Η Ειμαρμένη – Μέρος Πρώτο

“Ελάτε, είναι 11 η ώρα! Ας γυρίσουμε στο κάμπινγκ!”, παρότρυνε την παρέα ο Γιώργος και με βαριά καρδιά οι άλλοι τρεις βγήκαν από τη θάλασσα και μάζεψαν τα πράγματά τους.
“Ε, ας πάμε από τον άλλο δρόμο απόψε!”, πρότεινε η Ειρήνη και κανείς δεν έφερε αντίρρηση.

Το φεγγάρι ήταν ολόγιομο και φώτιζε σαν προβολέας κάθε σπιθαμή του δρόμου.
Στη διαδρομή πέρασαν μέσα από πλατάνια και η δροσιά τους σε συνδυασμό με αυτή την μοναδική μυρωδιά του νοτισμένου χώματος, δικαίωσε την παρέα που αποφάσισε να αλλάξει μονοπάτι απόψε.

Όταν πια πέρασαν και τα δέντρα βγήκαν σε έναν χαλικόδρομο κι από εκεί το κάμπινγκ ήταν στα 10 λεπτά. Περπατούσαν και συζητούσαν για το τι θα φάνε και πού τέτοια ώρα, όταν η Ειρήνη τους φώναξε: “Κοιτάξτε καλέ, ένα σπίτι!!” και όλοι σταμάτησαν και το κοίταξαν με δέος.
“Η εξοχική κατοικία του Μπρούς Γουέιν είναι;”, είπε ο Λευτέρης και γέλασαν και οι 4 δυνατά. Η Ειρήνη, όμως, που ήδη περιεργαζόταν με το βλέμμα της το σπίτι και το γύρω οικόπεδο σοβάρεψε απότομα.
“Ρε σταματήστε! Κοιτάξτε! Τα κάγκελα είναι όλα σκουριασμένα, αλλά το γρασίδι μέσα είναι περιποιημένο. Να, εκεί στα δεξιά έχει και ένα μικρό μποστάνι με… ντομάτες; πιπεριές; Τι να είναι;”, προσπαθούσε να διακρίνει και άθελά της, στηριζόμενη πάνω στα κάγκελα, δύο από αυτά υποχώρησαν και βρέθηκε ξαπλωμένη μέσα στην αυλή και τα κάγκελα από κάτω της.
“Ειρήνη!”, φώναξαν όλοι μαζί και χωρίς δεύτερη σκέψη πήγαν δίπλα της. Ευτυχώς δεν είχε τραυματιστεί από κάποιο σκουριασμένο κομμάτι, αλλά το καρούμπαλο στο κεφάλι της ήταν ήδη εμφανέστατο.
“Ευτυχώς είσαι καλά!”, της είπε η Μυρτώ, η τέταρτη της παρέας και την βοήθησε να σηκωθεί. “Άντε πάμε να φύγουμε τώρα…”.
“Τι λες καλέ; Δεν βλέπεις εκεί το μεγάλο μονοπάτι που οδηγεί στην πόρτα του σπιτιού; Έχει παντού φώτα! Αποκλείεται να είναι εγκαταλελειμμένο… Και στο βάθος αριστερά υπάρχει μια προτομή! Ποιανού να είναι; Τώρα θα πάω να χτυπήσω το κουδούνι. Έχω τόσα να ρωτήσω τον ιδιοκτήτη! Ξέρετε πόσο μου αρέσει να εξερευνώ την Ιστορία! Μην μου το χαλάσετε τώρα! Πάμεεε!”, είπε η Ειρήνη, ενώ ήδη είχε ξεκινήσει να περπατάει και οι υπόλοιποι της έκαναν το χατίρι.

Έτσι, περπάτησαν για κάποια λεπτά στον μεγάλο, γεμάτο φύλλα, διάδρομο, ώσπου πριν φτάσουν στην πόρτα, η Ειρήνη έστριψε απότομα αριστερά και με δύο δρασκελιές έφτασε μπροστά στο άγαλμα. Το κοίταζε με τόση προσοχή…
“Πόση λεπτομέρεια…”, σκέφτηκε. “Μαλλιά, αλλά με μικρή αραίωση μπροστά, ρυτίδες στο πρόσωπο, μεγάλη μύτη και μικρά χείλη και πόσο εκφραστικά μάτια… σαν να σε κοιτάζουν… Τι χρώμα να ήταν; Φοράει και γυαλιά… Πρέπει να ήταν 60, 70 χρόνων;”.

