Ο Μανωλιός πήρε την πραμάτεια του στον ώμο, την φόρτωσε στο τρίκυκλο και ξεκίνησε για την καθημερινή του γύρα στα χωριά στα περίχωρα των Χανίων. Σήμερα ήταν η σειρά του Θέρισου. Μακριά του έπεφτε, αλλά δεν έλεγε με τίποτα να το παραλείψει από τις επισκέψεις του.
Ο Μανωλιός ήταν ένας πλανόδιος πωλητής. Φόρτωνε το μικρό του όχημα με τα εμπορεύματά του και ξεκινούσε από τα χαράματα την περιοδεία μέχρι να πέσει ο ήλιος στο πέλαγος.
Σαν ένας γνήσιος κρητικός, ψηλός, ευθυτενής, μελαχρινός, με πλούσια μουστάκια, δεν πέρναγε απαρατήρητος. Αυτό που τον έκανε όμως ξεχωριστό, ήταν το βαθύ του βλέμμα που έβγαινε από δύο ολοστρόγγυλα μαύρα μάτια. Σε κοιτούσαν έστω για λίγο και σε καθήλωναν.
Ένα άλλο του προσόν ήταν η ευγένειά του, φυσικά την χρησιμοποιούσε εκεί που έπρεπε. Πού αλλού; Στις γυναίκες που τον περίμεναν για να ψωνίσουν το κατιτί τους. Τσιμπιδάκια, πορτοφολάκια, ζώνες, κουβαρίστρες, βελονάκια, κορδέλες, ψιλοπράγματα δηλαδή.
Όταν ήταν η μέρα για να περάσει από το κάθε χωριό, οι νοικοκυρές έβγαιναν στις αυλές τους και ήταν σε ετοιμότητα. Είχαν φτιάξει μία λίστα με τις παραγγελιές που του είχαν κάνει από την προηγούμενη φορά και άλλη μία με καινούριες, να του την δώσουν στο χέρι, γιατί τα λόγια ξεχνιούνται, τα γραπτά όμως όχι.
Τοποθετούσε ο Μανωλιός στην δεξιά πλευρά της καμπίνας τις παραγγελιές που έπρεπε να παραδώσει, ενώ από την άλλη τα καινούρια, φρέσκα πράγματα που έβρισκε στην αγορά. Πάντα κουβάλαγε και μια έκπληξη για τις πελάτισσές του, όπως τις ονόμαζε.
Όταν ήταν η μέρα του Θέρισου, η καρδιά του πήγαινε να σπάσει από αγωνία. Το χωριό αυτό σήμαινε πολλά για εκείνον, γιατί απλά εκεί βρισκόταν και η κρυφή του αγάπη. Καημός μεγάλος, δυνατός, που τον έκανε να ιδρώνει, να ματώνει. Ποιόν; Εκείνον που όταν περπάταγε έτριζε το πάτωμα!
Αχ ο έρωτας! Ένας μικροσκοπικός διαβολάκος που κάνει ακόμη και τον πιο δυνατό άνθρωπο να χάνει τα λογικά του.
Μακάρι να μπορούσε να μιλήσει, να της πει τον πόνο του, να της εκφράσει την αγάπη του. Αλίμονο, του ήταν αδύνατον! Γιατί απλά η αγαπημένη του ήταν δεσμευμένη. Σε λίγο καιρό, δηλαδή ίσως την άλλη βδομάδα να την έβλεπε νύφη δίπλα σε έναν άλλο άντρα και αυτό ήταν που τον πονούσε περισσότερο.
Τόσο καιρό την έβλεπε από μακριά και έλιωνε από πόθο, αλλά ήταν ένας δειλός. Τώρα το κατάλαβε, τώρα που θα την έχανε για πάντα.
Ο Μανωλιός ήταν από την φύση του ανεξάρτητος και αγαπούσε την ελευθερία. Για αυτό είχε διαλέξει να μην έχει σταθερή δουλειά, δηλαδή σε ένα συγκεκριμένο πόστο. Θα μπορούσε να γίνει μανάβης, έμπορος κρασιού, να πουλάει λάδι, να φτιάχνει σαπούνια, αλλά εκείνος θα ένιωθε εγκλωβισμένος αν κάθε μέρα έκανε τα ίδια και τα ίδια.
Το σπίτι του βρισκόταν στο κέντρο των Χανίων, στην παλιά πόλη, δίπλα στο λιμάνι και πολύ κοντά στα Νεώρεια. Όταν δεν έφευγε για τα ταξίδια του, καθόταν στην μικρή αυλή απολαμβάνοντας τον καφέ του, ατενίζοντας την θάλασσα. Και αυτήν τον τράβαγε πολλές φορές και έμοιαζε να τον καλούσε κοντά της.
Του άρεσε να χαζεύει τα πλοιάρια που έμπαιναν στο καρνάγιο για την καθιερωμένη επισκευή τους. Οι ναύτες με κόπο τα έσερναν μέσα στις αποθήκες για να τα παραδώσουν στα έμπειρα χέρια των μαστόρων και να τα παραλάβουν μετά από λίγο καιρό σαν καινούρια.
Ήταν λίγες μέρες μετά του Αη-Γιώργη, η άνοιξη στις δόξες της. Από όπου και να πέρναγες μύριζες τα τριαντάφυλλα από τους κήπους, μα τι χρώματα ήταν αυτά, τι αρώματα μεθυστικά!
Λίγο πριν φτάσει στο κέντρο της πλατείας στο Θέρισο, περνούσε από το σπίτι της γιαγιάς Αναστασίας. Αυτή η γυναίκα ήταν η αγαπημένη του, μα το ίδιο αισθανόταν και εκείνη για αυτόν, γιατί της θύμιζε τον μακαρίτη τον άντρα της στα νιάτα του.
-Ε, Μανωλιό μου πάλι σε βλέπω κατσούφη. Γιάντα καλέ μου είσαι έτσι; Τι σου συμβαίνει; Ή μάλλον κατέω. Δεν ξέρω τι να σε συμβουλέψω, γιατί η τιμή στον άντρα είναι το πιο σπουδαίο, πρέπει να έχει μπέσα. Δεν κάνει να προσβάλει τον διπλανό του, έτσι δεν είναι γιε μου; Μην κάνεις καμιά κουζουλάδα και μας βρει κανένα κακό στα καλά καθούμενα, ε;
Ο Μανωλιός κοίταζε την γιαγιά με το βλέμμα του όλο παράπονο, πώς τον καταλάβαινε όμως; Ούτε μάνα του να ήταν. Ναι, ήξερε η γυναίκα, αλλά δεν μίλαγε παραέξω γιατί ήθελε να τον προστατέψει.
-Ε, κυρ-Αναστασία, έχεις κανένα ωραίο τριαντάφυλλο να μου δώσεις; Από εκείνα με το βαθύ κόκκινο χρώμα; την ρώτησε ευθέως. Να δώσω από ένα πέταλο στις κυράδες επάνω.
Ο Μανωλιός σαν έξυπνος που ήταν θα μοίραζε σε κάθε γυναίκα και από ένα πεταλάκι, το καλύτερο θα το έδινε όμως σε εκείνη, αλλά δεν ήθελε να προδοθεί.
Το ήξερε αυτό η γιαγιά και έτσι για να μην τον στεναχωρήσει του έδωσε το ομορφότερο και το πιο μυρωδάτο.
– Έλα, πάρτο, ξέρεις εσύ, άτιμε… του είπε χαριτολογώντας.
Ο Μανωλιός ανέβηκε μέχρι την πλατεία και άρχισε το κάλεσμα με την βροντερή φωνή του.
-Ελάτε κυράδες, ήρθαν οι παραγγελιές σας. Θα σας περιμένω κάτω από τον πλάτανο όπως πάντα.
Οι γυναίκες δεν έχασαν λεπτό, η μία φώναζε στην άλλη: ‘Ήρθε ο σωτήρας μας. Άραγε θα μας έφερε ό,τι του ζητήσαμε ή το μυαλό του να το έχει στις κοπελιές και να έχει ξεχάσει τα μισά;’. Αυτά τα μισόλογα έκρυβαν πολλά αλλά που να μιλήσουν ανοιχτά οι δόλιες;
Η Αργυρώ βγήκε τελευταία. Κοιτούσε το χώμα μόνο και αναρωτιόταν αν ήταν η ιδέα της τάχα μου ότι την κοίταζε διαφορετικά εκείνη ο Μανωλιός και μόνο εκείνη.
“Μα πάλι αν αισθανόταν κάτι για μένα, γιατί δεν έχει μιλήσει τόσο καιρό;”, σκεφτόταν. “Τώρα είναι αργά, ο πατέρας μου με έχει τάξει στον Μηνά, εγώ δεν έχω λόγο πια. Σύντομα θα είμαι κυρία Παπαδογιαννάκη. Την άλλη Κυριακή θα φορέσω την νυφιάτικη στολή μου και θα σταθώ δίπλα στον άντρα που με έχει επιλέξει για γυναίκα του. Δεν γίνεται να έχω το μυαλό μου αλλού”. Αυτά σκεφτόταν η κοπέλα πλησιάζοντας τον Μανωλιό αλλά η καρδιά της πήγαινε να σπάσει από φόβο.
Οι γυναίκες τον καλημέρισαν, το ίδιο έκανε και η Αργυρώ. Ο Μανωλιός τις καλωσόρισε, φόρεσε και το καλό του χαμόγελο, αλλά μόλις αντίκρυσε την κοπελιά η ανάσα του έγινε πιο βαριά.
-Βρε καλώς τες, ελάτε να δείτε τις σας έχω φέρει. Όλα τα βρήκα, δεν παρέλειψα τίποτα.
Τα γελάκια δεν έφυγαν από τα χείλη τους, η καθεμία τον πλεύρισε με αγωνία για το τι θα τους παρέδιδε.
Ο Μανωλιός πήρε στο χέρι του το τριαντάφυλλο, άρχισε να το μαδάει και έδωσε από ένα πέταλο στην κάθε γυναίκα. Το εσωτερικό του όμως το κράτησε για το τέλος. Το έφερε στα χείλια του, το φίλησε διακριτικά και το έδωσε σε εκείνη.
Το χέρι του ψιλοέτρεμε, την κοίταξε στα μάτια με το βαθύ του βλέμμα σαν να της μίλαγε με τα λόγια: ‘Πόσο σε ποθώ Αργυρώ μου, πόσο σ’ αγαπώ, αλλά συγχωράμε με που δεν σου έχω μιλήσει τόσο καιρό’.
Εκείνη ένιωσε αμηχανία, η ράχη της ηλεκτρίστηκε, τα μάτια της θόλωσαν από δάκρια που τα συγκράτησε με το ζόρι και με τρεμάμενη φωνή τον ευχαρίστησε για το λουλούδι.
Η Μαριώ, η φίλη της, που είχε αντιληφθεί το συμβάν, για να σπάσει ο πάγος άρχισε την κουβέντα χαριτολογώντας..
-Ε, Μανωλιό μήπως ήρθε η ώρα να μας δώσεις τα πράγματά μας, να πάμε κι εμείς μετά να βάλουμε κανένα τσουκάλι στην φωτιά; Θα έρθει ο κύρης μου και φαΐ δεν θα βρει!
-Και τι θα ψήσεις σήμερα κυρά Μαριώ μου, να έρθω κι εγώ να φάω κάτι από τα χεράκια σου;
-Φακές θα ψήσω σήμερις, κόπιασε, θα έχω και ελιές και ψωμί ζυμωτό. Καλώς να ορίσεις.
-Αστειεύομαι καλέ, αλλά άλλη φορά θα έρθω. Σήμερα είμαι βιαστικός.
Και πώς να μην ήταν; Αχ, να μπορούσε να την πάρει στην αγκαλιά του την γυναίκα που στεκόταν απέναντί του, να μυρίσει τα μαλλιά της, να πιάσει το γλυκό της πρόσωπο ανάμεσα στα χέρια του και να φιλήσει τα μάτια της.
Σε μια στιγμή καθώς ο ήλιος έπεφτε κατακόρυφα πάνω του ζαλίστηκε και του φάνηκε ότι το όνειρό του είχε γίνει πραγματικότητα. Έκανε ένα βήμα πίσω, να σιγουρευτεί ότι δεν έχει κάνει καμιά τρέλα.
Η Αργυρώ τον πλησίασε διστακτικά και τον ρώτησε με την ζεστή φωνή της.
-Μου ’φερες και μένα Μανωλιό τα τσιμπιδάκια μου και τα στολίδια που σου είχα ζητήσει; Ξέρεις την άλλη Κυριακή παντρεύομαι και θέλω να τα στολίσω στα μαλλιά μου.
-Ναι, σου τα ’φερα, απάντησε με σοβαρότητα. Πώς είναι να δυνατόν να σε ξεχάσω; Δεν ξεχνιέσαι εσύ! Εδά, στα δίνω αμέσως.
Άνοιξε την πόρτα του τρίκυκλου, πήρε στα χέρια του ένα κουτί λευκό που είχε βρει στην αγορά, και εκεί μέσα είχε βάλει ότι του είχε ζητήσει εκείνη. Από πάνω είχε τοποθετήσει ένα άλλο τριαντάφυλλο κόκκινο, σαν το αίμα, για να της δώσει να καταλάβει το πώς αισθανόταν για εκείνη.
Η Αργυρώ το πήρε στα χέρια της, το άνοιξε με αγωνία και όταν είδε το λουλούδι πάνω πάνω χλόμιασε για λίγο. Δεν είπε όμως κουβέντα, μην τυχόν και δημιουργήσει λάθος εντυπώσεις.
Τον ευχαρίστησε και κίνησε να φύγει γρήγορα γιατί αν έμενε ίσως τα πράγματα να κυλούσαν διαφορετικά.
Ο Μανωλιός την σταμάτησε για λίγο πιάνοντάς της το χέρι. Τα δάκτυλά του, σαν τανάλιες, έσφιξαν τα δικά της μην και του φύγουν, ήθελε να την κάνει να νιώσει τους χτύπους της καρδιάς του, την αγωνία, τον φόβο του.
Αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα την κοίταξε στα μάτια χωρίς να πει κουβέντα, το βλέμμα του τα έλεγε όλα.
Εκείνη αισθάνθηκε την φλόγα του που για λίγο δεν της ήταν αδιάφορη, αλλά η λογική επικράτησε της καρδιάς της.
Ναι, θα μπορούσε να γυρίσει την πλάτη της στην οικογένειά της, στα ήθη, στο χωριό, στον Μηνά. Να φύγει όμως με έναν άντρα στο πουθενά; Γιατί αν έκανε κάτι τέτοιο το σίγουρο θα ήταν ότι όπου κι αν κρύβονταν, η ζωή τους δεν θα ήταν πια η ίδια.
Η Αργυρώ τον ευχαρίστησε για άλλη μια φορά για τον ενδιαφέρον του και του γύρισε σιγά σιγά την πλάτη. Αυτό της έλεγε η λογική της να κάνει και το έκανε.
Είχε ετοιμάσει άλλη μια λίστα με νέα παραγγελία, αλλά δεν την έδωσε. Γιατί σε έναν μήνα που θα ξαναβρισκόταν ο Μανωλιός στο χωριό της, εκείνη πια θα ανήκε και επίσημα σε άλλον.
Από εκείνη την ημέρα ο πραματευτής δεν ξαναεπισκέφτηκε τα μέρη αυτά. Όταν ήρθε η μέρα του γάμου εκείνος είχε πάρει τις αποφάσεις του. Θα έφευγε με το πρώτο πλοίο που θα ήταν διαθέσιμο για πολύ μακρινά μέρη. Δεν θα επέστρεφε στον τόπο που αγαπούσε τόσο γιατί δεν θα ήταν αυτός που θα την αγκάλιαζε, ούτε αυτός που θα της φιλούσε τα μάτια. Ίσως να βρισκόταν κάποια άλλη που θα την έκανε γυναίκα του, αλλά ποια θα έπαιρνε την θέση της Αργυρώς στην καρδιά του;
Έφυγε για χώρες μακρινές, κατέβηκε σε πολλά λιμάνια, σε μέρη που άλλοι άντρες χαίρονταν τον έρωτα. Λίγες ήταν οι φορές που βρήκε παρηγοριά σε ξένη αγκαλιά, κάθε φορά την Αργυρώ σκεφτόταν και αναστέναζε βαθιά.
Στις δύσκολες στιγμές έπαιρνε ένα φύλλο χαρτιού, ένα μολύβι και κατέγραφε τις σκέψεις του. Έτσι άρχισε να γράφει στίχους για μαντινάδες. Όλες μιλούσαν για εκείνη την μελαχρινή κοπέλα με τα κόκκινα χείλια.
Κάποιες φορές που το πλοίο έπιανε Χανιά, δεν κατέβαινε καθόλου, από φόβο μην συναντήσει κανέναν γνωστό και του μεταφέρει νέα από τον Θέρισσο. Τόσο πολύ φοβόταν τον εαυτό του, μην κάνει καμιά τρέλα.
Η Αργυρώ πέρασε δεκαπέντε καλά χρόνια στο πλάι του Μηνά, αλλά η μοίρα την ήθελε να χηρέψει νέα. Αφοσιώθηκε στα κοπέλια της και στο σπίτι της. Δεν ξαναπαντρεύτηκε, αν και πολλοί ήταν εκείνοι που την ζήτησαν.
Ίσως αν ήταν ο Μανωλιός κοντά της να είχε αλλάξει γνώμη. Ίσως αν δεν του είχε γυρίσει την πλάτη να ήταν μαζί του από τότε, ίσως αν εκείνος είχε τολμήσει να της φανερώσει τον έρωτά του να ήταν ό ένας στο πλάι του άλλου, ίσως… ίσως…
Ποτέ δεν ξέρουμε αν οι αποφάσεις που παίρνουμε εκείνη την στιγμή είναι οι σωστές. Ο χρόνος είναι εκείνος που κάνει την δουλειά για μας.
Εγώ ένα ξέρω μόνο, ότι όταν δύο άνθρωποι αγαπιούνται πραγματικά και αληθινά πρέπει να είναι μαζί. Τέλος!
Δήμητρα Καμπόλη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
Κι ας πάρει φωτιά ο κόσμος όλος!
Ανεκπλήρωτος έρωτας
