[Σημείωση: Φέτος (2024), εκτός απροόπτου, θα δημοσιευτεί το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματός μου σε συνέχειες, «Η Εντολή της Κόμισσας». Μέχρι τότε, θα δημοσιευτούν μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
***
Το πλοίο φάντασμα
του Σων Φόρτσουν
(Τεύχος Ιουνίου, 1885, σελ. 13-20)
Αγαπημένε μου αναγνώστη,
Υποθέτω ότι έχεις διαβάσει ή ακούσει πολλές ιστορίες για στοιχειωμένα πλοία που περιδιαβαίνουν τους ωκεανούς ή που άλλα καράβια τα βρίσκουν να επιπλέουν άδεια, χωρίς πλήρωμα. Συνήθως, παρουσιάζουν ένα θλιβερό θέαμα, γιατί πρόκειται για πάλαι ποτέ μεγαλόπρεπα πλοία, όμορφα σκαριά, που όμως καταστράφηκαν ή εγκαταλείφτηκαν άτακτα και μυστηριωδώς. Φυσικά, όπως περιμένουμε να συμβεί, με το που ανακαλύπτεται ένα ανάλογο καράβι, αρχίζουν οι θεωρίες για την τύχη των ανθρώπων που ζούσαν και εργάζονταν σε αυτό. Αλλά και πάλι, παραμένουν ως επί το πλείστον άκακα, εκτός βέβαια από τις περιπτώσεις όπου έχουν υποστεί τόσες πολλές και ανεπανόρθωτες ζημιές, οπότε είναι επικίνδυνο να επιβιβαστείς σε αυτά.
Ο κύριος Φόρτσουν μας λέει μια άλλη, ελαφρώς διαφορετική εκδοχή αυτών των μύθων. Αν διαβάσετε το μικρό βιογραφικό του ή αν τον είχατε γνωρίσει όπως εγώ, θα σας φαίνονταν αλλόκοτα και το ποιόν του ανώνυμου ήρωα και το φινάλε της ιστορίας του.
Πάντως, όσο κι αν λατρεύω τους θρύλους που ενυπάρχουν σε κάθε χώρα (ή θάλασσα), πιο πολύ με ανησύχησε ο καρχαρίας στο πρώτο μισό της ιστορίας. Και… κατά μία έννοια, δεν είχα άδικο…
Τζον Μπάρλοου
«Όχι» είπα στον καρχαρία που με γυρόφερνε κουνώντας δεξιά και αριστερά το μακρύ του πτερύγιο. «Όχι, παλιοτόμαρο. Όχι! Δεν θα σου κάνω αυτή τη χάρη. Δεν θα έχεις αυτή τη χαρά».
Το άθλιο ψάρι συνέχιζε να κάνει κύκλους. Δεν απομακρυνόταν από την ξύλινη σανίδα που είχα φτιάξει. Η θάλασσα ήταν γαλήνια, κι αυτό ήταν ευχής έργον, γιατί, αν με χτυπούσαν κύματα, η σανίδα θα αναποδογύριζε και θα είχα βρεθεί και έρμαιο του μεγάλου αδηφάγου τέρατος, το οποίο δεν θα με εγκατέλειπε εύκολα. Ήξερα από δαύτα. Τρώνε φώκιες και φάλαινες και δελφίνια και άλλους καρχαρίες. Αλλά τρώνε και ανθρώπους. Θέλουν κρέας και αίμα, και άπαξ και τα μυριστούν, ορμάνε αμέσως. Δαγκώνουν ό,τι βρουν.
Πίσω στην πατρίδα, όταν ακόμα είχα δουλειά και ξανοιγόμουν με τους άλλους ψαράδες, τέτοια τέρατα διέλυαν τα δίχτυα μας καθώς προσπαθούσαν να φάνε τα παγιδευμένα ψάρια. Μας είχαν καταστρέψει ουκ ολίγες φορές. Όταν πιάναμε κάναν καρχαρία, τον αμολούσαμε, αλλά αφού ήταν νεκρός. Δεν θέλαμε να μας μαγαρίσει την ψαριά μας.
«Θες να φας ανθρώπινη σάρκα, έτσι δεν είναι;» ρώτησα, λες και περίμενα απάντηση. Έβλεπα το λευκό πτερύγιο στη ράχη του να σεργιανίζει τον ωκεανό και θύμωνα που δεν είχα φροντίσει να έχω ένα καλάμι ή έστω ένα τουφέκι. Μερικές φορές, φεύγουν, αν τους πετύχεις. Πονάνε, ματώνουν και καταλαβαίνουν ότι εσύ είσαι κυρίαρχος. Σπάνια τους σκοτώνεις, όμως, με τουφέκι.
«Δεν θα στην κάνω τη χάρη» του υποσχέθηκα, αν και ανησυχούσα για την μοίρα μου. Θαλασσοδερνόμουν ούτε ήξερα για πόσο καιρό τώρα. Μέρες, μήνες. Μπορεί και χρόνια. Σίγουρα, με είχαν κλείσει σε κελί για τρία χρόνια, σε ένα νησί με γαλλική ονομασία, που ούτε καν θυμόμουν. Το ξέρω ότι είχα περάσει τόσο καιρό μέσα στους πέτρινους τοίχους του, γιατί φρόντιζαν να μου υπενθυμίζουν κάθε φορά που έρχονταν να με μαστιγώσουν και να μου δώσουν μια μπουκιά από το άθλιο πράγμα που αποκαλούσαν σούπα από ψάρια. Ήθελαν να ξέρω ότι πληρώνω για την αμαρτωλή ζωή που έκανα ως τότε, τις κλεψιές μου και τον ένα φόνο που διέπραξα και για το ότι η κοινωνία δεν με ήθελε πια. Με δίκασαν και με πέταξαν σε ένα απομονωμένο κάστρο, που είχαν φτιάξει σε ένα ακατοίκητο από άλλους, ελεύθερους ανθρώπους νησί, το οποίο ήταν γεμάτο άγρια ζώα και ερπετά. Πώς κατάφερα να ξεφύγω, ούτε που ξέρω. Κορόιδεψα τους φύλακες, αλλά η πορεία από το κάστρο ως την θάλασσα ήταν μαρτυρική. Από παντού εμφανίζονταν τέρατα που σέρνονταν ή έτρεχαν κατά πάνω μου. Εγώ δεν κοιτούσα πίσω μου, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Μόνο μπροστά πήγαινα, προσπαθώντας να αποφύγω τα φυτά γύρω μου γιατί η μυρωδιά των λουλουδιών με ενοχλούσε από παιδί που ήμουν. Τελικά, βγήκα σε μια παραλία, όπου βρήκα παρατημένα κάτι μεγάλα παλούκια, πέντε από τα οποία έδεσα μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας ένα σάπιο σχοινί, ενώ το έκτο το είχα για κουπί. Έριξα τη σχεδία στην θάλασσα, ανέβηκα πάνω και ξανοίχτηκα στον ωκεανό, προς άγνωστη κατεύθυνση. Τότε μου αρκούσε να φύγω μακριά από το νησί, αλλά η απόφασή μου αποδείχτηκε λανθασμένη. Για τουλάχιστον τρία μερόνυχτα, με πυρπολούσαν θεόρατα κύματα. Είδα ολόκληρα τείχη να κινούνται κατά πάνω μου μες στο σκοτάδι, φωτισμένα μονάχα από κεραυνούς. Η σανίδα μου έγειρε πάνω από δέκα φορές και βρέθηκα να κολυμπάω και να προσπαθώ να πάρω ανάσα και να ανέβω ξανά στο φτωχό πλοιάριό μου. Οι κόμποι στα κούτσουρα χαλάρωναν με κάθε χτύπημα της θάλασσας κι εγώ σερνόμουν ώστε να ξαναδέσω τα ξύλα μεταξύ τους, ξέροντας ότι κάποια στιγμή το σαπισμένο σχοινί θα κοβόταν και εγώ θα έμενα εντελώς απροστάτευτος να διασχίσω τον ωκεανό.
Αλλά να που ακόμα ήμουν εδώ, πάνω σε τούτη τη σανίδα. Είχα κοροϊδέψει τους πάντες, μέχρι και τον θάνατο, τουλάχιστον προς το παρόν. Βλέποντας τον καρχαρία να πηγαινοέρχεται, σκέφτηκα ότι, αν με είχε βρει τότε που πάλευα με τα κύματα, τώρα θα ήμουν ήδη νεκρός. Θα με είχε φάει τούτος εδώ ή κάποιος όμοιός του. Αλλά του την έσκασα. Όπως έκανα και με τους φύλακες.
Όμως, για πόσο καιρό θα άντεχα; Καθαρό νερό δεν είχα. Ούτε φαγητό της προκοπής είχα. Ήμουν εγώ, ένας αδύνατος Αμερικάνος, καταζητούμενος φονιάς και κλέφτης, πρώην ψαράς, απέναντι στον κόσμο του Ποσειδώνα που έκρυβε ένα σωρό κινδύνους, ένας εκ των οποίων είχε γίνει πρόσφατα γείτονάς μου. Κι εκτός της ίδιας της θάλασσας και των τεράτων της, ήταν και οι άνθρωποι που μπορεί να με έβρισκαν. Αν ήταν του Ναυτικού και αν από τις φυλακές είχε δοθεί σήμα ότι το έσκασα, ήξεραν θα με συλλάμβαναν. Ή όταν επέστρεφαν στην στεριά και έδινα τα στοιχεία μου, θα με έπιαναν εκεί. Λίγο πολύ, ό,τι και να έκανα, θα πέθαινα. Είτε από κρεμάλα, είτε δια τουφεκισμού, είτε από καμιά αρρώστια, είτε επειδή θα με έτρωγαν τα αναθεματισμένα τα ψάρια. Τι θα μπορούσα να κάνω, δηλαδή; Τίποτα. Μόνο με θαύμα θα σωζόμουν. Αλλά ποιος άγιος θα μιλούσε στο Αφεντικό του με καλά λόγια για εμένα, για έναν δολοφόνο και κλέφτη;
Πόσο θα ήθελα, όμως, να βρω εκείνους τους άθλιους που με δίκασαν… Κανονικά, θα με είχαν σκοτώσει για τα εγκλήματά μου, αλλά προτίμησαν να με στείλουν σε μια φυλακή που είχαν φτιάξει κυρίως για προδότες ή κλέφτες. Εγώ είχα σκοτώσει, όμως. Έπρεπε να με έχουν εκτελέσει. Αλλά ήθελαν να μαρτυρήσω για κάθε στιγμή της ζωής μου. Και το είχαν καταφέρει, οι καταραμένοι! Και στη φυλακή, και στην θάλασσα, λιμοκτονούσα και αγωνιούσα κάθε μέρα για το τι άλλο με περίμενε. Ο θάνατος καραδοκούσε και εγώ πήγαινα προς αυτόν, το ήξερα. Υπήρχαν στιγμές που σκεφτόμουν να πέσω στο νερό και να πνιγώ, για να τελειώσουν όλα. Και ίσως να το είχα κάνει, αλλά τούτο το παλιόψαρο με εκνεύρισε. Δεν ήθελα να παραδοθώ στα σαγόνια του. Αν ήταν να γίνει, δεν θα ήταν από επιλογή μου.
Πέρασαν κι άλλα μερόνυχτα, κατά τα οποία «ξεδίψασα» με θαλασσινό νερό, έφαγα ένα μικρό ψάρι και έκανα εμετό δύο φορές. Ο νέος «φίλος μου» εξαφανιζόταν και, πάνω που έλεγα ότι είχα γλιτώσει, εμφανιζόταν ξανά. Αν αναγκαζόμουν να τον αντιμετωπίσω, το μόνο όπλο που είχα ήταν ένα μικρό μαχαίρι που είχα κλέψει από την κουζίνα της φυλακής. Αλλά αμφέβαλλα αν θα ήταν αρκετό. Το ψάρι πρέπει να ήταν δώδεκα με δεκατέσσερα πόδια μακρύ. Ήταν πραγματικά μεγάλο, π’ ανάθεμά το. Θα με έκανε μια χαψιά και ούτε που θα προλάβαινα να αντιδράσω.
Αλλά ένα απόγευμα, οι ελπίδες μου αναπτερώθηκαν, γιατί είδα μια τεράστια σκιά να ξεχωρίζει στην επιφάνεια της θάλασσας. Ένα καράβι, σίγουρα. Τα πανιά του και το σχήμα του ήταν ξεκάθαρα στα μάτια μου. Άρχισα να κωπηλατώ, έχοντας παράλληλα και τον νου μου στον καρχαρία. Πρέπει να ήταν πολεμικό, γιατί, καθώς πλησίαζα, άρχισα να διακρίνω τα κανόνια στο πλάι του. Κάτι, όμως, μου φαινόταν παράξενο. Φαινόταν σαν να μην κινείται. Μέχρι να βραδιάσει, και αφού έφτασα πολύ κοντά του, είδα με λύπη ότι το καράβι είχε γείρει λίγο προς την πλευρά μου. Βολές κανονιών το είχαν ξεσκίσει. Κάποια από τα κανόνια του πλοίου πρέπει να είχαν κυλήσει και βουτήξει στη θάλασσα. Τα μαύρα πανιά του, όσα έστεκαν ακόμα, ήταν κι αυτά ρημαγμένα. Σημαία δε φαινόταν. Η καφετιά όψη του πλοίου είχε φθαρεί απ’ άκρη σ’ άκρη. Το νερό έσκαγε πάνω στο σκαρί του αδιαμαρτύρητα. Κοντά στο καράβι επέπλεαν δύο βάρκες και άλλα κομμάτια του. Κι άνθρωπος δε φαινόταν πουθενά.
«Ε, ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ; ΕΙΜΑΙ ΝΑΥΑΓΟΣ! ΕΙΠΑ, ΕΧΩ ΝΑΥΑΓΗΣΕΙ, ΕΧΩ ΧΑΘΕΙ. ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΣΤΟ ΠΛΟΙΟ;». Όσο κι αν φώναξα, κανείς δε βγήκε να απαντήσει.
Δεν το σκέφτηκα περισσότερο, παρά, με το που η σανίδα μου άγγιξε το κουφάρι του πλοίου, βρήκα μια τρύπα που ήταν αρκετά χαμηλά και πήδηξα. Πιάστηκα από τα κατεστραμμένα ξύλα του. Μόρφασα και έβρισα, καθώς γδάρθηκα από τις σκλήθρες που ξεπρόβαλλαν. Αλλά κρατήθηκα και σκαρφάλωσα και βρέθηκα φαρδύς πλατύς μέσα στο πλοίο. Κοίταξα τριγύρω. Νερό λίμναζε τόπους-τόπους. Οι κανονιόμπαλες και τα άλλα πυρομαχικά ήταν διασκορπισμένα σε όλο το χώρο, όπως και άλλα όπλα. Είδα δυο τρία πανωφόρια, παντελόνια και ένα ζευγάρι μπότες πεταμένα παράμερα. Για καλή μου τύχη, βρήκα ρούχα που μου έκαναν και που δεν ήταν εντελώς βρεγμένα, οπότε έβγαλα αυτά που φορούσα.
Πριν φύγω από εκείνο το σημείο, πήγα ως την τρύπα που είχε ανοίξει κάποιο εχθρικό κανόνι και κοίταξα τα σκοτεινά νερά. Προσπάθησα να δω αν ο καρχαρίας ήταν ακόμα εκεί, αλλά δεν το μπόρεσα. Ωστόσο, φώναξα «ΣΟΥ ΞΕΦΥΓΑ, ΑΜΥΑΛΟ ΨΑΡΙ! ΧΑΧΑΧΑ!»
Ίσως να είχα τρελαθεί ως τότε, γιατί περίμενα λίγο, για να μου απαντήσει.
Τελικά, απομακρύνθηκα. Άνοιξα μια πόρτα. Ένας πλημμυρισμένος διάδρομος διέσχιζε το εσωτερικό του καραβιού. Ήταν σκοτεινά. Αναγκάστηκα να αναζητήσω ένα κηροπήγιο με κερί που δεν είχε λιώσει. Σκόνταψα τρεις φορές σε βαριά αντικείμενα που είχαν πέσει από τη θέση τους. Αν δε φόραγα τις μπότες, θα είχα σακατέψει τα δάχτυλα των ποδιών μου. Φώναξα ξανά. Όπως το περίμενα, κανείς δεν απάντησε. Ό,τι είχε γίνει εδώ ήταν ακραίο και φονικό. Στο χώρο όπου αναπαύονταν οι ναύτες, βρήκα και άναψα ένα κερί, τελικά. Είδα τις αιώρες τους να κυματίζουν στον αέρα, ακόμα καρφωμένες στους τοίχους. Είδα άδειους κουβάδες και ρούχα να επιπλέουν. Κάλυψα την μύτη μου, γιατί το μέρος βρόμαγε σάπιο ψάρι και κόπρανα.
Τσαλαβούτησα έξω από εκεί και έψαξα τους άλλους χώρους. Είχα το κερί προτεταμένο. Η απαίσια μυρωδιά δεν είχε εξαφανιστεί εντελώς. Άκουγα τα κύματα και διάφορα αντικείμενα που χτυπούσαν σε σημεία του πλοίου, για το οποίο ακόμα απορούσα πώς δεν είχε βυθιστεί, καθώς έβρισκα συνεχώς ρωγμές που είχαν προκληθεί από μπάλες κανονιών. Κάποια στιγμή μου φάνηκε πως άκουσα ένα σφύριγμα και μια άλλη στιγμή ήρθαν στα αυτιά μου ήχοι από φωνές. Για να πω την αλήθεια, τρόμαξα. Ήταν σαν να άκουγα τον άνεμο να μιλάει σαν άνθρωπος, σαν πολλοί άνθρωποι μαζί. Σκέφτηκα μήπως όσοι είχαν απομείνει ήταν μαζεμένοι σε κάποιον άλλο χώρο, ίσως στο μαγειρείο, όπου θα μπεκρόπιναν. Ίσως έπρεπε να πάρω κάποιο όπλο –δεν το έκανα. Απλά, προχώρησα σαν να διέσχιζα ποτάμι, ανοίγοντας πόρτες δεξιά και αριστερά. Οι φωνές μία ακούγονταν και μία σταματούσαν. Εγώ συνέχισα το ψάξιμο. Το να βρω έστω και έναν ζωντανό ήταν κάτι που όχι μονάχα το ήθελα, μα που το είχα ανάγκη πλέον. Κι ας με πυροβολούσαν κατάμουτρα με το που θα με έβλεπαν, ήταν προτιμότερο από το να περιφέρομαι στις θάλασσες μόνος μου.
Αλλά, όσο κι αν έψαξα, δε βρήκα κανέναν. Καμιά ψυχή. Και στο μαγειρείο, που είχα σκεφτεί, τα βρήκα όλα άνω κάτω. Σπασμένα μπουκάλια, μαχαιροπίρουνα και πιάτα να επιπλέουν… Ο χώρος μύριζε χαλασμένα λαχανικά.
Αναρωτήθηκα πού να είχαν πάει όλοι οι ναύτες. Και, αν τους είχαν πιάσει εχθροί ή αν οι ίδιοι είχαν επιλέξει να το εγκαταλείψουν, γιατί δε βεβαιώθηκαν ότι το πλοίο θα βυθιζόταν; Μου φαινόταν λίγο περίεργο αυτό.
Σύντομα, έφτασα στην πρύμνη, στην τελευταία πόρτα. Ήμουν πολύ κουρασμένος, αλλά, και να ήθελα, δεν είχα πού να ξαποστάσω. Όμως, με το που είδα τι υπήρχε πίσω από την πόρτα, αναθάρρησα. Από τα ανοιχτά παράθυρα, έμπαινε λίγο από το φως του φεγγαριού. Σκέφτηκα ότι είχα βρει την καμπίνα του καπετάνιου. Το κατάλαβα κυρίως γιατί ήταν το πιο πολυτελές σημείο του πλοίου. Είχε ένα μεγάλο γραφείο, χάρτες, μια πλατιά καρέκλα, μια βιβλιοθήκη και κουρτίνες που θα τις ζήλευαν μέχρι και πλούσιοι. Προς έκπληξή μου, είδα ότι τούτος ο χώρος ήταν ουσιαστικά πεντακάθαρος. Καθόλου νερό, καμιά ρωγμή. Ήταν σαν τούτο το μέρος του πλοίου να ήταν το πιο καινούριο, σαν να είχαν φτιάξει αυτή την καμπίνα πριν λίγες μέρες και δεν είχε δει καθόλου θάλασσα.
Τότε συγκεντρώθηκα σε αυτό που δεν θα μπορούσε να διαφύγει της προσοχής μου, ακόμα και να το ήθελα. Ήταν ένα μεγάλο, βαρύ αντικείμενο, που συνήθως ήταν κλειδωμένο και πεταμένο σε λίμνες ή θαμμένο κάτω από την άμμο. Ο κύριος καπετάνιος, όποιος κι αν ήταν, είχε μαζί του ένα σεντούκι. Ήταν στο βάθος, ακριβώς απέναντί μου. Όποιος και να έμπαινε στο χώρο, αυτό θα έβλεπε πρώτο. Μετά, μπορεί να έδινε σημασία στα όπλα που κρέμονταν από πάνω του, στα σπαθιά και τα τουφέκια. Αλλά το σεντούκι θα κέρδιζε την περιέργεια του επισκέπτη. Γιατί μέσα σε τέτοια πράγματα υπήρχαν θησαυροί, χρυσός, κοσμήματα, οτιδήποτε μπορούσε να κάνει πλούσιο ένα φτωχοδιάβολο σαν και του ελόγου μου.
Έκλεισα την πόρτα, λες και περίμενα να έρθει κανείς, και προχώρησα προς αυτό. Ακούμπησα το κερί στο πάτωμα. Θαύμασα τα σκαλίσματα πάνω στο ξύλο. Ήταν ζωγραφιές που αναπαριστούσαν βάζα με πολύχρωμα λουλούδια και ένα πουλί που φαινόταν να βγαίνει μέσα από φωτιά. Δεν είχα ξαναδεί κάτι παρόμοιο σε σεντούκι. Βέβαια, δεν είχα δει ούτε άλλο πραγματικό σεντούκι στην ζωή μου, παρά μόνο μία φορά, όταν μετέφεραν ένα από δαύτα από ένα καράβι σε ένα άλλο. Τότε δεν είχα ξεκινήσει ακόμα τις κλεψιές, αλλά η θέα αυτού του πράγματος και του τι μπορεί να είχαν κρύψει στα σπλάχνα του, μου δημιουργούσε τυραννικές σκέψεις, στις οποίες δεν θα αργούσα να υποταχτώ –με τις γνωστές συνέπειες.
Αλλά το τελευταίο που με ένοιαζε ήταν τα λουλούδια. Ούτε καν το ότι πεινούσα και διψούσα δεν με ένοιαζε. Αφελέστατα, έκανα να σηκώσω το καπάκι. Κανονικά, δεν θα έπρεπε να τα καταφέρω δίχως να έχω το κλειδί για να το ξεκλειδώσω, αλλά δεν υπήρχε λουκέτο στις κλειδαριές του. Οπότε το άνοιξα με ευκολία. Και απογοητεύτηκα. Γιατί μέσα σε αυτό δεν υπήρχε τίποτα. Ή μάλλον υπήρχε κάτι, αλλά ούτε που φανταζόμουν πόσο πιο σπουδαίο από κάθε υλικό θησαυρό θα ήταν. Σκόνη που μύριζε σαν τριαντάφυλλο υψώθηκε και με έκανε να φταρνιστώ πολλές φορές. Ένιωσα να πνίγομαι. Έπιασα τον γενειοφόρο λαιμό μου και γούρλωσα τα μάτια μου. Το κεφάλι μου καιγόταν, ή έτσι το ένιωθα εγώ. Δεν μπορούσα να ανασάνω, ενώ ο σκοτεινός χώρος γύριζε και με ζάλιζε. Τα αυτιά μου βούιζαν σαν να κατοικούνταν από μέλισσες. Προσπάθησα να σηκωθώ, αλλά τα πόδια μου δεν με άντεξαν και σωριάστηκα ξανά. Χτύπησα το κούτελό μου και έπεσα αναίσθητος.
Ξύπνησα από τις φωνές και τα γέλια. Το φως με θάμπωσε, αλλά το συνήθισα. Κάποιος με άρπαξε και με ανάγκασε να σηκωθώ. Ένας άλλος πότισε τον λαιμό μου με κόκκινο κρασί. Παντού γύρω μου ήταν γεροδεμένοι άνδρες που τραγουδούσαν, έπιναν και χόρευαν. Ήταν ντυμένοι με πουκαμίσες και φαρδιά παντελόνια. Έφεραν πιστόλες στις ζώνες τους. Κάποιοι είχαν μουστάκι, ενώ άλλοι διαγωνίζονταν στην ξιφομαχία. Το πλοίο έγερνε μια από τη μία πλευρά και μια από την άλλη. Τα πανιά του είχαν φουσκώσει. Η σημαία του διακρινόταν στο μεσαίο κατάρτι. Αλλά ήταν κενή, χωρίς κάποιο διακριτικό σχέδιο.
Ένιωθα τον αέρα να μας πολιορκεί, αλλά δεν κρύωνα. Είδα ότι ήμουν ντυμένος με ωραίο δερμάτινο ναυτικό πανωφόρι, ενώ στο κεφάλι μου αναπαυόταν ένα τριγωνικό καπέλο. Είχα πάνω μου ένα κιάλι, πιστόλα και σπαθί. Τα ρούχα μου ήταν πεντακάθαρα και εγώ ένιωθα αναζωογονημένος, λες και… λες και είχα γεννηθεί ξανά.
«Καπετάνιε» είπε ένας ναύτης με ξεδοντιάρικο χαμόγελο «πώς θα λέγεται το καμάρι μας; Τώρα που έχει ξανά καπετάνιο πρέπει να έχει μια ονομασία και μια άξια σημαία να αναγγέλλει την παρουσία του».
Χωρίς να το σκεφτώ πολύ, στο μυαλό μου ήρθε το λευκό πτερύγιο του φίλου μου που περίμενε να πέσω στο νερό και έτσι είπα «Μεγάλος Λευκός Καρχαρίας».
«Όπως επιθυμείτε, καπετάνιε». Ο ναύτης γύρισε και φώναξε «Τ’ ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ΑΔΕΡΦΙΑ; ΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΟΡΕΥΟΜΑΣΤΕ ΥΠΟ ΤΗ ΣΗΜΑΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΛΕΥΚΟΥ ΚΑΡΧΑΡΙΑ!»
Οι άλλοι ζητωκραύγασαν. Σήκωσαν τα ποτήρια και τα σπαθιά και τα μαχαίρια τους. «ΖΗΤΩ Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ! ΖΗΤΩ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΛΕΥΚΟΣ ΚΑΡΧΑΡΙΑΣ!» έλεγαν και ξανάλεγαν. Κάποιοι πυροβόλησαν στον αέρα. Ένας άλλος σκαρφάλωσε στο κατάρτι και άρχισε να ζωγραφίζει στη σημαία το σχέδιο ενός μεγάλου καρχαρία.
Άρχισα να χαμογελάω. Ένιωθα σαν να είχα ευλογηθεί. Για πρώτη φορά στην μίζερη ζωή μου, ήμουν σημαντικός. Κυρίως, δεν θα ήμουν ποτέ ξανά μόνος. Πλέον, είχα το δικό μου πλοίο και πλήρωμα. Μου φαινόταν αδιανόητο, σωστό θαύμα. Κι απ’ ό,τι έμαθα αργότερα, τούτο το πλοίο ήταν καταραμένο από είκοσι διαφορετικές χώρες, να πλέει αιωνίως και οι ναύτες του να μη βρίσκουν στεριά να αποθέσουν τα κουφάρια τους. Ο τελευταίος καπετάνιος του, όμως, είχε προλάβει να βάψει με το ίδιο του το αίμα τους τοίχους και τα πατώματα του καραβιού του. Άδειασε και το σεντούκι του από ό,τι θησαυρούς είχε εκεί μέσα και, με τη βοήθεια άλλων ναυτών, το ράντισε και αυτό, ευχόμενος να σκοτώνει όποιον τολμούσε να το ανοίξει, κάνοντάς τον ουσιαστικά μέλος του πληρώματος.
Ο ναύτης που μου είχε μιλήσει είπε «Λοιπόν, καπετάνιε; Για πού θα πλεύσουμε; Τώρα που Ο Μεγάλος Λευκός Καρχαρίας έχει ξανά και όνομα και καπετάνιο, πρέπει να έχει και μια αποστολή. Ποια πόλη θες να λεηλατήσουμε; Ποια χώρα ποθείς να φοβερίσουμε;»
Ένευσα. «Πρώτα θα επισκεφτούμε μια φυλακή» είπα. «Έχω μερικούς παλιόφιλους εκεί πέρα, που ανυπομονούν να με δουν και λέω να μην τους χαλάσω το χατίρι».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Σων Φόρτσουν γεννήθηκε το 1853. Ζει με την σύζυγό του στο Γκρίμσμπι, κοντά στο λιμάνι. Αγαπάει την θάλασσα και το ψάρεμα. Όντας γόνος ευκατάστατης οικογένειας, διαθέτει το δικό του ιστιοφόρο, με το οποίο ξανοίγεται συχνά στην Βόρεια Θάλασσα. Ασχολείται με τη συγγραφή διηγημάτων σχετικά με την θάλασσα, αλλά ελπίζει να γράψει μια μέρα και το δικό του μεγάλο μυθιστόρημα, αντάξιο των έργων του κυρίου Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, τον οποίο εκτιμά πολύ, ειδικά λόγω του βιβλίου του «Το νησί των θησαυρών», ενώ έχει ιδιαίτερη εκτίμηση για το βιβλίο του Έντγκαρ Άλαν Πόε, «Η Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ από το Ναντάγκετ».
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
