Οι αδελφές – Μέρος 1ο

Το ’νιωθε ότι η μάνα έσβηνε, μέρες τώρα δεν είχε κουράγιο να ανοίξει τα μάτια της, ούτε μια φορά εδώ και δύο εβδομάδες δε συνάντησε το βλέμμα της να την αναζητά, ούτε φωνή δεν έβγαινε πια. Μόνο η βαριά ανάσα της απλωνόταν στο χώρο όλη μέρα κι όλη νύχτα με κόπο. Σταγόνα νερό δεν έβαζε στο στόμα της, παρά τις προσπάθειες της Χρυσής και τα κλάματα. Το φαγητό ξεραινόταν στο πιάτο ανέγγιχτο, κάτι βρασμένα χόρτα, ό,τι είχαν δηλαδή, προτιμούσε να το τρώνε τα παιδιά της, παρά η ίδια.

Σιωπηλά η Αυγή υπέμενε τους πόνους, μέσα της ευχόταν να έρθει το τέλος γρήγορα, να σταματήσει το μαρτύριό της αλλά και η τυράννια της οικογένειάς της. Κάτι στιγμές μόνο λύγιζε κι έχανε το θάρρος της όταν άκουγε τα παιδιά να κλαίνε άλλη μια μέρα νηστικά ή όταν γύριζε τα βράδια απογοητευμένος και πικραμένος ο Ιωσήφ πάλι με άδεια χέρια χωρίς δουλειά κι ελπίδα.

Κι όμως κάποτε ήταν ευτυχισμένοι και νοικοκυραίοι, αγαπήθηκαν βαθιά, παρότι τους χώριζαν πολλά. Κλέφτηκαν προκειμένου να ζήσουν την αγάπη τους, οι γονείς της Αυγής δε της το συγχώρησαν ποτέ, της γύρισαν την πλάτη, της έκλεισαν την πόρτα, ο Ιωσήφ δεν ήταν αυτό που τους έπρεπε. Είχε την προίκα της τη μόρφωσή της, “κόρη δεύτερη δεν έχω!”, είπε ο πατέρας της και την ξέγραψαν οικογενειακώς. Αγωνίστηκαν και τα κατάφεραν για αρκετό καιρό να ζήσουν ευτυχισμένοι, να φτιάξουν σπίτι το καλύβι του Ιωσήφ, να φέρουν στον κόσμο και να μεγαλώσουν δύο όμορφα κορίτσια, μα δεν κράτησε για πολύ. Μετά το ατύχημα στο χωράφι που του στέρησε η αλωνιστική μηχανή το χέρι, όλα πήρανε την κάτω βόλτα. Ο Ιωσήφ έμεινε χωρίς δουλειά και για πολλά χρόνια βαθιά πληγωμένος, η Αυγή έπρεπε να δουλεύει για δύο, με τα κορίτσια στη ζωή τους έπρεπε να φροντίζει τέσσερις. Ήταν στιγμές που απλώς η νύχτα διαδεχόταν τη μέρα, οι μέρες περνούσαν, οι εποχές άλλαζαν, μα για την ίδια δεν είχε καμία διαφορά. Ώσπου αρρώστησε, κάτι στα πνευμόνια είπε ο γιατρός, στην αρχή ήταν ένας βήχας, έπειτα κουραζόταν με το παραμικρό και η ανάσα δεν της έφτανε, σύντομα δεν άντεχε να δουλεύει τόσο πολύ και τα λεφτά λιγόστεψαν.

Ξαφνικά ένα χειμωνιάτικο βράδυ η Αυγή ξάπλωσε και δε ξανασηκώθηκε, ο Ιωσήφ είδε αποείδε, σκέπασε το ανάπηρο χέρι από ντροπή, και με σκυφτούς ώμους και βήμα σερνάμενο πήγε στους γονείς της να τους πει τα μαντάτα. “Όπως έστρωσε ας κοιμηθεί!” απάντησε ο πατέρας της πίσω από την μισόκλειστη πόρτα. Μάταια τα κλάματα και τα παρακάλια του Ιωσήφ, κανείς δεν ήρθε ξανά στην πόρτα όσο κι αν τη χτύπησε, όσες ώρες κι αν έμεινε απ’ έξω.

Τα κορίτσια μεγάλωναν μόνα τους όπως όπως, φρόντιζαν τη μάνα, τον πατέρα, το σπίτι όσο μπορούσαν. Οι οικονομίες σώθηκαν πολύ γρήγορα στα φάρμακα και στο γιατρό για τη μάνα, ο πατέρας προσπαθούσε να βρει δουλειά καιρό τώρα, να καταφέρει να φέρει έστω λίγο ψωμί για τα κορίτσια, μέσα στο ζαχαρόνερο θα ξεγελούσαν κάπως την πείνα τους. Ήταν αδύνατον όμως, παρακάλεσε, έπεσε στα γόνατα, κανείς δεν του έδινε δουλειά, με ένα χέρι καλό κι αυτό το ζερβό ποιος να τον εμπιστευτεί, τι δουλειά θα μπορούσε να προσφέρει; Μήτε ζώα, μήτε χωράφια.

Χρόνια τώρα τα έβγαζαν πέρα δύσκολα, μα το φαΐ και η χαρά δεν έλειπαν από το τραπέζι. Σαν αρρώστησε βαριά η Αυγή και σταμάτησε να ξενοπλένει στις κυράδες, η ζωή τους χειροτέρεψε, το φαγητό, τα ξύλα και οι ελπίδες τους όλο και λιγόστευαν. Λεφτά για φροντίδα και φάρμακά πια ούτε λόγος, κάτι βοτάνια τάχα για τους πόνους μόνο έβρισκε κι έβραζε η Χρυσή, αλλά κι αυτά σώθηκαν με το χειμώνα. Το λίγο ζαχαρόνερο που απέμεινε δεν μπορούσε να χορτάσει πια τα στομάχια τους, τα κορίτσια μικρά ακόμη, οκτώ και δέκα χρόνων δεν είχαν δύναμη ούτε να πλύνουν στα ξένα σπίτια, ούτε νοικοκυριά να κρατήσουν. Σε κάτι κτήματα με ροδακινιές που τα πήρανε το καλοκαίρι, πιο πολύ ξύλο τρώγανε παρά φαΐ και λεφτά. Στο τέλος σχεδόν τίποτα δεν φέρνανε στο σπίτι, με πρόσχημα διαρκώς τάχα λάθη, ο επιστάτης φρόντιζε να τους τα στερεί για τιμωρία και να τα τσεπώνει ο ίδιος κλέβοντας έτσι όλους τους εργάτες. Φούσκωσε κι η Δροσιά σαν το μπαλόνι μια μέρα από το χνούδι στα ροδάκινα, αλλεργία είπε ο επιστάτης και το έδιωξε κακήν κακώς στη μάνα της. Δούλευε δυο βάρδιες τώρα η Χρυσή, μα πόσο να αντέξει το κακόμοιρο, συνέχεια στις κορφές των δέντρων μέσα στο λιοπύρι γιατί ήταν η ελαφρύτερη και δεν έσπαγε τα κλαδιά να μαζεύει ροδάκινα. Το βράδυ βρώμικο και κατάκοπο ποιον να πρωτοπεριποιηθεί… τη μάνα, τη μικρή της αδερφή, τον πατέρα, το σπίτι και νηστικό να κοιμηθεί, λύγισε…

Ο πατέρας απελπισμένος έφυγε αξημέρωτα για άλλη μια φορά, η Αυγή χειροτέρευε μέρα με τη μέρα, ίσα που ανάσαινε πια, το στόμα της ματωμένο και η όψη της χλομή. Σήμερα θα ζητιάνευε στην αγορά αφού δουλειά δεν του δίνανε, θα χτυπούσε πόρτες μήπως και εξασφαλίσει λίγο φαγητό, αν πάλι δεν τα κατάφερνε, άλλη λύση δεν είχε, θα έπαιρνε αύριο μαζί του τη Χρυσή ή τη Δροσιά καλύτερα να ζητιανέψουν μαζί, έτσι όπως ήταν μπλαβιασμένη και σκελετωμένη κάποιος θα τους λυπηθεί.

Γύρισε άλλο ένα απόβραδο με άδεια χέρια και βλέμμα, τρέμοντας από το κρύο αλλά όχι μόνος, αυτή τη φορά μαζί του ήταν κι ένας καλοντυμένος κύριος. Μια άμαξα αστραφτερή, με βαριές σκούρες κουρτίνες στεκόταν απ’ έξω και δυο όμορφα λαμπερά μαύρα άλογα πρόσμεναν ήσυχα τον κύρη τους να επιστρέψει. “Αυτά είναι;” ρώτησε με βαριά φωνή και ξενική προφορά σαν αντίκρυσε τα παιδιά. “Ναι” αποκρίθηκε σχεδόν ψιθυρίζοντας ο Ιωσήφ με μάτια χαμηλωμένα. Τα κορίτσια κουλουριασμένα σαν τα γατιά πάνω στη μάνα κοιτούσαν τρομαγμένα, θαρρείς και νιώσανε πως κάτι κακό θα συμβεί. Τα μάτια της σφαλιστά τρέχανε καυτά δάκρυα κι από το στόμα κυλούσε γοργά ένα ρυάκι ματωμένο,. “Καλύτερα θα ζήσουν μακριά…” ήταν η τελευταία σκέψη της. Με όση δύναμη της είχε απομείνει, σήκωσε το παγωμένο δάχτυλό της, το ύστατο μητρικό χάδι, άγγιξε τα μικρά χεράκια έτσι όπως ήταν απλωμένα στο στήθος της, να νιώθουν τους τελευταίους χτύπους της καρδιά της, “Συγχωρήστε μας…” ψέλλισε ανοίγοντας τα μάτια για τελευταία φορά κι έσβησε σαν κερί αθόρυβα στο απαλό αεράκι κοιτώντας τα παιδιά της.

Χωρίς άλλη καθυστέρηση, μήτε να προλάβουν να κλάψουν τη μάνα, μήτε να αποχαιρετίσουν τον πατέρα, χωρίς ένα δεύτερο ρούχο, οι μικρές βρέθηκαν στην άμαξα. Το σκοτάδι έξω πηχτό, η δυνατή βροχή σκέπαζε τις φωνές τους, μούσκευε τον πατέρα που έτρεχε ξοπίσω τους μισότρελος, μετανιωμένος. Η άμαξα έτρεχε γοργά η τελευταία εικόνα στα μάτια του πριν χαθεί στη στροφή, ήταν τα φοβισμένα πρόσωπα γεμάτα δάκρυα των παιδιών του. Έπεσε κάτω στο λασπωμένο χώμα χωρίς άλλο κουράγιο, χωρίς ανάσα, κοίταξε το πουγκί με τα λεφτά στο τρεμάμενο χέρι του, για τους γιατρούς, για τα φάρμακα, για την Αυγή του. Το αντίτιμο για τις ζωές των παιδιών του, βαρύ, σαν την αμαρτία του, του έκαψε το χέρι, “Αυγή μου! Χρυσή! Δροσιά!” ούρλιαξε και βούτηξε στο γκρέμι.

Η φιγούρα του πατέρα όλο και ξεμάκραινε, είχε γίνει μια μικρή κουκίδα πεσμένη στο χώμα. Ξάφνου τον είδαν να σηκώνεται, να πετάει ψηλά κι ύστερα χάθηκε από τα μάτια τους για πάντα.

Ταξίδευαν όλη νύχτα κι όλη μέρα, σχεδόν λιπόθυμα από την πείνα και το κρύο. Βρέθηκαν σε ένα σταθμό τρένου αργά το βράδυ, ο καλοντυμένος κύριος τις παρέδωσε στα χέρια μιας γυναίκας αμίλητης, με τραχύ πρόσωπο. Το επόμενο ταξίδι τους κράτησε μέρες. Νερό και κάτι ξεροκόμματα ήταν ό,τι βάζανε στο στόμα τους. Κουρασμένα καθώς ήταν, μην έχοντας άλλο κουράγιο για κλάματα και σκέψεις, ούτε παρηγοριά από πουθενά, ο ύπνος ήταν η μόνη ανακούφιση. Ξημερώματα φτάσανε σε ένα λιμάνι, μια καμπουριασμένη φιγούρα με τυλιγμένο πρόσωπο σε μια σκούρα μαντήλα τις άρπαξε γρήγορα και σαν τους μπόγους και τα μπαούλα, οι εργάτες μαζί με άλλους ταλαίπωρους ανθρώπους τις πετάξανε στο αμπάρι του πλοίου. Στο πολύμηνο, δύσκολο ταξίδι, πολλοί αφήσανε την τελευταία τους πνοή στη θάλασσα και γίνανε τροφή για ψάρια, τα κορίτσια αρρώστησαν αμέτρητες φορές, κάποιες από αυτές φτάσανε στο χείλος του γκρεμού, για κάποιο ανεξήγητο λόγο όμως κατάφερναν να κρατηθούν ζωντανές, ώσπου φτάσανε στα χέρια μιας νέας όμορφης νευρικής κυρίας, στο τελευταίο λιμάνι που αγκυροβόλησε το πελώριο πλοίο.

Όταν πλέον τα κορίτσια συνήρθαν και στήθηκαν στα πόδια τους, άρχισε ένας καινούργιος Γολγοθάς. Η Χρυσή, σαν μεγαλύτερη, κατέληξε υπηρέτρια σε ένα σπίτι παρδαλό με γυναίκες, στέγη, αποφάγια και γιατρός ήταν ό,τι της πρόσφεραν για να τις χτενίζει, να καθαρίζει τα δωμάτια και να κάνει τα θελήματά τους. Αν οι γυναίκες έμεναν ευχαριστημένες, της έδιναν και κάνα φουστάνι, αν τυχόν τα μαλλιά και οι δουλειές δεν ήταν όπως τα ήθελαν ή είχε κάνει καμιά ζημιά, έτρωγε το ξύλο της χρονιάς της. Γρήγορα ξέχασε την προηγούμενη ζωή και την οικογένειά της, έπρεπε πρώτα να ζήσει, να επιβιώσει, όλα τα άλλα μπορούσαν να περιμένουν.

Τη Δροσιά δεν την ήθελε κανείς, ήταν μικρή, πολλά δεν μπορούσε να προσφέρει σε σπίτια, έτσι την ξεπαράτησαν σε ένα χαμόσπιτο γεμάτο με άλλα χαμίνια στην ηλικία της. Σύντομα έμαθε πως για να μη πεινάσει, κρυώσει και πονέσει από τις τιμωρίες ποτέ ξανά, έπρεπε να ακούει και να κάνει αδιαμαρτύρητα ό,τι απαιτούσαν. Έτσι η Δροσιά ώσπου να μεγαλώσει και να τακτοποιηθεί κι αυτή σε κάποιο σπίτι, αν τη ζητούσαν ποτέ, έμαθε να ζητιανεύει, να κλέβει και να παλεύει στους δρόμους για να σώσει τη ζωή της. Σε πολύ λίγο καιρό η ανάμνηση της αδερφής της, των γονιών της και ό,τι έζησαν μαζί κάποτε, δεν υπήρχαν στο μυαλό της άλλο.

Magic Garden

Συνεχίζεται…

One response to “Οι αδελφές – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading