«Σκοτώθηκε δηλαδή ρε Φωτεινούλα;»
«Ναι, χτες το βράδυ! Τι σου λέω τόση ώρα; Κρίμα, τόσο νέος άνθρωπος…», ρούφηξε απότομα τον ελληνικό και κάηκε.
«Και η γυναίκα του θα φύγει τώρα από το χωριό;»
«Ώχου! Πού να πάει βρε Δήμητρα; Ορφανή είναι, αδέρφια δεν έχει, άνθρωπος δεν υπάρχει!».
«Θα πάμε στην κηδεία; Ρωτώ γιατί δεν τους ξέραμε καλά», ανασήκωσε τους ώμους.
«Όλο το χωριό πρέπει να πάει, τι θα πει δεν τους ξέραμε καλά! Τα δύσκολα είναι γι’ αυτό».
Ντύθηκαν τα μαύρα οι χωριανοί και βγήκαν από την πόρτα όταν άκουσαν την καμπάνα να χτυπά. Τον άτυχο νέο σήκωσαν τέσσερις, την μάνα του την βαστούσαν κι αυτήν τέσσερις, η γυναίκα του συγκλονισμένη κι αμίλητη βάδιζε ξοπίσω κρατώντας την κοιλιά της. Ήθελε η Δήμητρα για να γεννήσει το κοριτσάκι τους τέσσερις μήνες ακόμα.
«Γέννησε η ξένη, τα ‘μάθες, Φωτεινούλα;»
«Κιόλας;» έστρωσε το καρέ της να είναι περιποιημένο λες και ήταν και δικιά τους η χαρά.
«Έμαθα από μια φίλη μου που δουλεύει στο νοσοκομείο ότι δεν πάτησε άνθρωπος».
«Τι λες καλέ Δήμητρα; Και πού είναι το σόι του μακαρίτη του Γιώργου; Έτσι θα άφηναν τη νύφη τους;»
«Άνθρωπος σου λέω! Δεν θέλουν πάρε δώσε μαζί της, γιατί λέει αυτή φταίει που ήπιε εκείνο το βράδυ και τράκαρε ο συγχωρεμένος».
«Τι έκανε λέει;»
«Ναι, αυτή φταίει!»
«Δεν είμαστε καλά!»
«Φωτεινούλα, παλουκώσου κάτω! Δεν είναι δουλειά μας!».
Κοίταξε το ρολόι της και μπήκε στο σούπερ μάρκετ ξέροντας ότι εκείνη σχόλασε και θα την πετύχει εκεί. Πήρε ένα από τα μεγάλα καρότσια και άρχισε να το γεμίζει πράγματα. Την πέτυχε στα ζυμαρικά.
«Κυριακούλα μου, τι κάνεις;» την φίλησε σταυρωτά. «Έμαθα τα ευχάριστα, να σου ζήσει η εγγονή!».
«Να ζήσει αυτή, να φύγει το παιδί μου…», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της.
«Δεν σε άκουσα, καλή μου».
«Να ‘σαι καλά μα βιάζομαι».
«Πας να δεις την μικρή και είσαι βιαστική;»
«Όχι Φωτεινή, να σου πω κάτι, δεν πάω εκεί και ούτε θα πάω».
«Γιατί; Τι σου έκανε το μωρό, βρε Κυριακή;»
«Η μάνα της μου ‘κανε!».
«Και το μικρό τι φταίει και το ‘χεις ξεγραμμένο;»
«Φταίει, δεν φταίει, εγώ εκεί δεν πατώ τα πόδια μου. Αν δεν ήταν αυτή θα ζούσε ο γιος μου», έσφιξε τα δόντια της.
«Γιατί, καλή μου; Αυτή του ‘δωσε το ποτήρι με το ζόρι;»
«Α! Ως εδώ!» έκανε να φύγει, μα η Φωτεινή την μπλόκαρε με το καρότσι.
«Νομίζω ότι πρέπει να το ξανασκεφτείς, γιατί τα κορίτσια σε χρειάζονται. Δώσε μου το καρότσι σου και πάρε το δικό μου».
Η γυναίκα κοίταξε το καρότσι της Φωτεινής και το είδε γεμάτο πάνες, γάλατα, κρέμες και μωρουδιακά. Σάστισε μα κούνησε το κεφάλι αρνητικά.
«Τι θες και ασχολείσαι;»
«Ξέρεις πολύ καλά και εμένα πώς με φώναζαν όταν ήρθα στο χωριό. Η ξένη. Ξέρεις ότι ήμουν μόνη με τον άντρα μου και δεν είχα κανέναν άλλον. Εκείνη δεν έχει ούτε αυτόν».
«Το ξέρω. Πρέπει να φύγω, Φωτεινή. Για το καλό της φιλίας μας, μη με ξαναενοχλήσεις».
Επέστρεψε απογοητευμένη στο σπίτι, άδειασε τα πράγματα στο τραπέζι και απόμεινε να κάνει βόλτες γύρω του. Γύρισε ο άντρας της, ο Κωστής, από το καφενείο και αφού άκουσε την ιστορία, την πήρε στην αγκαλιά του.
«Θα τα πάω εγώ», της είπε για να την ξαλαφρώσει.
Η Κατερίνα άνοιξε ξεμαλλιασμένη την πόρτα με μία βρώμικη ρόμπα που μύριζε ξεραμένο γάλα και από πίσω ακούγονταν ουρλιαχτά που διαπερνούσαν και τους τοίχους.
«Κολικοί;» προσπάθησε να διασκεδάσει τον πόνο της, μα λυπήθηκε μέσα του αυτό το ταλαίπωρο πλάσμα. Αφού συστήθηκε, έδωσε μια μια τις τσάντες και η γυναίκα τις ακούμπησε στο τραπέζι και τον ευχαρίστησε πολλές φορές. «Καταλαβαίνω… Ξέρω… Ελπίζω να μπορούσα να κάνω κάτι περισσότερο…», είπε διστακτικά. Έσκυψε το πανύψηλο σώμα του για να βγει από την πόρτα και η Κατερίνα εκείνη τη στιγμή τον φαντάστηκε σαν τον Άγιο Βασίλειο.
«Σας ευχαριστώ, ξανά. Δεν είμαι η μόνη. Χιλιάδες γυναίκες είναι στην ίδια κατάσταση, να μεγαλώνουν τα παιδιά τους μέσα στην απελπισία. Προσεύχομαι για αυτές να μη χρειάζεται να ρωτάνε μέσα τους «θα έχω φαΐ αύριο να τα ταΐσω»; Πείτε πολλά ευχαριστώ στην σύζυγό σας, βλέπω το χέρι της που φρόντισε τα πράγματα του μωρού μου».
Πέρασαν λίγοι μήνες όπου η Φωτεινή συνέχισε να της στέλνει τρόφιμα και ρούχα μέσω του άντρα της. Ένα πρωί έπιναν τον καφέ τους παρέα με την Δήμητρα όταν άκουσαν ασθενοφόρο να μπαίνει στο χωριό.
«Παναγία μου, τι να ‘γινε;» σταυροκοπήθηκε η Δήμητρα.
«Έλα, πάμε έξω να δούμε μήπως χρειαστεί να βοηθήσουμε», πετάχτηκε η Φωτεινή και έριξε μια ζακέτα στους ώμους της.
«Δεν ησυχάζεις ποτέ εσύ», την μάλωσε τάχα μου ο άντρας της που την αγάπησε τόσο πολύ ακριβώς για αυτό.
«Λενιώ, τι έγινε;» φώναξε σε μια γειτόνισσα που είχε βγει και σχεδόν κρεμόταν από την βεράντα της για να βλέπει πιο καλά.
«Η Κυριακή, του Μηνά, έπαθε ανακοπή εκεί που σκάλιζε τον κήπο. Βρήκε λέει κάτι παλιά άδεια μπουκάλια του γιου της θαμμένα στο χώμα. Μπαμ και σωριάστηκε!»
«Μπράβο, ενημέρωση, το Λενιώ!», πήρε μια ανάσα η Δήμητρα που έχασε το χρώμα της από το γρήγορο περπάτημα. «Πάμε σπίτια μας τώρα και έχει ο Θεός».
«Πάμε πρώτα στου Μηνά να δούμε μήπως θέλει κάτι και μετά γυρνούμε» είπε και συμφώνησε η φίλη της.
Λίγες μέρες μετά γύρισε η Φωτεινή σπίτι από τη δουλειά και βρήκε τον άντρα της και τη φιλενάδα της να την περιμένουν ολόχαροι στο σαλόνι.
«Τι γιορτάζουμε;», έβγαλε την τσάντα από τον ώμο της και πήρε ένα ποτήρι κρασί να τσουγκρίσει.
«Αρχικά, την σκαπούλαρε η πεισματάρα η Κυριακή. Και έμαθα από την φιλενάδα μου ότι είχε και πολλές επισκέψεις στο νοσοκομείο. Μάντεψε ποια!»
«Μη μου πεις!» βολεύτηκε στον καναπέ γρήγορα.
«Ναι, καλέ, την νύφη της! Πήγε το κορίτσι να την δει!».
«Απίστευτο! Αυτό το κορίτσι είναι ένας άγγελος!».
«Η Κυριακή κατάλαβε ότι ο γιος της, Θεός σχωρέστον, είχε πρόβλημα και άδικα κατηγορούσε το κορίτσι. Τα βρήκαν οι δύο τους και μάλιστα ετοιμάζουν και την βάφτιση της μικρής».
«Εγώ! Εγώ θα το πω!» πετάχτηκε ο Κωστής. «Θέλει εσένα για νονά η Κατερίνα!»
«Εμένα; Εμένα γιατί; Αφού δεν με ξέρει καν!» τους αγκάλιασε συγκινημένη.
«Αυτό είπα και εγώ στην αρχή. Ξέρεις τι μου απάντησε; Ούτε εκείνη με ήξερε!»
C.C.
