Πέντε χρόνια πριν…
Η πόρτα ενός αρχοντικού ανοίγει αθόρυβα. Μια γυναικεία φιγούρα γλιστρά έξω και απομακρύνεται μέσα στη νυχτιά. Το μόνο που φαίνεται, είναι το λευκό παλτό της να ανεμίζει.
Σήμερα…
Ο Μαξ Μπλάκγουελ, έκλεισε τον φάκελο της καινούριας ηλικιωμένης τροφίμου του ψυχιατρείου και κοίταξε από το παράθυρο. Είχε βραδιάσει. Το χιόνι έπεφτε πυκνό στους δρόμους του Λονδίνου. Έτριψε τα μάτια του. Η υπόθεση της Στέλλας Ντόουβ παρέμενε μυστήριο.
Είχε βρεθεί να περιπλανιέται, χωρίς μνήμη και συναίσθηση του πού βρισκόταν. Ένα κατάλευκο γούνινο παλτό, ήταν ριγμένο στο κατά τα άλλα γυμνό κορμί της. Άρπαζε τους περαστικούς από τα χέρια και ούρλιαζε το συγκεκριμένο όνομα: Στέλλα Ντόουβ. Την αγνόησαν στην αρχή. Όμως όσο περνούσε η ώρα γινόταν όλο και πιο επιθετική και αναγκάστηκαν να καλέσουν την αστυνομία. Αδυνατώντας να ταυτοποιήσουν τα στοιχεία της, αποφάνθηκαν τον εγκλεισμό της σε ψυχιατρείο, χωρίς να γνωρίζουν τι στα αλήθεια της συνέβαινε.
Ξεφύλλισε πάλι τον φάκελό της κι αφού διάβασε τις λιγοστές πληροφορίες τον έσπρωξε παραπέρα ξεφυσώντας.
***
Την ίδια στιγμή, στο μικρό χωριό του Μέλβιλ, ο μικρός Σάιμον Φέρυγκολντ ξύπνησε απότομα με δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά του. Κάρφωσε το βλέμμα στους πλανήτες που φωσφόριζαν στην οροφή του δωματίου του, προσπαθώντας να ξορκίσει τα στοιχειωμένα όνειρα που τον επισκέπτονταν κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια. Αυτή τη φορά, οι εφιάλτες είχαν λευκό χρώμα και πετούσαν. Το σχήμα τους όμως ήταν απροσδιόριστο. Έμοιαζε με…
***
«Περιστέρια» ψιθύρισε η Στέλλα και ο Μαξ την κοίταξε σκεπτικός.
Ήταν η πρώτη φορά που έλεγε κάτι πέρα από το όνομά της.
«Σου αρέσουν τα περιστέρια;»
Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
«Είναι λευκά σαν περιστέρια».
«Ποια;»
Δεν απάντησε. Βυθίστηκε πάλι στη λήθη του μυαλού της, έγειρε το κεφάλι στο πλάι και τον κοίταξε ανέκφραστη.
Ο Μαξ έσφιξε τα χείλη.
Άλλη μια ασυνάρτητη αναλαμπή, σκέφτηκε.
Βγήκε από το δωμάτιο, αφήνοντάς την μόνη. Η γυναίκα σήκωσε αργά το μανίκι κι άρχισε να μπήγει τα νύχια στη σάρκα της σιγομουρμουρίζοντας. Όταν τελείωσε, είχε χαράξει το τέλειο σχήμα ενός τριαντάφυλλου.
***
«Σάιμον τι κάνεις εκεί;»
Η μητέρα του όρμησε έντρομη στο δωμάτιο καθώς η φωνή του αγοριού, που σιγοτραγουδούσε εν αγνοία του το τραγούδι της Στέλλας, είχε πλέον δυναμώσει. Ο μικρός δεν την άκουγε. Έξυνε με μανία το εσωτερικό σημείο του αριστερού του καρπού. Η γυναίκα τον τράνταξε και του τράβηξε απότομα το χέρι. Έντρομη διαπίστωσε, πως είχε χαράξει το τέλειο σχήμα ενός τριαντάφυλλου.
***
«Περάστε» απάντησε ο Μαξ στο χτύπημα της πόρτας του γραφείου του.
Ένας νέος άντρας στάθηκε στο άνοιγμα.
«Κάρλτον Χέυγουορθ» συστήθηκε.
Το βλέμμα του γιατρού, στάθηκε στη μακριά, μαύρη καμπαρντίνα του – που ήταν σχεδόν λευκή από το χιόνι – στα ξανθά του μαλλιά, που ήταν χτενισμένα σε μια κομψή αλογοουρά στη βάση του αυχένα και στο χρυσό ρολόι που στόλιζε τον καρπό του. Ο άνθρωπος αυτός, απέπνεε έναν αέρα πολυτέλειας, και σίγουρα το ψυχιατρείο, ήταν το τελευταίο μέρος που θα περίμενε να τον συναντήσει κάποιος.
«Ενδιαφέρομαι για μια τρόφιμό σας».
Ο Μαξ του έκανε νόημα να περάσει. Ο Κάρλτον κάθισε σε μια καρέκλα απέναντί του.
«Το όνομά της είναι Στέλλα Ντόουβ».
«Γνωρίζετε τη Στέλλα;»
«Όχι, αλλά πιστεύω πως εκείνη γνώριζε τη γυναίκα μου που εξαφανίστηκε πριν από πέντε χρόνια. Στις φωτογραφίες στο ίντερνετ, φοράει το παλτό της».
Όταν αργότερα μπήκαν στο δωμάτιο της Στέλλας, τη βρήκαν να χαϊδεύει αφηρημένη το τριανταφυλλένιο σχήμα στον καρπό του χεριού της. Μόλις αντίκρισε τους δύο άντρες σταμάτησε απότομα.
«Στέλλα» άρχισε ο Μαξ και την πλησίασε «ο κύριος Χέυγουορθ θέλει να σου μιλήσει».
Πριν προλάβει ο Κάρλτον να αντιδράσει, εκείνη πετάχτηκε όρθια, κρύφτηκε πίσω από τον Μαξ και άρχισε να ουρλιάζει τρομοκρατημένη.
«Όχι, όχι, όχι!» φώναζε τρέμοντας.
Ο Κάρλτον έμεινε να την κοιτά αποσβολωμένος.
«Κύριε Χέυγουορθ» άρχισε ο γιατρός «παρακαλώ πηγαίνετε. Η ασθενής… Α!» έβγαλε ένα επιφώνημα πόνου αφού η Στέλλα τον άρπαξε από το μπράτσο μπήγοντας τα νύχια στη σάρκα του. «Φύγε!» φώναξε στον Κάρλτον που δεν φαινόταν να έχει συνειδητοποιήσει τι έπρεπε να κάνει.
Ο άντρας ανοιγόκλεισε γρήγορα τα μάτια και απομακρύνθηκε βιαστικά.
Όταν κατάφερε να ηρεμήσει η γυναίκα, η ώρα ήταν περασμένη, η χιονόπτωση είχε πυκνώσει και ο Μαξ αναγκάστηκε να κοιμηθεί στο γραφείο του. Μόλις ξύπνησε, αποφάσισε να ρίξει μια ματιά στην ηλικιωμένη τρόφιμο.
Πλησιάζοντας έξω από το δωμάτιό της, άκουσε πνιχτούς θορύβους. Άνοιξε απότομα την πόρτα και αντίκρισε τον Κάρλτον να προσπαθεί να την πνίξει με ένα μαξιλάρι. Χίμηξε αμέσως πάνω του και τον απομάκρυνε. Εκείνος ξέφυγε από τη λαβή του, στάθηκε λαχανιασμένος δίπλα στην πόρτα και τους κοίταξε με βλέμμα τρελό. Τα μέχρι πρότινος καλοχτενισμένα μαλλιά του έπεφταν άτσαλα στο πρόσωπό του που ήταν γεμάτο αμυχές. Τα ρούχα του ήταν σκισμένα. Η άτυχη γυναίκα που τώρα είχε κουρνιάσει στο κρεβάτι, κρυμμένη πίσω από το σώμα του Μαξ, είχε παλέψει για τη ζωή της με όσες δυνάμεις της είχαν απομείνει.
«Δεν είναι…» πάσχισε να βρει την ανάσα του ο Κάρλτον «αυτή που νομίζεις».
Ο Μαξ τον έσυρε έξω από το δωμάτιο και τον χτύπησε στο πρόσωπο. Ο αντίπαλός του αναγκάστηκε να ανταποδώσει. Οι δυο άντρες πιάστηκαν στα χέρια, με τη μάχη να αποδεικνύεται μοιραία για τον Κάρλτον. Πάνω στην πάλη, έπεσε με δύναμη στο πάτωμα χτυπώντας το κεφάλι του. Το σώμα του έμεινε ακίνητο σε μια περίεργη στάση. Δίχως να ελέγξει αν ήταν ακόμη ζωντανός, ο Μαξ έσπευσε στο δωμάτιο της ασθενούς για να διαπιστώσει πως η γυναίκα το είχε σκάσει. Έτρεξε στην έξοδο και διαπίστωσε πως το αφράτο χιόνι ήταν διάσπαρτο με τις πατημασιές της. Χωρίς δεύτερη σκέψη, τις ακολούθησε.
Το τσουχτερό κρύο, περόνιαζε το δέρμα του. Ο παγωμένος αέρας έκανε τα μάτια και κάθε γυμνό σημείο του κορμιού του να τσούζει. Έσφιξε πάνω του τη λεπτή ιατρική του ρόμπα και με μισόκλειστα μάτια συνέχισε να ακολουθεί τα ίχνη της με τον άνεμο να σφυρίζει στα αυτιά του.
Ξάφνου, μετά από μια απότομη κρίση βήχα, το πέπλο χιονιού έγινε λεπτότερο, ο αέρας κόπασε και το κρύο έγινε πιο υποφερτό. Ο Μαξ κοίταξε γύρω του.
Στεκόταν στο κέντρο μιας τεράστιας χιονισμένης έκτασης, διάσπαρτης με αμέτρητα λευκά τριαντάφυλλα. Γονάτισε και τα παρατήρησε. Μικροσκοπικές παγωμένες σταγόνες λαμπύριζαν πάνω στα πέταλά τους. Τα ψηλάφισε κι αμέσως του ξέφυγε ένα επιφώνημα πόνου. Η σταγόνα, ήταν τόσο κοφτερή, που του έσχισε το δέρμα. Αίμα έτρεξε από την πληγή πάνω στο ρόδο. Έντρομος, παρατήρησε το λουλούδι να το ρουφά αχόρταγα. Μικροσκοπικές, κόκκινες φλέβες εμφανίστηκαν στιγμιαία πάνω στα πέταλά του για να εξαφανιστούν μεμιάς. Το έδαφος γύρω του άρχισε να πάλλεται. Ένας περίεργος ήχος που έμοιαζε με σύρσιμο απλώθηκε γύρω του. Μόνο που εκτός από το σύρσιμο, ακουγόταν και κάτι άλλο, ακόμη πιο παράταιρο με το όλο σκηνικό: ένα γέλιο, ένα πονηρό γέλιο που ξεχείλιζε κακία. Στράφηκε κατατρομαγμένος προς την πηγή του.
Η Στέλλα στεκόταν ήρεμη, με το βλέμμα καρφωμένο πάνω του. Ξεκούμπωσε το λευκό παλτό της. Ο Μαξ είδε την καρδιά της να χτυπά μέσα από το στήθος της και να εξογκώνεται, παίρνοντας το σχήμα ενός τριαντάφυλλου. Πριν προλάβει να αντιδράσει, ένιωσε κάτι να τυλίγεται γύρω από τους αστραγάλους του και να τον ρίχνει κάτω. Ακινητοποιημένος πλέον, πρόλαβε να δει τις ρίζες να έχουν γραπώσει τα πόδια και τους καρπούς του. Η γυναίκα ξάπλωσε δίπλα του κι έκλεισε τα μάτια. Τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα τρύπησαν με μανία τη σάρκα του. Κι εκείνος ένιωσε το αίμα του να στραγγίζει και τη ζωή να γλιστρά από μέσα του. Το τελευταίο που πρόλαβε να δει, πριν κλείσει για πάντα τα μάτια του, ήταν μια νεαρή, πανέμορφη κοπέλα να σηκώνεται από δίπλα του και να φορά το γούνινο παλτό που είχε νωρίτερα η ηλικιωμένη.
Η νεαρή πλέον Στέλλα Ντόουβ, ή αλλιώς, Νάντια Χέυγουορθ, συζύγου του Κάρλτον Χέυγουορθ, τίναξε τη χαίτη των κατάξανθων μαλλιών της και απομακρύνθηκε.
***
Μια εβδομάδα μετά…
Ο μικρός Σάιμον, καθόταν στο θρανίο και περίμενε υπομονετικά να ξεκινήσει το μάθημα. Η πόρτα της τάξης άνοιξε και οι ομιλίες των υπόλοιπων παιδιών, σώπασαν μεμιάς λες και απλώθηκε πάνω τους ένα πέπλο σιωπής.
Το αγόρι ένιωσε ένα δυνατό τσούξιμο στο εσωτερικό μέρος του καρπού του, στο σημείο που είχε χαράξει το τριαντάφυλλο.
Η κατάξανθη κοπέλα που μόλις είχε μπει μέσα, χαμογέλασε κι ακούμπησε το κατάλευκο παλτό της στην καρέκλα.
«Καλησπέρα σας, είμαι η καινούρια σας δασκάλα».
Ερωδίτη Παπαποστόλου