Ο Λευτέρης πρόσεξε ένα πηγάδι ακριβώς πίσω από το άγαλμα.
“Ε, κοιτάξτε εκεί!”, τους είπε δυνατά και το έδειξε με το δάχτυλο.
“Πω πω όσο καθαρό και κάτασπρο είναι το άγαλμα, τόσο βρώμικο και παρατημένο είναι το πηγάδι!”, διαπίστωσε για ακόμη μια φορά η Ειρήνη και πήγε κοντά. Ήταν όλο από πέτρα και το άνοιγμά του σκέπαζε ένα βαρύ καραβόπανο. Άπλωσε τα χέρια της να το τραβήξει και τότε μια γλυκιά, άγνωστη, φωνή ακούστηκε πίσω τους…

“Παιδιά χαθήκατε;”, τους ρώτησε μια κοντή γριούλα, με άσπρα μαλλιά και γαλάζια μάτια, η οποία κρατούσε στο ένα χέρι ένα φανάρι και στο άλλο τη μαγκούρα της.
“Χίλια συγνώμη…”, είπε ο Γιώργος. “Ξέρετε, εμείς μένουμε στο κάμπινγκ λίγο πιο κάτω και… να… η φίλη μας η Ειρήνη από εδώ είναι ιστορικός και ήθελε σώνει και ντε να σας ενοχλήσουμε βραδιάτικα να μάθει για την προτομή και την ιστορία…”.
“Χαρά μου!”, τον διέκοψε η γριούλα. “Δεν με ενοχλείτε παιδιά μου… Ζω μόνη μου και λίγη παρέα θα μου κάνει καλό. Περάστε μέσα…”, τους πρότεινε και τους έδειξε την ανοιχτή πόρτα της εισόδου με την μαγκούρα της.

Και οι 4 δίστασαν…
“Καλύτερα να μην σας ενοχλούμε…”, πήρε τον λόγο ο Λευτέρης και πιάνοντας τα κορίτσια από τα μπράτσα, έκανε νόημα στον Γιώργο να φύγουν.
“Θα στερήσετε από τη φίλη σας την Ειρήνη την ευκαιρία να μάθει ποιος ήταν αυτός ο άντρας; Να δει το σπιτικό του; Ξέρεις κόρη μου, όλα μέσα είναι όπως τα άφησε εκείνος…”, ολοκλήρωσε και χαμογέλασε γλυκά.

Δεν χρειαζόταν να πει κάτι άλλο για να εξάψει την περιέργεια της Ειρήνης, η οποία προσπέρασε τους φίλους της και στάθηκε δίπλα στη γριούλα:
“Πώς σας λένε;”, τη ρώτησε.
“Ειμαρμένη”, της απάντησε και η Ειρήνη ενθουσιάστηκε ακόμα περισσότερο.
“Δηλαδή σαν να λέμε… Μοίρα;”.
“Ακριβώς”.
“Άντε παιδιά πάμε, τι περιμένουμε; Πού θα ξαναβρούμε ευκαιρία να μπούμε σε αρχοντικό και μάλιστα να έχουμε τέτοια οικοδέσποινα;”, είπε δυνατά η Ειρήνη κι εκείνοι ακολούθησαν. Από τη μια γιατί ανυπομονούσαν κι εκείνοι να δουν τι ‘θησαυρούς’ έκρυβε αυτό το ‘παλάτι’, από την άλλη γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσουν την Ειρήνη μόνη της με μια άγνωστη, όσο καλοσυνάτη κι αν έδειχνε…

Περνώντας το κατώφλι, τα μάτια και των τεσσάρων άνοιξαν διάπλατα.
Εξωτερικά το σπίτι ήταν όλο από πέτρα και το μπαλκόνι του ορόφου είχε σχεδιαστεί έτσι που να το κάνει να μοιάζει με κάστρο, αλλά και εσωτερικά το πάτωμα ήταν όλο από πανάκριβο ξύλο και οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με μεγάλα κάδρα, κηροπήγια, γιαταγάνια και βαλσαμωμένα άγρια ζώα. Για να μην μιλήσουμε για τους πολυελαίους, που εκτός από τεράστιοι, κρέμονταν από όλους διαμάντια. Και μπροστά τους μια σκάλα με ένα κόκκινο, ατέλειωτο χαλί που ξεκινούσε από την είσοδο και κατέληγε ένας θεός ξέρει πού.

“Ελάτε από εδώ να σας φτιάξω ένα τσάι. Δεν έχω κάτι άλλο δυστυχώς”, τους είπε η γλυκιά γιαγιούλα και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο που ήταν αριστερά της εισόδου, την κουζίνα.

Προφανώς και μέσα υπήρχε μια μοναδικής ομορφιάς τραπεζαρία, ξύλινη, με μαόνι και σκαλιστά σχέδια στα πόδια και πάνω ένα τραπεζομάντηλο, κεντημένο στο χέρι με κυπαρισσί και χρυσές κλωστές. Απεικόνιζε μια σκηνή κυνηγιού.

Τα παιδιά άφησαν τα πράγματά τους σε μια γωνιά και έκατσαν στο τραπέζι. Η Ειμαρμένη τους σέρβιρε σε πορσελάνινα σερβίτσια και αφού έβγαλε και λίγο μέλι και λεμόνι, το εναπόθεσε στο κέντρο του τραπεζιού, έκατσε δίπλα στον Λευτέρη και απέναντι από την Ειρήνη και τους ρώτησε ξανά φυσώντας το τσάι της
– Τι σας έφερε εδώ; Χαθήκατε;

Η Ειρήνη ξεροκατάπιε και πήρε το λόγο:
– Όπως σας είπε και ο Γιώργος…
– Α μα τι αγενής! Δεν ξέρω τα ονόματά σας. Ειρήνη, Γιώργος…
– Μυρτώ.
– Λευτέρης.
– Πολύ ωραία, μπορείς να συνεχίσεις τώρα Ειρήνη μου…
– Ναι, όπως σας είπε και ο Γιώργος, σπουδάζω Ιστορία και τόσο η αρχιτεκτονική του σπιτιού, όσο και η προτομή στην αυλή σας μου κίνησαν την περιέργεια. Βέβαια, δεν παραβιάσαμε το σπίτι! Η περιέργειά μου φταίει για όλα, που στηρίχτηκα στα κάγκελα και δύο από αυτά ξεκόλλησαν… Θα σας αποζημιώσω… Και κάπως έτσι βρέθηκα δίπλα από τις ντοματιές σας!
– Αχ αυτά τα κάγκελα… Βλέπεις η θάλασσα τα τρώει… Δεν βαριέσαι… Λοιπόν, θα κοιμηθείτε εδώ απόψε να έχω και παρέα τώρα που σας γνώρισα και αύριο πρωί θα μάθεις ό,τι θέλεις! είπε η γριούλα και δεν άφησε περιθώρια για αντιρρήσεις. Τελειώστε το τσάι σας να ανέβουμε πάνω να σας δείξω τα δωμάτιά σας.

Κι έτσι έγινε. Ο καθένας μπήκε σε διαφορετικό δωμάτιο, μιας και υπήρχαν πάνω από 6 στον όροφο. Όλα με παλιά κρεβάτια, με ατσάλινο σκελετό που έτριζε με την οποιαδήποτε κίνηση. Είχαν και από μία τουαλέτα με καθρέφτη στο κέντρο και συρτάρια από κάτω. Ηλεκτρικό όμως δεν είχε στον όροφο κι έτσι η γριά Ειμαρμένη τους άφησε από ένα φαναράκι πετρελαίου και τους ευχήθηκε καλό ξημέρωμα…

Τα κρεβάτια ήταν πολύ βολικά με στρώματα που αγκάλιαζαν το σώμα.
Τόσα βράδια στο κάμπινγκ, ήταν σαν να έμεναν σε πολυτελές ξενοδοχείο!
Η Ειρήνη όμως δεν μπορούσε να κοιμηθεί και αποφάσισε να ρισκάρει τον θόρυβο και να βγει στο μπαλκόνι.

Τόσο το κρεβάτι, όσο και η μπαλκονόπορτα την πρόδωσαν, αλλά η θέα την αποζημίωσε. Θάλασσα, φεγγάρι, πράσινο και απόλυτη σιωπή… Πήρε μια βαθιά ανάσα και στερεώθηκε με τις παλάμες της στην άκρη του μπαλκονιού.

Το ελαφρύ κύμα στην άκρη της θάλασσας ακουγόταν πεντακάθαρα, όπως και οι γρύλοι, όταν ένα παράξενο φως από το τελευταίο δωμάτιο του ορόφου της τράβηξε την προσοχή…
“Χμ ούτε η Μυρτώ κοιμάται… Δύο είναι καλύτερα από έναν”, είπε δυνατά και αποφάσισε να πάει να βρει τη φίλη της.

Αυτή τη φορά πρόσεξε να μην κάνει θόρυβο κι έτσι επέλεξε να πλαγιάσει και να μην κλείσει τελείως το παράθυρο, πήρε το φαναράκι της, γύρισε με πολύ αργές κινήσεις το πόμολο της πόρτας και περπατώντας στις μύτες των ποδιών της έφτασε μπροστά στην πόρτα της Μυρτούς.
“Μυρτώ;”, είπε ψιθυριστά δύο τρεις φορές μέχρι που την άκουσε και άνοιξε. Κοίταξε δεξιά και αριστερά του διαδρόμου και την τράβηξε με δύναμη μέσα. Έκλεισε προσεκτικά την πόρτα και την κλείδωσε.
“Γιατί τόση ένταση;”, ρώτησε φανερά ενοχλημένη η Ειρήνη.
“Δες εδώ τι βρήκα μέσα στο συρτάρι και μετά πες μου!”, της είπε η Μυρτώ και της πρότεινε με τρεμάμενα χέρια έναν πάπυρο, ο οποίος ήταν σφραγισμένος με μια κόκκινη βούλα από κερί που πάνω της απεικονίζονταν 2 γιαταγάνια και μια νεκροκεφαλή στη μέση και ήταν δεμένος με ένα μικρό μπλε βιβλιαράκι.
Ως μελλοντική ιστορικός αναγνώρισε αμέσως την σφραγίδα!

Αγγελική Ανδριοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Η Ειμαρμένη – Μέρος Πρώτο”

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading