Ένα καλοκαιρινό πρωινό τον είδα για πρώτη φορά σε μια στάση λεωφορείου. Από την πρώτη στιγμή, με κέρδισαν τα μάτια του. Δυο μάτια καστανά, αμυγδαλωτά, που εξέπεμπαν μια καλοσύνη μοναδική, που πρώτη φορά αντίκριζα σε βλέμμα. Με κοίταζε κι αυτός… δεν ήξερα εάν καρφώθηκα πάνω του πολλή ώρα και του τράβηξα την προσοχή ή εάν ούτως ή άλλως θα με πρόσεχε κι εκείνος. Το λεωφορείο σύντομα έφτασε και πίστεψα πως θα τον χάσω για πάντα. Μα ήρθε και κάθισε δίπλα μου και ας υπήρχαν πολλές κενές θέσεις. Έβαλα στο κινητό να ακούσω τραγούδια μιας και είχα μπροστά μου μεγάλη διαδρομή. Σύντομα ξεχάστηκα με τη μουσική, μα την ηρεμία μου διέκοψε ένα σκούντημα από εκείνον. Μου είπε πως άθελά του το μάτι του πήρε την playlist που άκουγα και ήθελε να μου πει πως αυτά ακριβώς ήταν τα αγαπημένα του τραγούδια! Ανοίξαμε τότε μια όμορφη κουβέντα για τους στίχους και το νόημά τους. Η ώρα κύλησε γρήγορα και φτάσαμε στον προορισμό μου. Πριν φύγω, ανταλλάξαμε τηλέφωνα.
Όλο αυτό ήταν η αρχή μιας όμορφης γνωριμίας. Την επόμενη μέρα βρεθήκαμε και πάλι και ακολούθησαν πολλές συναντήσεις.
Περάσαμε τόσα πολλά εκείνο το καλοκαίρι… Μας αρκούσε ένα παγκάκι μπροστά στη θάλασσα, δύο κουτάκια μπύρα και μια σφιχτή αγκαλιά για να νιώσουμε γεμάτοι… Ήμασταν δύο άνθρωποι ρομαντικοί, κλειστοί, για τους πολλούς περίεργοι, μα ο ένας για τον άλλον μοναδικοί, δύο στρείδια που σιγά σιγά ανοίγονταν αποκαλύπτοντας το μαργαριτάρι που έκρυβαν μέσα τους… Μοιραστήκαμε τόσα πολλά για τους εαυτούς μας, ειδικά εκείνα τα μεθυσμένα βράδια που οι αδέξιες ζαλισμένες κινήσεις έλυναν ορισμένους κόμπους μέσα μας. Ανακαλύψαμε τόσα πολλά κοινά! Ήμασταν αυτό που λένε «πλασμένοι ο ένας για τον άλλον», κάτι που μέχρι να τον γνωρίσω δεν πίστεψα πως θα συναντήσω ποτέ μου… Τα βράδια, ξάπλωνα στο στήθος του και άκουγα το ρυθμό της καρδιάς του… Ήταν για μένα ο ήχος που με ηρεμούσε περισσότερο από οτιδήποτε, κοίμιζε την απαισιόδοξη πλευρά μου, ξυπνούσε τη χαρά, την ελπίδα, την ομορφιά. Παραβιάσαμε τους νόμους της φυσικής πως «τα ομώνυμα απωθούνται», έτσι πίστευα.
Μα τώρα, γιατί έχω μείνει να κοιτάζω φωτογραφίες μας στην παλιά μου φωτογραφική μηχανή; Γιατί έχω ανάγκη ξανά να γράψω τα συναισθήματά μου στο ημερολόγιο και γιατί δακρύζω; Τα δάκρυά μου πέφτουν πάνω στις λέξεις που έχω γράψει στο χαρτί, τις ξεθωριάζουν. Κάπως τις ζηλεύω, γιατί θα ήθελα και η ψυχή μου να μπορεί να ξεπλυθεί με τον ίδιο τρόπο, να θαμπώσει η θύμηση…
Βλέπεις, οι άνθρωποι που αγαπήθηκαν πολύ, ακόμη και αν ταίριαζαν πολύ, ακόμη και αν δέθηκαν, δεν καταλήγουν πάντοτε μαζί. Συχνά, θέλουν να γνωρίσουν κόσμους διαφορετικούς από τον δικό τους και δεν τους αρκεί η ηρεμία, αναζητούν το πάθος, την ένταση… Η καρδιά πολλές φορές έχει μια αυτοκαταστροφική ροπή προς περίεργα, δύσβατα μονοπάτια… Κάποιες φορές συνειδητοποιεί το λάθος της και μετανιώνει, μα είναι πλέον αργά. Τότε επιθυμεί να ξεχάσει την ευτυχία που της έφυγε μέσα από τα χέρια, μα με τον καιρό ανακαλύπτει πως αξίζει να κρατήσει το «μάθημα» και τις αναμνήσεις που θα την ζεσταίνουν όσο ψάχνει ξανά το νόημα.
Ιωάννα Χαντζαρά
