Υπήρχε κάτι στη θάλασσα που πάντα τη γαλήνευε. Σαν να μπορούσε να της πάρει μακριά όλες τις σκοτούρες, τις αγωνίες, τις φοβίες και τους προβληματισμούς της και να τις πνίξει εκεί, στα καταγάλανα νερά της. Με κάποιο μαγικό τρόπο η θάλασσα πάντα της μετέδιδε την ηρεμία της. Μα ακόμα κι όταν ήταν φουρτουνιασμένη, η Ίριδα λάτρευε να είναι εκεί, να εισπνέει την μυρωδιά που ανέδυαν τα κύματα που έσκαγαν στην ακτή. Εκείνο το μοναδικό άρωμα του ιωδίου, της υγρασίας, του νερού, που για έναν ανεξήγητο τρόπο ηρεμούσε την ψυχή της.
Το καλοκαίρι ήταν η αγαπημένη της εποχή, γιατί έτρεχε κοντά της περισσότερο. Από όταν ήταν βρέφος, οι γονείς της την έπαιρναν στην θάλασσα και εκείνη περνούσε από όσο θυμόταν την υπέροχη αυτή περίοδο κοντά στους παππούδες στο θαλασσοβρεγμένο σπίτι τους. Δεν την ένοιαζε τίποτα για εκείνους τους 2-3 μήνες. Και για αυτό ανυπομονούσε όλο το χρόνο. Την ξεγνοιασιά του να ξυπνάς, να βάζεις το μαγιό, να τρως πρωινό με τα πιο αγνά υλικά και παράγωγα του χωριού στην βεράντα του σπιτιού και να κατηφορίζεις στη θάλασσα, χαιρετώντας όλους τους συγχωριανούς, γιατί κι εκείνη κομμάτι τους ήταν. Έμενε εκεί μέχρι να πέσει ο ήλιος, βουτώντας στην άκρη του ορίζοντα, χρυσαφίζοντας το μέχρι πρότινος καταγάλανο του ουρανού. Τότε μόνο επέστρεφε σπίτι για να φάει και να καθίσει λίγο πάλι στη βεράντα, μέχρις ότου η παρέα κανονίσει μια βραδινή βόλτα στη διπλανή πόλη.
Την αγαπούσε τη θάλασσα γιατί της χάριζε τις καλύτερές της αναμνήσεις. Και γιατί παρέμενε πάντα εκεί. Την αγαπούσε όμως γιατί της έφερε κι εκείνον.
Τον Μανώλη της τον σύστησαν τα παιδιά στο διπλανό χωριό. Εκείνη όλοι την ήξεραν, γιατί είχε μεγαλώσει εκεί. Εκείνος, παρότι έμενε στην ίδια πόλη με την Ίριδα, ερχόταν στο χωριό αραιά και πού με τα ξαδέρφια του. Μπορεί να είχαν ξαναβρεθεί πριν καιρό, πριν μερικά καλοκαίρια. Μα δεν το θυμόταν κανείς τους. Ίσως δεν ήταν τότε η στιγμή. Αλλάζουμε κάθε καλοκαίρι. Από τα όσα συμβαίνουν ενδιάμεσα, ποτέ δεν είμαστε ίδιοι όταν επιστρέφουμε στο νερό.
Ο Μανώλης θαμπώθηκε από την Ίριδα. Της το παραδέχτηκε αρκετά αργότερα. Όχι τόσο από την εξωτερική ομορφιά της, όσο από την αύρα της. «Ανέδιδες μια λάμψη που σε περιέβαλλε σαν ένα φωτεινό δίχτυ πατόκορφα σου!», της είπε.
Όταν ήταν χαρούμενη – και κυρίως ήρεμη – η Ίριδα χαμογελούσε διάπλατα. Το γέλιο πήγαζε από την καρδιά της και όσοι βρισκόντουσαν γύρω της δεν μπορούσαν να αντισταθούν στην μεταδοτικότητά του. Ήταν σαν την θάλασσα η Ίριδα: όταν ήταν ήρεμη είχε μια γαλήνια ομορφιά που σε έκανε ανεπαίσθητα να την μοιράζεσαι. Όταν όμως στεναχωριόταν ή θύμωνε, σκοτείνιαζε, φουρτούνιαζε σαν να σηκώνει κύματα και δεν ήθελε κανέναν κοντά της.
Ο Μανώλης το άλλαξε αυτό.
Το καλοκαίρι που πέρασαν μαζί, ήταν το καλοκαίρι που η Ίριδα τον ερωτεύτηκε. Και για πρώτη φορά κατάλαβε πως ήταν αμοιβαίο. Δεν χρειαζόταν να του λέει τι ήθελε, το διάβαζε αυτός. Σαν να μιλούσαν αθόρυβα οι ψυχές τους μεταξύ τους. Σαν να τους τράβηξε κοντά της η θάλασσα για να τους ενώσει στις ακρογιαλιές της.
Με τον Μανώλη ήταν όλα αβίαστα: η επικοινωνία, η συνεννόηση, η συνύπαρξή τους. Διαφωνίες σαφώς υπήρχαν, μα δεν κρατούσαν για πολύ. Και ακόμα κι όταν εκείνη ήθελε να κάνει κάτι που εκείνου δεν του τραβούσε το ενδιαφέρον, έβρισκαν πάντα τον τρόπο: «ωραία, θα πάω εγώ στη συναυλία με τα κορίτσια, πας εσύ με τα παιδιά για ποτό και τα λέμε αργότερα!» – απλά και απέριττα.
Το φθινόπωρο την έπιανε η μελαγχολία της επιστροφής. Τα δάκρυα έρρεαν στο δρόμο για την μεγαλούπολη. Ίσως γιατί άφηνε πίσω την ηρεμία και την ανεμελιά που της δημιουργούσε εκείνο το υπερθέαμα της θάλασσας και οι στιγμές δίπλα της. Γιατί θα έπρεπε να συμβιβαστεί με την καθημερινή ρουτίνα δουλειάς και υποχρεώσεων πριν περάσουν μήνες πάλι ώστε να ξαναβρεθεί κοντά της. Κάθε φορά έμοιαζε σαν ένας χωρισμός. Με τον ίδιο βαθύ πόνο, μια σπαραγμένη καρδιά και μια ανεξήγητη λύπη.
Ο Μανώλης της κρατούσε το χέρι τις βραδιές που έβγαιναν για ποτό στην πόλη και της Ίριδας το μυαλό γυρνούσε πίσω στις ξάστερες νύχτες στο χωριό. Νοερά ήταν αλλού, κι ας είχε δίπλα της τον ίδιο άνθρωπο.
Η θάλασσα την άλλαζε. Και ο Μανώλης δεν άργησε να το δει. Κατανοούσε το ψυχοπλάκωμα της επιστροφής, την στεναχώρια και την μελαγχολία, μα ως ένα βαθμό. Έβλεπε την Ίριδα πλέον χωρίς την λάμψη της και αυτό τον προβλημάτιζε. Ήταν σαν να της είχε αφαιρεθεί η ψυχή. Λες και είχε μια γοργόνα που την έβγαλε στη στεριά και της στέρησε το υγρό, οικείο της περιβάλλον. Την έβλεπε να λιγοψυχάει όλο και περισσότερο κάθε που χειμώνιαζε βαρύτερα.
Άρχισαν περισσότερες διαφωνίες και καβγάδες. Αραίωσαν ακόμη και οι συναντήσεις τους, γιατί κανείς δεν είχε διάθεση. Και για τους δυο αυτό λειτουργούσε ως ανακούφιση, γιατί δεν θα χρειαζόταν να προσποιούνται πως είναι καλά – είτε χώρια, είτε μαζί. Τίποτα πια δεν ήταν το ίδιο. Ο Μανώλης αναρωτιόταν αν αυτό θα άλλαζε όταν το καλοκαίρι θα επέστρεφαν στο χωριό. Μα δεν ήταν πλέον σίγουρος αν μπορούσε να αντέξει το μεσοδιάστημα.
Ούτε όμως και η Ίριδα. Σε μια σχεδόν αυθόρμητη απόφαση, τα άλλαξε όλα σε μια στιγμή. Του το ανακοίνωσε ένα βράδυ.
«Θα κατέβω μόνιμα στο χωριό».
Ο Μανώλης σάστισε. Στην αρχή νόμισε πως αστειευόταν. Ήταν κάτι που συχνά το συζητούσαν στην παρέα: την αποκεντροποίηση – το να φύγουν από την μεγαλούπολη. Στην επαρχία υπήρχε αποδεδειγμένα καλύτερη ποιότητα ζωής. Και όλοι αυτό αναζητούσαν. Αλλά η μεγαλούπολη, όσα κακά και να είχε, τους πρόσφερε κάτι παραπάνω. Και ήταν όλοι εκεί. Σιωπηλοί συμπαραστάτες ο ένας του άλλου στους ανελέητους ρυθμούς της σύγχρονης ζωής.
«Ζήτησα και μου βρήκαν μετάθεση για το παράρτημα της εταιρίας κάτω. Θα επεκτείνουν το τμήμα ώστε να κάνουμε περισσότερα στην επαρχία, έτσι θα έχω ίδιο, ίσως και μεγαλύτερο ρόλο. Θα μετακομίσω εκεί σε 1-2 βδομάδες μόλις βρω ένα αξιοπρεπές κατάλυμα, αλλιώς θα πάω στο εξοχικό για λίγο μέχρι να τακτοποιηθώ. Δεν μπορώ άλλο εδώ. Νιώθω πως χάνω τον εαυτό μου και όσα μου δίνουν ζωή».
Ο Μανώλης δεν ήξερε τι να πει. Δεν του έπεφτε και λόγος στη δική της απόφαση. Δεν συγκατοικούσαν, και πια βρισκόντουσαν μετά βίας μια φορά την εβδομάδα. Και σίγουρα δεν μπορούσε να φέρει αντίρρηση στην συνειδητοποίησή της. Το είχε δει κι αυτός εξάλλου.
Της έπιασε το χέρι τρυφερά και κοιτώντας την στα μάτια της είπε, «να κάνεις ό,τι κάνει την καρδιά σου να σκιρτάει και την ψυχή σου να λάμπει. Μου έλειψε αυτό σε σένα: να σε βλέπω να γελάς και να φωτίζεις τα πάντα γύρω σου».
Η Ίριδα χαμογέλασε. Μετά κατέβασε το βλέμμα και ρώτησε σιωπηλά, «και εμείς;»
«Εγώ θα είμαι πάντα εδώ για εσένα. Δεν ξέρω τι θα γίνει, αλλά αν το θες είμαι διατεθειμένος να προσπαθήσουμε».
Δεν του απάντησε. Μόνο χαμογέλασε διάπλατα και έπεσε στην αγκαλιά του. Ένιωθε ασφάλεια εκεί καθώς την εσώκλειε μέσα του. Την ένιωσε που αναστέναξε και η ανάσα της ηρέμησε. Αυτό ήθελε, μια επιβεβαίωση πως θα προσπαθούσε για εκείνους – για το ‘εμείς’ – που πια δεν ήταν καν σίγουρη αν υπήρχε. Ήθελε να σώσει κάτι από την μαγεία του καλοκαιριού με αυτή την κίνηση. Ήθελε να σώσει τον έρωτά τους. Μα περισσότερο ήθελε – και έπρεπε – πρώτα να σώσει εκείνη.
Από την πρώτη εβδομάδα που επέστρεψε στη θάλασσα φάνηκε η διαφορά. Στο τηλέφωνο με τον Μανώλη ακουγόταν πιο ζωντανή, πιο χαρωπή, πιο γεμάτη. Χαμογελούσε μόνο που την άκουγε. Κατέβηκε να την βρει ένα Σαββατοκύριακο και είδε την αλλαγή αυτοπροσώπως. Είχε επιστρέψει η λαμπερή της αύρα.
«Κάτι σε τραβάει πάντα εδώ ε;» της είπε ένα ηλιοβασίλεμα στην ακρογιαλιά. «Σαν να μην αντέχεις μακριά είσαι. Σαν να σου κόβεται το οξυγόνο και να μην έχεις λόγο ύπαρξης».
«Αυτό ακριβώς νιώθω», του αποκρίθηκε. «Σαν αυτό το πανέμορφο τρίχρωμο νερό να είναι κομμάτι μου. Το άσπρο η αγαλλίαση, το γαλάζιο η ηρεμία μου και το μπλε οι βαθύτερες σκέψεις και προσμονές μου».
«Και τι προσμένεις λοιπόν;»
«Να είχαμε και εμείς ένα τέτοιο σκάφος – ένα μικρό, δεν χρειάζεται να είναι πολυτελές», αστειεύτηκε. «Να γυρνούσαμε όλο τον κόσμο μαζί. Εσύ κι εγώ».
Ο Μανώλης μειδίασε και την τράβηξε πιο βαθιά στην αγκαλιά του.
«Ξεφεύγουμε όταν δεν μας γεμίζει η ζωή που έχουμε, ξέρεις. Η μαγεία είναι στο να κάνεις την καθημερινότητά σου τόσο υποφερτή και όμορφη, που να μην χρειάζεται να περιμένεις όλο το χρόνο για ένα μικρό διάστημα διακοπών και ξεγνοιασιάς».
«Για αυτό γύρισα εδώ. Για να γίνει ακριβώς αυτό. Όπου κι αν πάμε θα γυρνάμε πάντα εδώ. Η παρέα εξάλλου κάνει το μέρος μαγικό. Οι στιγμές και οι αναμνήσεις που δημιουργείς. Εγώ μαζί σου θέλω να τα ζήσω όλα».
«Χαίρομαι», της είπε καθώς την γύρισε να τον αντικρίσει. «Τότε καλά έκανα και άλλαξα δουλειά για την επαρχία!».
Η Ίριδα ενθουσιάστηκε τόσο που τσίριξε από τη χαρά της και έπεσε πάνω του γεμίζοντάς τον άμμο.
Για αυτό αγαπούσε τη θάλασσα. Γιατί είχε έναν τρόπο μαγικό να τα βάζει όλα σε τάξη. Τη στιγμή που πρέπει, όπως όλα αρμόζουν. Και έτσι απλά και όμορφα γινόντουσαν όλα καλύτερα.
Μαρία-Χριστίνα Δουλάμη
