εαυτό μου πρώτα. Ο άντρας της Ανδρομάχης πέθανε πριν οχτώ χρόνια, τα παιδιά της και τα εγγόνια της είναι στην Αμερική. Δεν έχει κανέναν. Είμαι σίγουρη, πως με τη θύμησή σου παίρνει ζωή πια. Αν, όπως θέλω να πιστεύω, δεν την ξέχασες κι εσύ, να ξέρεις, ότι αυτές τις μέρες ήρθε στο νησί. Την βλέπω Άντονι, ποτέ της δεν σε ξεπέρασε. Κάνε ό,τι λέει η ψυχή σου.
Μέλπω”.

Το μέρος άλλαξε. Εκσυγχρονίστηκε. Όπως ολάκερος ο κόσμος. Στέκεται σε απόσταση πίσω της. Αυτό το γυρτό κεφάλι, με τα γκρίζα μαλλιά… Θα ορκιζόταν ότι θα την αναγνώριζε κι ανάμεσα σε πλήθος.

Σηκώνει ένα πετραδάκι και το πετάει στη θάλασσα. Στην απόλυτη ησυχία της στιγμής και με το ταξίδι στον χρόνο, η Ανδρομάχη τρόμαξε. Πήρε τα χέρια από την άμμο και γύρισε πίσω της. Νόμιζε πως τρελάθηκε. Πως το μυαλό της, παίζει παιχνίδια. Δεν έβγαινε μιλιά. Μόνο δάκρυα. Την πλησίασε, της έτεινε το χέρι, η Ανδρομάχη, του έδωσε το δικό της και σηκώθηκε, μπροστά του.

– Μα… πώς;
– Σσσ… Έχουμε χρόνο για εξηγήσεις.

Την γύρισε με μαλακές, τρυφερές κινήσεις, να ακουμπάει την πλάτη της, να κοιτάζει προς τον ορίζοντα. Κούμπωσε στην αγκαλιά του. Την τύλιξε με το σώμα του, τα χέρια τους μπλέχτηκαν μπροστά στο στέρνο της, το κεφάλι του, ακουμπισμένο στον ώμο της.
Χάθηκαν στο άπειρο του ορίζοντα. Το φεγγάρι τους χάρισε το πιο λαμπερό του φως και την πιο μαγική αντανάκλαση στη θάλασσα.

Ξέρουν πως πια δεν είναι νέοι, πως έχασαν τα καλύτερα χρόνια τους, ο ένας μακριά από τον άλλον. Τώρα πια θα άφηναν τη ζωή να τους πηγαίνει, μέρα με τη μέρα, στιγμή τη στιγμή.

Κάποτε τους ένωσε ο ανεκπλήρωτος πόθος. Τα σώματά τους πάλλονταν κι ας μην ενώθηκαν ποτέ. Στα μαλλιά δεν υπήρχε γκρίζο, το δέρμα τους ήταν νεανικό και όμορφο, μα δεν είχαν την δύναμη να αλλάξουν τη ζωή. Τώρα τους ένωσε η προσμονή τόσων ετών, που βρήκε τον δρόμο, η ολοκλήρωση υποχρεώσεων κι επιτέλους τα θέλω, που πήραν τη θέση των πρέπει. Ε… και φυσικά, ένας φύλακας άγγελος που πάντα έβαζε το χεράκι του. Τώρα, θα ζήσουν όπως θέλουν αυτοί κι όχι όπως τους επέβαλλαν οι άλλοι. Έχοντας ο ένας τον άλλο πια. Αυτό αρκεί.
Ναι, στα ογδόντα καμιά φορά, η ζωή σου επιστρέφει ό,τι σου χρωστούσε…

Χρυσούλα Καμτσίκη

One response to “Ανεκπλήρωτος έρωτας”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading