Η αγάπη νικά τις κατάρες

Σε λίγο θα ξημέρωνε. Πάλι σχόλασε πολύ αργότερα από το κανονικό ωράριο. Τρεις ώρες υπερωρία. Αν και σήμαινε αρκετά περισσότερα χρήματα, που τα είχε ανάγκη, σήμερα δεν είχε όρεξη να δουλέψει παραπάνω. Ένιωθε βαρύ το σώμα. Ένιωθε πολύ κουρασμένος.

Μπήκε στο αυτοκίνητο του, έβαλε μπρος και ξεκίνησε. Ούτε μπάνιο θα έκανε όταν έφτανε σπίτι. Θα έπεφτε με τα ρούχα κατευθείαν στο κρεβάτι του. Πώς και το φανάρι είναι πράσινο; Να και κάτι καλό, τυχερός ήταν. Το πράσινο αυτό, τυχερό, κυκλάκι ήταν και η τελευταία του μνήμη.

Άνοιξε τα μάτια του με δυσκολία. Πονούσε πολύ σε όλο του το σώμα και το κεφάλι.
– Παιδί μου… άκουσε την μάνα του να τον αποκαλεί με λυγμό στη φωνή της.
– Μάνα, πονάω! Πού είμαστε; προσπαθούσε να γυρίσει το κεφάλι του, το βλέμμα του, να δει τον χώρο.
– Αγόρι μου! Ψυχή μου! Στο νοσοκομείο είμαστε. Είχες ένα ατύχημα.
– Ατύχημα; Πότε, πώς;
– Μην ταράζεσαι αγάπη μου, όλα θα τα πούμε. Όλα. Πρέπει λίγο να ησυχάσεις πρώτα, να δυναμώσεις. Κοιμήσου, ηρέμησε.

Ήδη είχε κλείσει τα μάτια ο Αχιλλέας και αφέθηκε στα χέρια του Μορφέα, με την βοήθεια των φαρμάκων που του χορηγούσαν.

Η μάνα του, τρελή από χαρά, μιλούσε με τους γιατρούς, τις νοσοκόμες, τον άντρα της, τον άλλο της γιο, το σόι όλο. Όλους τους ενημέρωσε ότι ο Αχιλλέας άνοιξε τα μάτια του και της μίλησε.

Την ίδια ώρα, μια άλλη μάνα, πάνω στο μνήμα του γιου της, έριχνε καυτά δάκρυα. Τα εννιάμερα σήμερα. Ο χρόνος όμως για ‘κείνη σταμάτησε εννέα μέρες πριν, όταν χτύπησε το τηλέφωνό της κι έπρεπε να πάει στο νεκροτομείο να αναγνωρίσει τον νεκρό γιο της. Όχι, δεν μπορεί. Όνειρο θα έβλεπε, εφιάλτη. Ο γιος της θα γυρίσει, είναι στη δουλειά και θα γυρίσει.

Δεν γύρισε στο σπίτι ποτέ. Πήγε εκείνη σε ένα ψυχρό δωμάτιο και τον είδε. Τον σκέπασαν αμέσως, για να την προστατέψουν. Οι κραυγές της, έφτασαν μέχρι την κόλαση, εκεί που είχε βυθιστεί και η ίδια. Με τα χέρια της ξερίζωνε τα μαλλιά της, χτυπούσε με γροθιές το στέρνο της, με τα νύχια της προσπαθούσε να γδάρει το δέρμα της. Το βλέμμα της άγριο, σα θηρίο μπροστά στη λεία του. Μόνο που εκείνη ήθελε να κατασπαράξει τον ίδιο της τον εαυτό. Να τον πονέσει. Να τον θανατώσει. Να μπει εκεί κάτω από το νεκρικό σεντόνι και να συνοδεύσει τον γιο της. Τι έκανε αυτή εκεί; Γιατί ήταν αυτή ζωντανή κι όχι ο γιος της; Τι μάνα είναι αυτή; Πού ήταν όταν έγινε το κακό; Γιατί δεν τον προστάτεψε; Ούρλιαζε.
“Κλεάνθη μου, αγόρι μου, παιδί μου, λεβέντη μου, τι σου κάνανε; Ποιος σου πήρε τη ζωή ψυχή μου; Ποιος σε πήρε από την αγκαλιά μου; Την κατάρα μου να ‘χει! Άσπρη μέρα να μη δει ούτε αυτός ούτε όλη του η φαμίλια!”. Τα μάτια της κατακόκκινα, έσταζαν αίμα θαρρείς. Τα δάκρυα, οι κατάρες, το αυτομαστίγωμα, όλα ένα κουβάρι. Μια κατηγορούσε τον εαυτό της, μια καταριόταν αυτόν με τον οποίο τράκαρε ο γιος της.

Στο πλευρό της η κόρη της, η Φιλιώ της. Να την κρατάει αγκαζέ, να την στηρίζει, να την βλέπει μες στα μάτια, να της ψιθυρίζει λόγια παρηγοριάς κι αγάπης και να πονάει βουβά. Ένιωθε ότι δεν είχε δικαίωμα να θρηνήσει, για να μην την βλέπει η μαμά της. Έπρεπε κάποιος να σταθεί στα πόδια του δυνατός τούτη τη στιγμή που όλα κατέρρευσαν. Μπροστά της μόνο. Εκεί έδινε μάχη με το μέσα της και έκρυβε τον πόνο, το κλάμα, την πίκρα.

Όταν έμενε μόνη, άφηνε τα δάκρυα να τρέχουν, τα αναφιλητά να της κόβουν την ανάσα. Ο μεγάλος της αδερφός, ο λατρεμένος της, το πειραχτήρι της, το στήριγμά της όλη της τη ζωή. Πριν τέσσερα και κάτι χρόνια που χάσανε τον μπαμπά τους, έγινε ο Κλεάνθης ο άντρας του σπιτιού που πήρε τις ευθύνες πάνω του, στα είκοσι οχτώ του χρόνια. Η μαμά τους, χήρα στα πενήντα τρία της.

Τον έκλαψε πολύ τον άντρα της. Από παιδιά ήταν μαζί. Της υποσχέθηκε ότι εκείνος θα δουλεύει κι εκείνη θα είναι στο σπίτι, προστάτης της οικογενειακής ευτυχίας τους. Έτσι κι έγινε. Ο Νίκος, δούλευε ώρες πολλές στο βαφείο αυτοκινήτων του. Τρέλα με τα αμάξια από μικρός. Έβγαζε καλά λεφτά. Τον προτιμούσαν. Ήταν πολύ καλός στη δουλειά του, πάντα με το χαμόγελο στα χείλη και όποτε τον χρειάζονταν, έτρεχε να εξυπηρετήσει. Η Σπυριδούλα φρόντιζε το σπίτι, τα παιδιά, τον Νίκο, με περισσή αγάπη. Οι πίτες της, τα μοσχοβολιστά φαγητά της, τα γλυκά της, πάντα πλούσια στο σπιτικό τους. Μέχρι που αρρώστησε το στεφάνι της. Εξετάσεις, νοσοκομεία, χημειοθεραπείες, ακτινοβολίες, χειρουργείο, μα ο καρκίνος τον τελείωσε. Ο θάνατος τον νίκησε. Η Σπυριδούλα έμεινε μόνη. Ένα χρόνο μετά, όλοι της έλεγαν, νέα είσαι, φτιάξε τη ζωή σου. Τους κοιτούσε μόνο, χωρίς να απαντά. Τι λόγια να έβρισκε να εξηγήσει πως ο Νίκος της ήταν αναντικατάστατος στην καρδιά και την ζωή της… Σχεδόν πέντε χρόνια μετά, η μοίρα έριξε πάνω της, το πιο σκοτεινό της πέπλο.

Ήθελε να δει κατάματα αυτόν που σκότωσε το παιδί της.

Ο Αχιλλέας, το ίδιο βράδυ, εκείνο του μνημόσυνου για τα εννιάμερα, είδε έναν εφιάλτη. Κουρασμένος από την πολλή δουλειά και τις υπερωρίες, γυρνούσε σπίτι του. Αργά, στις δυόμιση τη νύχτα. Το φανάρι πράσινο, για καλή του τύχη, σπάνιο φαινόμενο. Το πέρασε, με μικρή ταχύτητα και αμέσως μια μηχανή με μεγάλη ταχύτητα από το απέναντι φανάρι, που ήταν κόκκινο, ήρθε καταπάνω του. Ο Αχιλλέας, δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Ο θόρυβος εκκωφαντικός. Πανικός τον κατέκλυσε. Είδε τον οδηγό της μηχανής να εκσφενδονίζεται πολλά μέτρα μακριά. Ο Αχιλλέας από την σύγκρουση, αφού δεν φορούσε ζώνη, πετάχτηκε στο παρμπρίζ και έμεινε σφηνωμένος στο τσαλακωμένο από την σύγκρουση αμάξι του. Αίματα έτρεχαν από το κεφάλι του. Πονούσε φριχτά. Άρχισε να φωνάζει βοήθεια με όσες δυνάμεις είχε. Προσπαθούσε να κουνηθεί, να απεγκλωβιστεί, μα το σώμα του δεν υπάκουε. Λίγα λεπτά μετά, γέμισε ο δρόμος αμάξια και κόσμο. Άλλοι προσπαθούσαν να βοηθήσουν τους δύο νεαρούς, άλλοι τηλεφωνούσαν για ασθενοφόρο ή την αστυνομία κι άλλοι, τραβούσαν βιντεάκια.

Πώς έγινε ο κόσμος τόσο κενός; Πότε χάθηκε η ανθρωπιά και μετατράπηκε σε αδηφάγα περιέργεια που μεταδίδεται από κινητό σε κινητό; Ευτυχώς, το ασθενοφόρο ήρθε αρκετά γρήγορα. Όπως και η αστυνομία. Όλοι μαζί, μια αλυσίδα ανθρώπινου δυναμικού, έκαναν αυτό που έπρεπε.

Οι δύο νεαροί βρέθηκαν στο νοσοκομείο. Ο ένας, είχε ήδη αφήσει την τελευταία του πνοή στον δρόμο, λίγο μετά το φανάρι. Οι γιατροί μίλησαν για ακαριαίο θάνατο από την πτώση. Άλλος ένας νέος άνθρωπος που έχυσε το αίμα του στην άσφαλτο, αυτό το θεριό, που κόβει το νήμα της ζωής καθημερινά, λαίμαργα, απάνθρωπα. Ο άλλος, μπήκε χειρουργείο για την σπονδυλική στήλη, με εσωτερικό αιμάτωμα στο κεφάλι και πολλαπλά κατάγματα στα πόδια.

Τον ίδιο εφιάλτη, του δυστυχήματος, τον έβλεπε κάθε βράδυ.

Ο Αχιλλέας, υποβλήθηκε σε ένα ακόμα χειρουργείο, λίγες μέρες μετά. Ξεροστάλιαζε η μαμά του, δίπλα του, στο μαξιλάρι του. Δεν έφυγε λεπτό όλο αυτό το διάστημα από δίπλα του. Την παρακαλούσαν, ο άντρας της κι ο άλλος της γιος να πάει λίγο σπίτι, να κάνει ένα μπάνιο σαν άνθρωπος κι όχι στο μπάνιο του νοσοκομείου, να ξαπλώσει λίγο. Δεν άκουγε τίποτα. Δεν έφυγε ούτε μια στιγμή. Τον χάιδευε, προσευχόταν, παρακαλούσε την Παναγιά να κάνει το Θαύμα της. Δυστυχώς, έπρεπε να μάθουν να ζουν όλοι με τη νέα πραγματικότητα. Ο Αχιλλέας δεν θα ξαναπερπατούσε ποτέ.

Η Σπυριδούλα λίγες μέρες μετά, παρόλη την αντίδραση της Φιλιώς, βρέθηκε έξω από την πόρτα του δωματίου στο νοσοκομείο. Ήταν πικραμένη και εξοργισμένη.
Μπήκε μέσα, κοίταξε με κακία την μάνα που εκείνη την ώρα τάιζε τον γιο της και με μίσος τον νεαρό που έμοιαζε σχεδόν νεκρός.
– Εσύ λοιπόν είσαι η μάνα του δολοφόνου! έφτυσε στα μούτρα της γυναίκας τα λόγια.

Η Λένα, η μάνα του Αχιλλέα, σάστισε. Ήταν τόση η ψυχική και σωματική της κούραση, που αρχικά δεν κατάλαβε. Έμεινε να κοιτάζει αποσβολωμένη.

Δίπλα στην Σπυριδούλα, η Φιλιώ, δεν τολμούσε να κοιτάξει κανέναν στα μάτια. Προσπαθούσε να συγκρατήσει την μαμά της, μα το ηφαίστειο είχε ήδη αρχίσει να εκρήγνυται.
– Δεν απαντάς; Τι να πεις; Ο γιος σου, ο δολοφόνος, σκότωσε τον γιο μου! Μ’ ακούς; Ο γιος μου, ο μονάκριβος μου, πετάχτηκε πόσα μέτρα από το αμάξι του κανακάρη σου κι άφησε την ψυχή του εκεί. Πώς θα ζήσω εγώ, μου λες; Την κατάρα μου να ‘χετε όλοι! Να πεθάνει κι ο δικός σου γιος, να ζεις με τον πόνο που σου σκίζει τα σωθικά, όπως εγώ, εξαιτίας σας!

Ο Αχιλλέας πήγε να κάνει μια χειρονομία και να της απαντήσει. Η Λένα, τρυφερά τον σταμάτησε.
– Άφησέ την να εκφράσει τον πόνο της γιε μου. Δεν εννοεί τίποτα από όσα λέει. Θρηνεί. είπε η Λένα με ήπιο τόνο, ανταποδίδοντάς της το βλέμμα. Μόνο που το δικό της έδειχνε κατανόηση, ενώ της Σπυριδούλας, έσταζε δηλητήριο.

Δεν την γλύκανε η στάση της μάνας του φονιά. Δεν την άγγιξε. Εκείνη μιλούσε εκ του ασφαλούς. Είχε τον γιο της γερό δίπλα της. Τον τάιζε, τον έβλεπε, τον αγκάλιαζε. Ο δικός της, έγινε βορά στην άσφαλτο.

Την επόμενη μέρα, η Φιλιώ, πήγε μόνη της στο νοσοκομείο. Όταν την είδε ο Αχιλλέας, δεν είχε σκοπό να αφήσει πάλι, να τους ταράξει κανείς.
– Ξεχάσατε καμιά κατηγορία;

Η Φιλιώ, έγινε κατακόκκινη. Δεν συμφωνούσε με την μαμά της. Έβλεπε καθαρά κι ας πονούσε.
– Λυπάμαι πολύ για τον τρόπο της μητέρας μου χθες. Έχασε τον αδερφό μου και πριν πέντε χρόνια περίπου τον πατέρα μου. Δώστε της άφεση. Πονάει τόσο πολύ. Δεν μπορεί να δεχτεί την αλήθεια. Μας είπαν οι αστυνομικοί πώς έγινε. Μα στο μυαλό της, όλα μπουρδουκλώθηκαν. Εύχομαι, όταν περάσει λίγος χρόνος και το συνειδητοποιήσει, να σας ζητήσει συγνώμη για τον τρόπο που σας μίλησε.
– Είμαι μάνα και μπορώ να την καταλάβω κορίτσι μου. Εύχομαι να συνέλθει γρήγορα. Να μάθει να ζει με την απώλεια. Όλοι μας, με κάτι θα μάθουμε να ζούμε, από την στιγμή της σύγκρουσης και μετά… και κατέβασε το βλέμμα, μη προσέξει τη θλίψη σε αυτό, ούτε η κοπέλα ούτε ο γιος της.
– Εύχομαι περαστικά, να φύγετε σύντομα από δω και να είστε υγιείς όλοι.
– Για ποια υγεία μου μιλάς κοπελιά; Ήρθατε εδώ, μας κατηγορήσατε, μας ταράξατε, μας καταραστήκατε. Δολοφόνος εγώ; Ο αδερφός σου με σκότωσε! Καλύτερα να πέθαινα κι εγώ, όπως είπε η μάνα σου!
– Αχιλλέα μου, σε παρακαλώ, μη μιλάς έτσι!
– Γιατί μάνα; Εγώ δεν έχω το δικαίωμα; Πάρε το λυπημένο ύφος σου και φύγε. Να μη σε ξαναδώ. Και πες στη μάνα σου να χαρεί, πως η κατάρα στο ήμισυ έπιασε. Δεν θα ξαναπερπατήσω ποτέ. Όση ζωή μου απομένει, θα είναι πάνω σε ένα αμαξίδιο. Ευχαριστημένη;
Και γύρισε το κεφάλι του προς την άλλη πλευρά. Δεν άντεχε άλλο να την βλέπει.

Η Φιλιώ, όσες μέρες ήταν ο Αχιλλέας στο νοσοκομείο, πήγαινε κάθε μέρα. Του είπε, ότι όσο κι αν την βρίζει ή την εμποδίζει, εκείνη θα πηγαίνει. Όχι από χρέος ή λύπηση ή τύψεις. Από νοιάξιμο. Ήθελε να είναι δίπλα του.

Η Λένα, κρυφοχαιρόταν με αυτή την εξέλιξη. Από την πρώτη στιγμή παρατήρησε στο βλέμμα και τις κινήσεις αυτού του κοριτσιού, ένα κρυμμένο ενδιαφέρον.

Ήξερε πως η ζωή όλων τους, μα κυρίως του γιου της, άλλαξε για πάντα. Ο γιος της από ένα χαμογελαστό και θετικό άτομο, είχε μεταλλαχτεί σε κάποιον άλλον, που δεν τον αναγνώριζε. Νευρικός, απότομος, ξυπνούσε τις νύχτες λουσμένος στον ιδρώτα. Δεν τον άφηνε ο εφιάλτης του τροχαίου να βρει μια ήσυχη γωνιά, να ησυχάσει το πνεύμα του, η σκέψη του, η ψυχή του. Στα τριάντα του, ο κόσμος του γύρισε ανάποδα και τον καταπλάκωσε. Και ήταν μπροστά τους τα χειρότερα. Την επομένη, θα ήταν στο σπίτι τους πια, αντιμέτωποι με την σκληρή πραγματικότητα. Στην παρουσία της Φιλιώς, το ένστικτο της μάνας, έβλεπε μια χαραμάδα ελπίδας.

Ο Αχιλλέας δεν μπορούσε να προσαρμοστεί μια βδομάδα τώρα στο σπίτι τους. Αφιλόξενο για ένα αναπηρικό αμαξίδιο. Επιβαλλόταν αλλαγές που θα τον εξυπηρετούσαν, που θα έκαναν πιο υποφερτή την ζωή του. Ο ίδιος ένιωθε τελειωμένος. Έβλεπε την μάνα του να τον φροντίζει, να τον σηκώνει, να τρέχει από πίσω του και το μισούσε. Ζωή ήταν αυτή; Καλύτερα να τον έπαιρνε κι αυτόν ο Χάρος, εκείνη την καταραμένη νύχτα. Ήταν οργισμένος με όλους. Κυρίως με τον Θεό, που επέτρεψε, ενώ δεν έφταιγε, να καταστραφεί η ζωή του.

Όταν χτύπησε το κουδούνι, φουρτούνιασε το βλέμμα του.
– Δεν σου είπα ρε μάνα, ότι δεν θέλω να έρχεται κανείς; Τι δεν καταλαβαίνεις; Κανέναν δεν θέλω!

Η Λένα, καταρρακωμένη, προτίμησε να μη του πει πως τόσες μέρες κράτησε επαφή με την Φιλιώ, που ρωτούσε με αγωνία να μάθει νέα του. Καθώς είδε την Φιλιώ να μπαίνει μέσα, τον Αχιλλέα τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Η έκφρασή του, συνονθύλευμα άγριου ζώου, απροστάτευτου κουταβιού και απορημένου δίχρονου. Την κοιτούσε επίμονα με κείνα τα καταγάλανα μάτια του κι εκείνη ταξίδεψε στιγμιαία σε θάλασσες.
– Καλώς την Φιλιώ. Έλα κορίτσι μου, κάθισε. είπε διστακτικά, μην αφήνοντας από το οπτικό της πεδίο τον γιο της. Έτρεμε για την αντίδρασή του.
– Καλημέρα σας… είπε το κορίτσι και τα μάγουλά της έγιναν πιο κόκκινα κι από παπαρούνα του αγρού.
– Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ; γκρέμισε κάθε ελπίδα ο Αχιλλέας.

Το κορίτσι τον κοίταξε και βούρκωσε.
– Αχιλλέα μου, ησύχασε αγόρι μου. Η Φιλιώ όλες αυτές τις μέρες που είμαστε στο σπίτι, με ρωτούσε κάθε μέρα πώς είσαι και ήθελε να έρθει, να σε δει, να σου μιλήσει.
– Συνωμοσία δηλαδή. Εμένα με ρώτησε κανείς αν θέλω να την δω; έκανε μεταβολή με το αμαξίδιό του, καρφώνοντάς την με ένα επιθετικό βλέμμα.
Έκλεισε με θόρυβο την πόρτα του δωματίου του.

Τα δάκρυα της Φιλιώς έτρεχαν αβίαστα. Η Λένα, σε ρόλο πυροσβέστη, όπως πάντα. Την αγκάλιασε τρυφερά και της ζήτησε να καθίσει. Χτύπησε την πόρτα του δωματίου για να ακουστεί η οργισμένη φωνή του γιου της “Μη τολμήσει να μπει αυτή εδώ μέσα! Παρατήστε με όλοι!”.

Η Λένα, συνηθισμένη στο να γίνεται ο σάκος του μποξ, δεν πτοήθηκε.
– Δεν άκουσες; Φύγε μάνα! Και πέταξε έξω από το σπίτι αυτήν!
– Αγόρι μου, ξέρω πως σου ήρθε ξαφνικό, απότομο, να την δεις έτσι μπροστά σου. Σου ζητώ συγγνώμη για την “συνωμοσία” όπως την χαρακτήρισες. Μα δεν είναι έτσι. Τόσο καιρό σε παρακολουθώ. Βυθίζεσαι σε μια απομόνωση που δεν σου ταιριάζει. Που δεν σου κάνει καλό.
– Μάνα ακούς τι λες; την διέκοψε και την κοίταξε σαν να ήταν εχθρός. Αυτό το βλέμμα την πονούσε, την πλήγωνε, μέρες τώρα, μα δεν έβγαζε τσιμουδιά.
– Αγάπη μου. Είμαστε όλοι εδώ, κοντά σου. Για κανέναν δεν είναι εύκολο. Σε βλέπω να μαραζώνεις, να χάνεσαι. Δεν δέχεσαι τους φίλους, τους συγγενείς. Πιστεύεις πως η μοναξιά είναι προτιμότερη. Μα δεν είναι. Άκουσέ με. Καταλαβαίνω πως στο πρόσωπο της βλέπεις τον αδερφό της, αυτόν που σε έφερε σε αυτήν την κατάσταση. Δεν είμαστε υπεύθυνοι για τις πράξεις των άλλων. Νιώθει φριχτά κι εκείνη γι’ αυτό που προκάλεσε ο αδερφός της. Από την μια πενθεί για την απώλειά του κι από την άλλη πληγώνεται που άλλαξε η δική σου ζωή και υπαίτιος είναι ο αδερφός της. Προσπαθεί να σου εξηγήσει πώς νιώθει. Άφησέ την. Θα είναι λυτρωτικό και για τους δυο σας.

Με τα δάκρυα να δυσκολεύουν τον λόγο της, τόλμησε να τον πλησιάσει, να τον αγκαλιάσει. Ο Αχιλλέας κατέβασε το κεφάλι. Και με το χέρι του, της χάιδεψε τα μαλλιά. Τόσο καιρό λαχταρούσε μια κίνηση αγάπης από τον λαβωμένο ψυχικά γιο της. Το τραύμα της ψυχής του ήταν πιο σοβαρό ακόμα κι από αυτό του κορμιού του. Το μόνο που δεν τόλμησε να του πει, ήταν ότι και στο δικό του βλέμμα τις μέρες του νοσοκομείου, όταν αντίκριζε την νεαρή κοπέλα, έβλεπε και κάτι άλλο, πιο βαθύ από την οργή.

Ένα διστακτικό χτύπημα της πόρτας, σχεδόν δήλωνε ότι ήδη το μετάνιωσε που την χτύπησε.
– Πέρασε Φιλιώ…

Η ώρα της αλήθειας. Σαν σε ανάκριση, σαν σε εκτελεστικό απόσπασμα ένιωθε ότι πήγαινε. Μα η επιθυμία της να βρεθεί δίπλα του, να του μιλήσει, κάλυπτε τον φόβο. Με μικρά βηματάκια, σαν μωρό που μαθαίνει να περπατάει, πλησίασε.
– Ευχαριστώ που με δέχτηκες. Δεν θα σε ενοχλήσω πολλή ώρα… του είπε με τρεμάμενη φωνή.
– Κάθισε. Τι μπορεί να έχουμε να πούμε οι δύο μας; της είπε, με πιο μαλακό ύφος αυτή τη φορά.
– Αχιλλέα, θέλω να ξέρεις πως λυπάμαι πολύ για ό,τι συνέβη. Μακάρι να μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω. Να είχα τον αδερφό μου πλάι μου κι εσύ να μην ήσουν σε αυτό το αμαξίδιο. Όμως δεν μπορεί να αλλάξει κανείς ό,τι έγινε. Αυτό που μπορείς εσύ, είναι να ζήσεις. Έχεις την ευκαιρία.
– Δεν θέλω να ζω σε αμαξίδιο Φιλιώ! Δεν το επέλεξα! Με καθήλωσε ο αδερφός σου σε αυτό. Από λάθος του. Από απερισκεψία. η έκφρασή του, αγρίεψε πάλι.
– Καταλαβαίνω απόλυτα.
– Όχι Φιλιώ. Δεν καταλαβαίνεις. Κανείς δεν μπορεί να με καταλάβει. Κανείς! γύρισε το αμαξίδιο να την έχει πλάτη κι άφησε τα δάκρυά του να τρέξουν. Τόσες μέρες δεν επέτρεψε σε κανέναν να τον δει να κλαίει, ούτε καν στην μαμά του.

Η Φιλιώ σηκώθηκε, στάθηκε πίσω του και με την παλάμη της, άγγιξε τον ώμο του. Για μερικά λεπτά, τα λόγια σώπασαν. Μιλούσε η γλώσσα του σώματος. Εκείνη έκλεισε τα μάτια κι ευχήθηκε με όλη της την ψυχή να την συγχωρέσει, που είναι η αδερφή του άντρα που του άλλαξε τη ζωή. Να την αφήσει να είναι κοντά του. Εκείνος, με κομμένη ανάσα, ευχήθηκε να μην φύγει ποτέ από δίπλα του, να έχει υπομονή και να τον ανέχεται.

Και χρειάστηκε τεράστια αποθέματα υπομονής η Φιλιώ. Τον επισκεπτόταν κάθε μέρα. Ήταν φορές που ήταν αμίλητος, κακότροπος, ανυπόφορος. Εκείνη όμως τον άφηνε να ξεσπάει. Να βγάζει τον θυμό του, την οργή του, για όλους, για όλα, για τον Θεό, τους ανθρώπους, την τύχη. Τον άκουγε υπομονετικά. Δεν του έλεγε αυτά που ήξερε ότι δεν τον βοηθούν, ότι όλα θα πάνε καλά, ότι γίνονται θαύματα, ότι υπάρχουν χειρότερα κι όλα αυτά που λέμε σε τέτοιες περιπτώσεις. Του διάβαζε τα αγαπημένα της βιβλία, τον παρακινούσε να γυμνάζει το σώμα του, τον έπεισε να βγαίνουν βόλτες έξω.

Η Σπυριδούλα δεν έβλεπε με καλό μάτι τις επαφές της κόρης της με τον Αχιλλέα. Στο μυαλό της ήταν κολλημένο ότι αυτός σκότωσε τον γιο της. Κι ας ήξερε η ψυχή της πως δεν έφταιγε το παλικάρι. Την αποθάρρυνε, έκλαιγε, την κατηγορούσε ότι προδίδει τον αδερφό της, την μάνα της, την απειλούσε ότι θα φύγει από το σπίτι αν συνέχιζε, της θύμιζε πως οι δυο τους έμειναν, πως αυτός που στηρίζει και βοηθάει είναι αυτός που έστειλε στο χώμα τον αδερφό της. Με κάθε τρόπο προσπαθούσε να ξεκόψει την κόρη της από ‘κείνο το σπίτι, από όλη την οικογένεια, κυρίως από κείνον. Μπορεί να πονούσε, να θρηνούσε, να πενθούσε, μα ήταν μάνα ακόμα. Και καταλάβαινε ότι η κόρη της, έτρεφε αισθήματα γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Δεν μπορούσε όμως να το δεχτεί. Τόσοι άντρες γύρω της. Αυτός της έκλεψε την καρδιά; Πώς είναι δυνατόν; Πώς μπόρεσε να ερωτευτεί αυτόν;

Η Φιλιώ, αποδείχτηκε πιο ψύχραιμη, πιο σοφή, πιο ευέλικτη από όλους. Δεν άφησε τον πόνο της να αδικήσει, να κακολογήσει, να επιτεθεί, σε κανέναν. Στάθηκε δίπλα στην μαμά της, σαν κόρη, δίπλα στην κυρία Λένα σαν φίλη, δίπλα στον Αχιλλέα, θα ήθελε σαν σύντροφος, μα ήταν ο κρυφός της πόθος. Είχε τα σωστά λόγια πάντα, για τον καθένα χωριστά, που έβγαιναν από την ψυχή της. Κι αυτό την έκανε πολύτιμη. Ο Αχιλλέας μετά από καιρό, πάντα με την Φιλιώ στο πλάι του, γλύκανε, κέρδιζε πίσω τον παλιό, καλό εαυτό του. Άρχισε να συμφιλιώνεται με το αναπηρικό αμαξίδιό του και να γίνεται όσο πιο ανεξάρτητος μπορούσε. Άρχισε να αφήνει την οργή που ένιωθε για τα πάντα.

Ένα απόγευμα, στο δωμάτιό του, γέλασε με την ψυχή του, μετά από πολύ καιρό, όταν η Φιλιώ, του έκανε μιμήσεις. Την χειροκροτούσε και γελούσε. Εκείνη υποκλινόταν όλο χάρη και νάζι, και ένιωθε αγαλλίαση μέσα της, που κατάφερε να τον κάνει να γελάσει. Η συνέχεια, σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Μόνο στα όνειρά της, στα πιο τρελά μάλιστα. Ο Αχιλλέας, την έπιασε από το χέρι και με μία απότομη κίνηση, την τράβηξε επάνω του. Εκείνη που δεν ήταν προετοιμασμένη, ταλαντεύτηκε κι έπεσε πάνω στα πόδια του και στην αγκαλιά του. Βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο, ανάσα με ανάσα κι έδωσαν το πρώτο τους φιλί. Αυτό που τελικά και οι δύο περίμεναν τόσο καιρό και κανένας δεν είχε το θάρρος να το διεκδικήσει.

Η μαμά του άκουγε τα γέλια και έκανε τον σταυρό της. Χτύπησε την πόρτα, μπήκε στο δωμάτιο. Η Φιλιώ, πανικοβλήθηκε, έκανε να σηκωθεί μα εκείνος δεν την άφησε. Η Λένα ήθελε να τσιρίξει από χαρά. Αρκέστηκε σε ένα τρυφερό βλέμμα και στους δύο και σε ένα γλυκό χαμόγελο. Έκλεισε την πόρτα, πήγε στην εικόνα της Παναγιάς κι άφησε τα δάκρυα ευγνωμοσύνης, εκεί, μπροστά, στην μάνα όλων. Ευγνώμων ήταν και στο κορίτσι αυτό. Αν δεν επέμενε, αν δεν υπέμενε, δίπλα στον γιο της, τίποτα από αυτά δεν θα γινόταν. Επέστρεψε ο γιος της κι αυτό θα της το χρωστούσε πάντα.

Το μόνο αγκάθι, η Σπυριδούλα. Πόσα της έλεγε η Φιλιώ… Να τους δώσει μια ευκαιρία, να τους γνωρίσει, να δει πόσο όμορφοι άνθρωποι είναι. Της έλεγε πόσο ευτυχισμένη είναι δίπλα στον Αχιλλέα, πόσο την αγαπάει, την κάνει να γελάει. Η Σπυριδούλα άκουγε, μα δεν την κοιτούσε ποτέ και δεν απαντούσε ποτέ. Την λάτρευε την κόρη της. Μονάχα αυτή της είχε απομείνει. Ήταν όλος της ο κόσμος, μα όχι αυτό. Αυτό δεν μπορούσε. Είχε φωλιάσει μέσα της το μίσος γι’ αυτόν τον άντρα και την οικογένειά του. Ο γιος της έφυγε. Η αγκαλιά της άδειασε. Το σπίτι της ερήμωσε. Πώς να δεχτεί να βάλει λοιπόν στο σπίτι της αυτόν που τους έκανε το μεγαλύτερο κακό; Να μαζεύονται όλοι μαζί, να τρώνε, να πίνουν, να γελάνε; Δεν μπορούσε να το διανοηθεί. Ούτε για χάρη της κόρης της δεν θα το δεχόταν ποτέ.

Τα παιδιά, παντρεύτηκαν, δύο χρονιά μετά. Με ελάχιστους συγγενείς και φίλους. Η Σπυριδούλα δεν παραβρέθηκε. Δεν χάρηκε τίποτα από τις προετοιμασίες του γάμου. Έβλεπε την κόρη της ευτυχισμένη, μα δεν μπορούσε να την βάλει πάνω από το ποτισμένο μίσος για τον άντρα, που της έκλεψε και την κόρη. Αυτός ο άντρας έμελλε να της στερήσει και τα δύο της παιδιά.

Σε τρεις μήνες, η Φιλιώ έμεινε έγκυος. Η χαρά όλων απερίγραπτη. Μόνο της Σπυριδούλας συγκρατημένη. Χαιρόταν για την κόρη της, που θα γίνει μάνα. Εγγόνι, θα έχει εγγόνι. Μα δεν άφηνε την καρδιά να πετάξει, σε ουρανούς χαράς. Το εγγόνι της θα έχει μπαμπά αυτόν. Η έκφραση του προσώπου της, άλλαζε ανά δευτερόλεπτο. Μέχρι τώρα, όλον αυτόν τον καιρό, η μοναδική φορά που βρέθηκε στον ίδιο χώρο με τον γαμπρό της και την μαμά του, ήταν εκείνη τη νύχτα, που πήγε στο νοσοκομείο που νοσηλευόταν ο Αχιλλέας και τους καταράστηκε. Την ημέρα που γεννούσε η κόρη της όμως, δεν μπορούσε να λείπει. Μόνη σε μια γωνιά, απομακρυσμένη από την οικογένεια που την πλήγωνε, περίμενε να βγει η κόρη της, να την δει. Και φυσικά το εγγόνι. Το ζευγάρι, δεν είχε πει σε κανέναν το φύλο του παιδιού. Όταν η Φιλιώ και το μωρό ήταν έτοιμοι, πήγαν όλοι προς το δωμάτιο. Η Σπυριδούλα, έκατσε ακίνητη στη θέση της. Κι ας έτρεμε ολόκληρη από λαχτάρα να δει την κόρη της και το βρέφος. Η Λένα, που είδε την Σπυριδούλα, έκανε νόημα στον Αχιλλέα, στον άντρα της και στον άλλο της γιο, να αφήσουν πρώτη την Σπυριδούλα να μπει. Ο Αχιλλέας, που τόσο καιρό έβλεπε την γυναίκα του να υποφέρει με όλη αυτή την κατάσταση με την μαμά της, κατάλαβε. Έκανε πίσω. Όλοι γύρισαν στις θέσεις τους και η Λένα, με ένα γλυκό νεύμα παρότρυνε την Σπυριδούλα να προχωρήσει. Εκείνη αρχικά σάστισε. Δεν ήθελε χάρες από δαύτους. Μα το χαμόγελο της Λένας και τα βουρκωμένα της μάτια, της θύμισαν τον εαυτό της, το πώς είναι να είσαι μάνα. Το πώς παλεύει πάντα η μάνα να τα ισορροπήσει όλα.

Μπήκε. Κλάματα, ευχές, φτου φτου σκόρδα από την μία, σταύρωνε το βρέφος από την άλλη. Αγκάλιαζε την κόρη της και δεν μπορούσε να το πιστέψει. Πότε μεγάλωσε τόσο κι έχει τώρα στην αγκαλιά της το δικό της παιδί; Ήταν τόσο απορροφημένη από την ευτυχία της στιγμής, που δεν κατάλαβε πίσω της τους υπόλοιπους που μόλις μπήκαν. Μόνο όταν η Φιλιώ, κοίταξε από πίσω της και είπε “αγάπη μου, σου μοιάζει” κατάλαβε πως πια, είναι όλοι μαζί. Παγιδευμένη ένιωθε. Ακούμπησε τον εγγονό της με αγάπη στην αγκαλιά της κόρης της κι έκανε να φύγει. Ο Αχιλλέας, την έπιασε από το χέρι διστακτικά και της ζήτησε με παρακλητική φωνή να μη φύγει. “Κυρία Σπυριδούλα, αυτή η στιγμή, είναι ολονών μας. Θα θέλαμε με την Φιλιώ, να ανακοινώσουμε σε όλους, ότι το μωρό μας θα το ονομάσουμε Κλεάνθη”.

Η Λένα κοίταξε τον γιο της με λατρεία.
Η Φιλιώ κοίταξε την μαμά της με αγωνία.
Η Σπυριδούλα κοίταξε τον μικρό Κλεάνθη, τον φίλησε στο πατουσάκι και ένα λυτρωτικό κλάμα γέμισε το δωμάτιο. Της έδωσαν τον χρόνο της όλοι. Κάποιες στιγμές μετά, έσκυψε, φίλησε στο μέτωπο τον Αχιλλέα και του είπε “Σε αδίκησα. Το ξέρω. Συγχώρεσέ με”. Ο νεαρός άντρας της χαμογέλασε και της είπε να ξεχάσουν τα παλιά.

Η Σπυριδούλα έτεινε το χέρι της στην Λένα, λέγοντας της ευχαριστώ και συγγνώμη.
– Οι μάνες ξέρουμε. Καταλαβαίνουμε. απάντησε η Λένα και της χαμογέλασε.
– Εεεεε είμαι κι εγώ μάνα τώρα! είπε παραπονιάρικα και χαριτωμένα η Φιλιώ κι όλοι γέλασαν.

Ο μικρός Κλεάνθης τους ένωσε, τους έκανε μια οικογένεια πια. Κι ο μεγάλος Κλεάνθης, που βιάστηκε, που πέρασε το κόκκινο κι έφυγε από κοντά τους τόσο γρήγορα, από κάπου εκεί γύρω, χαιρόταν κι εκείνος.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading