Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Στο κάστρο του αίματος

[Σημείωση: Φέτος (2024), εκτός απροόπτου, θα δημοσιευτεί το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματός μου σε συνέχειες, «Η Εντολή της Κόμισσας». Μέχρι τότε, θα δημοσιευτούν μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]

***

 

Στο κάστρο του αίματος

του Κλαρκ Μέιχεμ
(Τεύχος Ιανουαρίου, 1889, σελ. 3-12)

Αγαπημένε μου αναγνώστη,
Σήμερα θα σου συστήσω έναν άνθρωπο που έχει δουλέψει όσο λίγοι ώστε να έχεις αυτό το περιοδικό σήμερα. Κλαρκ Μέιχεμ. Να το θυμάσαι αυτό το όνομα, γιατί δεν είναι η τελευταία φορά που θα δεις ένα δικό του διήγημα να δημοσιεύεται στο Weird Literature. Η ακόλουθη ιστορία γράφτηκε από έναν άνθρωπο που εκτιμώ πολύ, κυρίως γιατί είναι πολλά χρόνια συνεργάτης μου στο Weird Literature. Ο Κλαρκ έχει εργαστεί σε μεγάλες εφημερίδες, τις οποίες δεν θα κατονομάσω, γιατί μου το ζήτησε ο ίδιος. Θα πω μόνο τη δική μου άποψη για αυτές: θα έπρεπε να ντρέπονται, γιατί δεν εκτίμησαν το ταλέντο του. Ο Κλαρκ ήθελε από παλιά να ασχοληθεί με τη συγγραφή ιστοριών φρίκης, μυθοπλασίας γενικότερα, και όχι τόσο με άρθρα για τα σύγχρονα γεγονότα. Θα είχε τη δική του στήλη, μια δυο ή λίγες παραπάνω σελίδες, ενώ ταυτόχρονα θα ασχολιόταν με τη διεύθυνση και ομαλή λειτουργία της εκάστοτε εφημερίδας. Αλλά επέλεξαν να τον παραμερίσουν, να τον υποτιμήσουν, κάτι που τον εμπόδισε ακόμα και να γράψει, γιατί βρισκόταν συχνά και για καιρό χωρίς δουλειά.
Από την άλλη, βέβαια… Ξέρεις τι, θα πω ένα ευχαριστώ στους εν λόγω «κυρίους»! Χωρίς τις βλακώδεις αποφάσεις τους, δεν θα είχα την τιμή να συνεργάζομαι με τον Κλαρκ, οπότε μου έκαναν καλό. Μας έκαναν καλό, αγαπημένε μου αναγνώστη, γιατί κι εσύ ωφελείσαι.
Δεν θα πω πολλά για την ίδια την ιστορία. Τη βρήκα εκπληκτική. Αν και ο συνάδελφός μου θα διαφωνήσει, τολμώ να πω ότι θα τη λάτρευε μέχρι και ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, τον οποίο θαυμάζει. Το διήγημα αυτό έχει την ελπίδα που χάνεται και την θλίψη που εισβάλλει στην ψυχή, ενώ ένας τοπικός θρύλος συμπληρώνει την εικόνα στον καμβά που ζωγράφισε ο Κλαρκ. Έχω πάει στην Γερμανία και, διαβάζοντας την ιστορία αυτή, ένιωσα σαν να είμαι ξανά εκεί, για να ακολουθήσω τον άντρα που αποζητά εναγωνίως την λύτρωσή του, μη λαμβάνοντας υπ’ όψιν του τις πιθανές συνέπειες. Είναι από τις πρώτες που έχει γράψει ο Κλαρκ και ειλικρινά δε βλέπω την ώρα να δημοσιεύσουμε την επόμενη.
Τζον Μπάρλοου

Με λένε Μαξιμίλιαν Χίλντεμπραντ. Απ’ όσο ξέρω, δεν έχω καμιά συγγένεια με τον ηρωικό Χίλντεμπραντ, για τις περιπέτειες του οποίου άκουγα από μικρός. Δεν ξέρω τι θα πιστέψεις για εμένα, άγνωστε φίλε μου. Αλλά ό,τι διαβάσεις εδώ είναι απόλυτα αληθινό. Θα σου πω πώς βρέθηκα μέσα σε ένα υγρό, βρομερό και μουχλιασμένο μέρος, όπου το σκοτάδι χανόταν όσο προχωρούσα. Πώς κρατούσα την νεκρή γυναίκα μου, τη Ρίκε, στην αγκαλιά μου. Ήξερα τι πήγαινα να κάνω, τουλάχιστον ως ένα βαθμό. Θα ζητούσα ελεημοσύνη από το Κακό που ζούσε εδώ μέσα. Ήθελα πίσω τη Ρίκε και αυτό το σάπιο κάστρο ήταν η τελευταία μου ελπίδα.

Ό,τι και να σκεφτόμουν, ό,τι και να αποφάσιζα, δεν έπρεπε να πάω στο κάστρο των προγόνων μου, στο Φεφλούχτες Σλος, στο Καταραμένο Κάστρο, όπως το αποκαλούσαν. Αυτό μου έλεγαν παλιά οι δικοί μου στην πατρίδα μου, το Γκέρινγκντορφ, στο οποίο είχαμε επιστρέψει με την άρρωστη σύζυγό μου, αφενός γιατί δεν την είχα φέρει ποτέ από τότε που γνωριστήκαμε και αφετέρου γιατί εκείνο το γερμανικό χωριό ήταν κοντά σε βουνό και ο γιατρός της είχε θεωρήσει ότι αυτή η αλλαγή περιβάλλοντος θα βοηθούσε τα πνευμόνια της να ανασάνουν ξανά. Ήταν μια δύσκολη απόφαση, που πήρα όταν συνειδητοποίησα ότι η ταλαιπωρία της αγαπημένης μου Ρίκε όχι μόνο δεν περιοριζόταν, μα χειροτέρευε, συγκλονίζοντας το κορμί της με δυνατούς σπασμούς, με βήχα και με έναν πυρετό που δύσκολα έπεφτε. Η Ρίκε, ως μια γυναίκα που είχε μεγαλώσει στην πόλη και φρόντιζε πάντα ώστε να είναι περιποιημένη, δεν ήθελε να επισκεφτούμε το χωριό μου κάτω από αυτές τις συνθήκες. Έλεγε να περιμένουμε να βελτιωθεί η κατάστασή της και ότι μετά θα είχαμε όλο το χρόνο μπροστά μας για να ταξιδέψουμε και να χορέψουμε και να περάσουμε καλά. Αλλά ο γιατρός επέμεινε, κρίνοντας ότι το μεγάλο υψόμετρο θα ήταν πολύ πιο ωφέλιμο από κάθε φάρμακο που θα της έδινε.

Όταν ανακοίνωσα στη Ρίκε ότι θα φεύγαμε μετά από δύο ημέρες, εκείνη ήταν τόσο κουρασμένη που δεν έφερε αντίρρηση. Ετοιμάσαμε όποια από τα υπάρχοντά μας θα χρειαζόμασταν και την προκαθορισμένη ώρα φύγαμε. Πήγαμε με άμαξα ως τον σιδηροδρομικό σταθμό και με το τρένο διασχίσαμε μια απέραντη έκταση χιονισμένων δασών. Την είχα ξανακάνει αυτή τη διαδρομή σχετικά πρόσφατα, όταν πήγα στην κηδεία του τελευταίου συγγενή μου, της μητέρας μου. Όπως και τότε, όπως και πιο παλιά, δεν έχασα την ευκαιρία να παρατηρήσω τα ψηλά δέντρα (τα πεύκα, τα έλατα, τις βελανιδιές) και το χορτάρι, τα ζωντανά που εμφανίζονταν σποραδικά και έφευγαν μακριά από τις γραμμές του τρένου. Είδα τους ανθρώπους που μοχθούσαν καθώς έκαναν τις λίγες εργασίες του αγρού που μπορούσαν να κάνουν μες στον χειμώνα. Βλέπαμε με τη Ρίκε τα χαμηλά, φτωχικά σπίτια που είχαν χτιστεί προ αιώνων, αλλά που ακόμη κατοικούνταν. Εκείνη χαμογελούσε, έχοντας το μαντήλι στο στόμα της. Ανοιγόκλεινε τα καφετιά μάτια της και χάιδευε τα ξανθά μαλλιά της κάτω από το μεγάλο άσπρο καπέλο της. Έπινε το τσάι της αργά-αργά, αφήνοντας το δυνατό καυτό υγρό να ανακουφίζει τον λαιμό της. Έκανε ζέστη στο τρένο, κι έτσι είχαμε βγάλει τα παλτά μας. Ακούγαμε τις συζητήσεις άλλων ταξιδιωτών και θαυμάζαμε τα μικρά παιδιά. Η Ρίκε, όπως και εγώ, λυπόταν που δεν είχαμε αποκτήσει κανένα δικό μας παιδί. Την είδα να τα κοιτάζει με μια θλίψη στο βλέμμα της, για αυτό και φρόντισα να της αναπτερώσω το ηθικό, λέγοντάς της ότι θα κάναμε και δικά μας τέκνα. Για να την κάνω να χαμογελάσει, της είπα ότι μπορεί η παραμονή μας στο χωριό μου να μας έδινε και αυτή την ευκαιρία που ποθούσαμε. Θα ήμαστε μόνοι σε ένα μεγάλο παλιό σπίτι, της είπα. Σε εκείνο το μέρος, όλοι οι Χίλντεμπραντ είχαν κάνει πολλά παιδιά. Δεν μπορεί, κάτι θα έχει αυτό το σπίτι, της είπα. Θα είναι μαγικό. Το κόλπο μου έπιασε, η Ρίκε έσκασε ένα από τα υπέροχα χαμόγελά της και με σκούντηξε ελαφρά. Έπειτα, ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο μου και εγώ πέρασα το χέρι μου γύρω από την μέση της. Μείναμε έτσι για μεγάλο μέρος της διαδρομής, νιώθοντας τις αναπνοές μας να ακολουθούν τον ίδιο ρυθμό.

Όταν φτάσαμε στην κοντινή κωμόπολη, πήραμε μια άμαξα και διασχίσαμε τον χωματόδρομο ως το Γκέρινγκντορφ. Όπως το θυμόμουν, το κάστρο ήταν αυτό που εμφανίστηκε πρώτα στο οπτικό μας πεδίο, δεσπόζοντας πάνω από το κοντινό χωριό. Δεν είχα πει τίποτα στη Ρίκε ή σε κάποιον από τους φίλους μας για το κάστρο. Ήταν ένα από εκείνα τα μυστικά που όλοι έχουμε, αλλά που προσπαθούμε με κάθε τρόπο να κρατήσουμε για εμάς. Ήξερα ότι ανήκε στην οικογένειά μου αιώνες τώρα, αλλά ποτέ δεν είχα πάει σε αυτό, όπως δεν είχε πάει και κανένας άλλος από τα αδέρφια μου ή από τους γονείς μου, ο Θεός να τους αναπαύει. Από μικρά μας έλεγαν ότι απλά το έχουμε στην κατοχή μας. Δεν το χρησιμοποιούμε, ούτε καν το πλησιάζουμε. Αυτό το τετράγωνο γκριζαρισμένο κτίσμα, με τους πυργίσκους και την μόνιμα σφραγισμένη πύλη του, ήταν σαν μία κληρονομική ασθένεια από την οποία, όσο και να πάλευες, δεν θα μπορούσες ποτέ να απαλλαχθείς. Θα ήταν πάντα εκεί και, αν κοιτούσες προς το σημείο όπου βρισκόταν, αυτό θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα πρόσεχες. Βέβαια, αντίθετα από τις απαίσιες παθήσεις που περνούσαν από την μια γενιά στην άλλη, το κάστρο ήταν ωραίο, τουλάχιστον εξωτερικά και βάσει της τοποθεσίας του. Ξεπερνούσε σε ύψος όλα τα δέντρα, τα σφεντάμια, τα οποία είχαν σχηματίσει ένα προστατευτικό κύκλο γύρω του. Φαινόταν ότι κανένα από τα γύρω φυτά δεν το είχε πλησιάσει, ούτε καν για να πάρει λίγο από το νερό της τάφρου που είχαν σκάψει κάποτε. Ήταν λες και η φύση ήξερε τι είναι και το απέφευγε. Απ’ όσο θυμόμουν, ούτε ζώα πήγαιναν κοντά του. Μια φορά, όντας δέκα ή έντεκα χρονών, είχα ξεφύγει από την επίβλεψη των γονιών μου και, μαζί με τον Γέγκα, τον Κυνηγό, όπως αποκαλούσαμε το λυκόσκυλό μας, κατευθυνθήκαμε τρέχοντας προς το κάστρο. Αλλά ο Γέγκα, που ήταν ένα πολύ γενναίο σκυλί, έφτασε μόνο ως την άκρη του αρχαίου δάσους που είχε συσπειρωθεί γύρω και μακριά από το κάστρο. Δεν είχε τολμήσει να περάσει ούτε το ξύλινο γεφυράκι που συνέδεε το Γκέρινγκντορφ με την περιοχή του κάστρου. Είχε γαβγίσει έντονα και γρύλιζε, δείχνοντας τα δόντια του και έχοντας την ουρά ανάμεσα στα σκέλια του. Εγώ είχα βγει από την άλλη πλευρά του ποταμού, αλλά ένιωθα μια παγωμάρα να με παραλύει. Από την μια κοίταζα τον φοβισμένο Γέγκα και από την άλλη, ανάμεσα από τους χοντρούς κορμούς των δέντρων, αντίκριζα όσο ήταν εφικτό τα τείχη του κάστρου. Από κάποια στιγμή και μετά, παραμέρισα τα γρυλίσματα του σκύλου και έσκυβα, πήγαινα δεξιά και αριστερά, για να δω καλύτερα το μέρος που μου είχαν πει πολλές φορές να μην επισκεφτώ για κανένα λόγο. Ήθελα να πάω, μόνο και μόνο για να μάθω τι είχε πια αυτό το μέρος και τρομοκρατούσε όλο τον κόσμο (τότε νόμιζα ότι το Γκέρινγκντορφ ήταν όλος ο κόσμος που υπήρχε). Ήμουν έτοιμος να τρέξω προς αυτό, όταν με ανακάλυψαν οι γονείς μου και τα αδέρφια μου και αργότερα ο πατέρας μου και η μητέρα μου φρόντισαν με τις φωνές και το ξύλο να καταλάβω ότι δεν πρέπει ποτέ ούτε να διανοηθώ να πάω σε αυτό το καταραμένο κάστρο, που τόσοι άνθρωποι χάθηκαν άδικα ή γιατί, πάνω στην αγωνία τους, φάνηκαν τόσο απερίσκεπτοι ώστε να εκπληρώσουν τις εκκλήσεις του. Πήγαν σε αυτό και πέθαναν, μικρέ. Πέθαναν από τα καταραμένα όπλα του, τα όργανα του θανάτου που τρέφουν τον δαίμονα που ζει μέσα του. Και όντως, δεν πήγα, αν και η ιδέα δεν είχε φύγει εντελώς από το μυαλό μου.

Η Ρίκε το είδε, φυσικά, και με ρώτησε σχετικά. Της είπα δήθεν ότι δεν ήξερα πολλά, ότι ποτέ δεν με ενδιέφερε. Το πιο πιθανό είναι ότι δεν την έπεισα, αλλά δεν το έθιξε παραπέρα, καθότι είχαμε φτάσει στο σπίτι και κατεβαίναμε από την άμαξα. Το σπίτι ήταν όπως το θυμόμουν από την τελευταία φορά που είχα βρεθεί εδώ: μεγάλο, με άσπρες πέτρες να αποτελούν τους τοίχους του και καφετιά κεραμίδια να προστατεύουν από τη βροχή. Ήταν άδειο από ανθρώπους (αλλά όχι από έντομα), με τέσσερα δωμάτια, μια εξωτερική τουαλέτα και με κήπο που χρειαζόταν περιποίηση. Στη Ρίκε άρεσε πολύ και δεν έβλεπε την ώρα να αρχίσει τις εργασίες αναγέννησής του, ενώ με μάλωσε κιόλας που δεν την είχα φέρει τόσο καιρό.

Περάσαμε μία ολόκληρη εβδομάδα, κατά την οποία η Ρίκε πράγματι είχε αρχίσει να συνέρχεται. Ανέπνεε καλύτερα, δεν έβηχε τόσο πολύ και παρότι έκανε δουλειές δεν κουραζόταν ιδιαίτερα. Ήμουν δίπλα της, βέβαια, και τη βοηθούσα, ενώ κάποιες φορές έρχονταν γειτόνισσες και της κρατούσαν συντροφιά, όσο εγώ έλειπα για να μαζέψω ξύλα ή για να πιω μπίρα σε κάποιο από τα καφέ-ζαχαροπλαστεία του Γκέρινγκντορφ. Οι άνθρωποι μας είχαν υποδεχτεί με μεγάλη ζεστασιά και χαρά και απολάμβαναν τις κουβέντες μας, όπως και εμείς. Πήγαμε με την σύζυγό μου στην Λειτουργία του τοπικού ναού, ενώ μετά μιλήσαμε με τον ιερέα, έναν ευχάριστο γεράκο. Έγιναν χοροί και άλλες προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα, όπου συμμετείχαμε χωρίς να το σκεφτούμε. Η Ρίκε ούτε που παραπονέθηκε ότι κουραζόταν, καθώς ανέκαθεν της άρεσε να χορεύει και να διασκεδάζει. Τα βράδια, όταν πηγαίναμε για ύπνο, μου έλεγε πόσο πολύ λάτρευε αυτό το μέρος και πόσο πολλά μάθαινε για τοπικά φαγητά και ποτά και τι δουλειές θα ήθελε να κάνει, παρότι δεν είχαμε ζώα για να ασχοληθεί. Εγώ την άκουγα με ενδιαφέρον και της υποσχόμουν ότι όλα θα γίνονταν εν ευθέτω χρόνω. Την πείραζα κιόλας, λέγοντάς της ότι θα φεύγαμε από την πόλη μας, για να μείνουμε εδώ; Κι εκείνη έλεγε ναι και συνέχιζε διερωτώμενη πώς θα ήμουν εγώ αν έπιανα φτυάρι και αν φορούσα βρόμικα ρούχα, γεμάτα λάσπες και κοπριά, και έπρεπε να προσέχω τα πρόβατα που θα βοσκούσαν. Κι εγώ παρίστανα ότι τρόμαζα και γελούσαμε. Και ήταν υπέροχα, γιατί ήμαστε καλά. Γιατί η Ρίκε ήταν καλά.

Αλλά κατέπεσε. Απότομα, ξαφνικά, φαινομενικά χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος. Ξύπνησα τα ξημερώματα μιας από τις πιο παγωμένες μέρες, με την καρδιά μου να παλεύει στο στήθος μου. Βρήκα τη Ρίκε να έχει ανασηκωθεί και να σφίγγει με τα χέρια την κοιλιά της και να συγκλονίζεται από σπασμούς. Ο βήχας της σχεδόν έκανε τους τοίχους να τρέμουν. Έκλαιγε και τα ξέπλεκα χρυσαφιά μαλλιά της, μουλιασμένα από τον ιδρώτα, έπεφταν μπροστά και πλάγια, κρύβοντας το πρόσωπό της. Αμέσως την πήρα στην αγκαλιά μου, ανακαλύπτοντας πως έκαιγε από τον πυρετό, και της προσέφερα το μαντήλι της, το οποίο είχε μέρες να το χρησιμοποιήσει και ήταν πεντακάθαρο. Κάλυψε το στόμα της με το δεξί χέρι της και τη βοήθησα να ξαπλώσει, κάνοντας μεγάλη προσπάθεια να μην κλάψω από την αγωνία μου. Πήγα ως την κουζίνα και γέμισα ένα κανάτι με νερό, ενώ έβρεξα και ένα πανί, για να δροσίσουμε το κεφάλι της. Τη διαβεβαίωσα ότι είμαι εδώ και ότι θα γίνει καλά, ότι μαζί θα το αντιμετωπίσουμε. Χάιδεψα τα μαλλιά της και κοιταχτήκαμε. Κόντεψα να λιποθυμήσω από το φόβο μου όταν είδα πως η ήττα είχε βρει καταφύγιο στην ψυχή της Ρίκε. Έσπευσα δίπλα της και, καθώς καθάριζα το μέτωπό της, της μιλούσα σιγανά, σαν να ήταν παιδί που του έλεγα μια ιστορία για να κοιμηθεί.

Το πρωί ήρθε και εγώ έτρεξα να βρω έναν γιατρό. Δεν υπήρχε στο Γκέρινγκντορφ, οπότε αναγκάστηκα να γράψω στον γιατρό που την επέβλεπε στην πόλη. Του τόνισα να έρθει το συντομότερο δυνατόν, αν και είχα το φόβο ότι δεν θα τα κατάφερνε, γιατί, όπως μου είπε ο ταχυδρόμος, οι δρόμοι είχαν γεμίσει χιόνι και οι μετακινήσεις ήταν πολύ δύσκολες. Αμφέβαλλε αν θα ξεκινούσε κάποιο τρένο ή κάποια άμαξα για τις επόμενες μέρες. Του ζήτησα να κάνει ό,τι μπορεί και το υποσχέθηκε, κι εγώ έτρεξα πίσω στο σπίτι, όπου η Ρίκε ήταν μαζί με δύο άλλες γυναίκες που την πρόσεχαν.

Δύο ημέρες άντεξε η Ρίκε, πριν ξυπνήσω και τη βρω να αναπαύεται με κλειστά μάτια και δίχως να αναπνέει. Ήξερα ότι δεν ήταν ζωντανή, παρ’ όλ’ αυτά τη σκούντησα, ξανά και ξανά. Της είπα ότι είναι ώρα να σηκωθεί, γιατί είχε ξημερώσει. Αποτόλμησα να χαμογελάσω, δακρύζοντας παράλληλα. Έλα, καλή μου. Έλα, είπα. Πρέπει να… να σηκωθούμε. Έχουμε… πολλές…
Δεν ολοκλήρωσα τη φράση. Ούρλιαξα και έκλαψα και σηκώθηκα και αναποδογύρισα ό,τι βρήκα μπροστά μου. Χτύπησα τα χέρια μου στον τοίχο και ρωτούσα συνέχεια ΓΙΑΤΙ; Δεν ήξερα σε ποιον απευθυνόμουν, ίσως στον Θεό, ίσως σε κάποιον ή κάτι άλλο, αλλά συνέχιζα και συνέχιζα. Μάτωσα μέσα μου, μάτωσα και τα χέρια μου. Άνθρωποι μαζεύτηκαν έξω από το σπίτι. Κάποιοι τόλμησαν να μπουν και δύο άντρες με σταμάτησαν. Αργότερα, ο ιερέας ήρθε και προσπάθησε να μου πει δυο λόγια παρηγορητικά, αλλά τον έδιωξα. Όλους τους έδιωξα. Ήξερα ότι ήταν αχάριστο από μέρους μου, αλλά δεν ήθελα κανέναν, κανέναν δεν ήθελα, μόνο τη Ρίκε μου ήθελα, αλλά πλέον δεν την είχα. Είχαμε έρθει σε τούτο το παλιοχώρι για να βελτιωθεί η υγεία της, αλλά αντ’ αυτού την έχασα δια παντός.

Δεν θα περνούσαμε καλά πια. Ούτε θα χορεύαμε, ούτε θα μπορούσαμε να ταξιδέψουμε. Όλα αυτά είχαν εξαφανιστεί σαν σκόνη που την παρασέρνει ο αέρας.

Κάποια στιγμή, το ίδιο βράδυ ή το επόμενο, αδυνατώ να θυμηθώ, άρχισα να πίνω μπράντι και κρασί που είχα πάρει από ένα από τα καφέ-ζαχαροπλαστεία. Δε χρησιμοποίησα ποτήρι, παρά άδειαζα στο στόμα μου μία το ένα ποτό και μία το άλλο. Έκανε πολύ κρύο, μιας και δεν είχα ανάψει ούτε κεριά, ούτε το τζάκι. Δεν είχα αλλάξει ούτε ρούχα, με τη νυχτικιά ήμουν. Είχα ρίξει πάνω μου το παλτό μου, καθόμουν στο κρεβάτι δίπλα από την νεκρή Ρίκε και έπινα. Μη έχοντας φάει τίποτα τις τελευταίες ώρες ή μέρες, έκανα εμετό τρεις φορές, αλλά δεν σταμάτησα να πίνω, όσο κι αν πονούσε το στομάχι μου. Τι άλλο είχα να χάσω πια;

Μου φάνηκε ότι κάνα δυο φορές πέρασαν απ\ έξω κάποιοι και χτύπησαν την πόρτα και με ρώτησαν πώς είμαι και αν θέλω βοήθεια. Κανείς δεν μπήκε και δεν είμαι σίγουρος αν απάντησα ποτέ κάτι.

Μονολογούσα, νομίζοντας ότι η Ρίκε με άκουγε. Τι έλεγα, δύσκολο να θυμηθώ.

Δεν ξέρω πόσος καιρός είχε περάσει, όταν μια απάνθρωπα κρύα νύχτα πετάχτηκα όρθιος. Αναποδογύρισα τα άδεια μπουκάλια που είχα αφήσει στο δάπεδο. Κοίταξα την νεκρή Ρίκε, πάνω από την οποία είχαν αρχίσει να πετάνε μύγες, ενώ μια έντονη δυσάρεστη μυρωδιά πλανιόταν στο χώρο. Έσφιξα πάνω μου το παλτό μου, φέρνοντας γύρω-γύρω από το μυαλό μου τη σκέψη που είχα κάνει, το όνειρο που είχα δει. Το κάστρο που είχα ονειρευτεί. Das Verfluchte Schloss der Hildebrands. Το Καταραμένο Κάστρο των Χίλντεμπραντ. Είχα δει το τεράστιο, γκρίζο και συμπαγές αυτό καβούκι να αλλάζει, να αποκτάει ανθρώπινη υπόσταση. Μακριά ξανθά μαλλιά εμφανίστηκαν και πανέμορφα καφετιά μάτια εκεί που κάποτε υπήρχαν μόνο παράθυρα. Πήρε τη μορφή του προσώπου της Ρίκε και να μου χαμογέλασε γλυκά και με κάλεσε να πάνω κοντά του, κοντά της, για να είμαστε για πάντα μαζί.
Πώς θα μπορούσα να αρνηθώ μια τέτοια πρόσκληση;

Κούμπωσα το παλτό μου και φόρεσα τα παπούτσια μου. Πλησίασα από την πλευρά του κρεβατιού που αναπαυόταν η καλή μου η Ρίκε. Μην ανησυχείς, της είπα, καθώς έσκυψα να φιλήσω το παγωμένο δέρμα του προσώπου της με τα γένια μου να το γρατσουνίζουν. Μια μικρή βόλτα θα πάμε, έναν περίπατο θα κάνουμε, μια επίσκεψη θα πραγματοποιήσουμε. Και θα ζήσουμε. Και θα διασκεδάσουμε. Και θα χορέψουμε. Ξανά. Και ξανά. Και ξανά.
Πήρα στην αγκαλιά μου το άψυχο κορμί της και προσεχτικά βγήκα από το σπίτι.

Ανάσανα βαθιά. Έβηξα. Ένιωσα να ανατριχιάζω σύγκορμος από το κρύο. Κοίταξα πέρα δώθε. Οι δρόμοι ήταν άδειοι, ενώ οι φανοστάτες έριχναν το λειψό φως τους στο Γκέρινγκντορφ. Στην μεγαλύτερη πλατεία που φαινόταν από το σπίτι, διέκρινα ένα δέντρο που το είχαν στολίσει. Προσπάθησα να θυμηθώ πότε είχαμε Χριστούγεννα. Ίσως σε ένα μήνα, ίσως σε πέντε ημέρες. Δεν αργούσαν, πάντως. Ή μπορεί και να είχαν γιορταστεί.

Περπάτησα ως το γεφυράκι, όπου το ποτάμι είχε καλυφτεί εντελώς από το χιόνι. Πέρασα στην απέναντι πλευρά. Κοντοστάθηκα από φόβο, καθώς έβλεπα το σκοτάδι που υπήρχε πιο πέρα, ανάμεσα στα σφεντάμια και πίσω από αυτά. Σκέφτηκα μήπως έπρεπε να γυρίσω και να πάρω ένα φανάρι μαζί μου, αλλά απέρριψα την ιδέα. Όχι, όχι. Όχι, επανέλαβα στον εαυτό μου. Δεν κάνω πίσω. Κοίταξα την χλομή Ρίκε στην αγκαλιά μου. Για εσένα, για εμάς… Δεν θα κάνω πίσω. Και δεν υπάρχει κανείς για να με σταματήσει αυτή τη φορά.
Έχεις δίκιο, γλυκέ μου, άκουσα τη μελωδική φωνή της, ή ίσως έτσι νόμισα. Όπως και να είχε, συνέχισα να περπατώ αργά-αργά, με τα παπούτσια μου να βυθίζονται στο χιόνι. Κατέβαλλα πολλή προσπάθεια και δεν άργησα να κουραστώ. Έκανα στάσεις μέσα στα σκοτεινά, ίσα-ίσα για να πάρω λίγη δύναμη. Δεν άφηνα, όμως, τη Ρίκε από την αγκαλιά μου. Έγδαρα το πρόσωπό μου σε απλωμένα κλαριά, αλλά δεν το έβαλα κάτω. Άκουσα κι άλλες φωνές, που με πρόσταζαν να σταματήσω και να γυρίσω στο σπίτι μου. Ίσως να ήταν η ιδέα μου ή ίσως οι γονείς μου ή κάποιος άλλος πρόγονος μου, που με παρακαλούσαν να φανώ λογικός, πριν να είναι αργά. Δεν υπάκουσα κανέναν τους. Θα έφτανα στο κάστρο, ό,τι και να γινόταν.

Όταν εκείνο αποκαλύφτηκε μπροστά μου σε όλο του το μεγαλείο, δεν εντυπωσιάστηκα. Ήμουν εξαντλημένος και ήθελα την λύτρωσή μου. Προχώρησα προς την τάφρο, η οποία είχε γεμίσει με χιόνι. Δοκίμασα να πατήσω πάνω της, αλλά υποχώρησε αμέσως. Έβρισα. Δεν μπορεί να τελειώσει έτσι, είπα και έπειτα, μαζεύοντας όλο τον θυμό που έβραζε το στήθος μου, φώναξα ΜΕ ΑΚΟΥΣΕΣ; ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΕΤΣΙ! ΔΕΝ ΓΥΡΙΖΩ ΠΙΣΩ! ΕΣΥ ΜΕ ΚΑΛΕΣΕΣ, ΑΝΑΘΕΜΑ ΣΕ! ΚΑΙ ΤΩΡΑ… Σταμάτησα, καθώς άρχισα να βήχω. Ο λαιμός μου είχε ξεραθεί και με πονούσε. Τώρα, ψέλλισα, με διώχνεις. Κοίταξα τη Ρίκε. Μας διώχνεις τώρα…

Τα πόδια μου δεν άντεξαν και λύγισαν. Βρέθηκα γονατισμένος μπροστά από την κλειστή πύλη του κάστρου. Έσκυψα το κεφάλι και έκλαψα, με τα δάκρυά μου να κρυσταλλιάζουν πάνω στο δέρμα μου.

Η ήττα μου ήταν αθεράπευτη. Ήθελα να πεθάνω εδώ έξω, να παγώσω εντελώς από το κρύο. Δεν θα πήγαινα πίσω, αυτό το είχα ξεγράψει από το μυαλό μου. Ας πέθαινα εδώ, λοιπόν, κάτω από τον άναστρο ουρανό, με την αγαπημένη μου στην αγκαλιά μου.
Και τότε…

Κοίτα, καλέ μου. Κοίτα, άκουσα τη Ρίκε να μου λέει.

Σήκωσα το κεφάλι λίγο πριν η βαριά ξύλινη πύλη (που στο όνειρό μου ήταν το στόμα της Ρίκε που μου χαμογέλασε) κατέβει, με τις αλυσίδες στα πλαϊνά της να σκληρίζουν καθώς τρίβονταν μεταξύ τους μέχρι να πατήσει η πύλη το χιόνι.
Χαμογέλασα. Τίποτα δεν είχε χαθεί. Όχι ακόμη.

Μάζεψα όσο κουράγιο μου είχε απομείνει και σηκώθηκα και μπήκα στο κάστρο, καθώς η πύλη έκλεισε πίσω μου. Βρέθηκα μες στο τεράστιο σκοτεινό μπουντρούμι, μη ξέροντας πού να κατευθυνθώ. Όμως, ξαφνικά, φως απλώθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη, καθώς φλόγες άναβαν στους δαυλούς που κρέμονταν στους τοίχους. Ένιωσα στο πετσί μου την υγρασία που είχε καταλάβει το μέρος. Είδα τον αχανή διάδρομο, με τα παρατημένα όπλα (βαλλίστρες, καταπέλτες, σπαθιά) και μπάλες από άχυρα. Είδα πεταμένους σκελετούς ανθρώπων, αλλά και αλόγων σε μια γωνιά. σιδερένιες κλειστές πόρτες δεξιά και αριστερά. Μυρωδιά από καμένα πράγματα με περιτριγύριζε. Σκόνη παντού, ιστοί από αράχνες στις γωνίες. Περίμενα να δω ή έστω να ακούσω και ποντίκια, αλλά τίποτα από αυτά δεν κυκλοφορούσε στο κάστρο. Κάτι μου έλεγε ότι εγώ ήμουν το μόνο ζωντανό πλάσμα που είχε μπει εδώ και αιώνες. Σύντομα, θα είναι και η Ρίκε, είπα. Δεν θα είμαι μόνος μου.

Προχώρησα κι άλλο, αν και χωρίς σαφή προορισμό. Ο σκοπός μου ήταν να φτάσω και να μπω στο κάστρο. Από εδώ και πέρα, δεν ήξερα προς τα πού να πάω. Είχα πιστέψει ότι θα αρκούσε να βρεθούμε η Ρίκε και εγώ στα σπλάχνα του και πως ό,τι ήταν να γίνει, θα συνέβαινε από μόνο του. Αλλά μάλλον είχα καταλάβει λάθος. Έπρεπε να κάνω κάτι ακόμα, αν και δεν ήξερα τι.

ΛΟΙΠΟΝ; φώναξα, ενώ περπατούσα και κοιτούσα προς τις κλειστές πόρτες, περιμένοντας να βγει κάποιος ή κάτι. ΗΡΘΑ, ΜΕ ΑΚΟΥΣ; ΗΡΘΑΜΕ. ΕΦΕΡΑ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ ΣΕ ΕΣΕΝΑ, ΟΠΟΙΟΣ ΚΙ ΑΝ ΕΙΣΑΙ. ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΣΩΣΕ ΤΗΝ. ΦΕΡΕ ΤΗΝ ΠΙΣΩ ΣΕ ΕΜΕΝΑ. ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ. Σε παρακαλώ, ψέλλισα στο τέλος.

Έφτασα στην άλλη άκρη του κάστρου. Σκέφτηκα μήπως έπρεπε να ανέβω κάποιες από τις σκάλες που υπήρχαν δεξιά και αριστερά μου και που οδηγούσαν σε άλλες κλειστές πόρτες.

Τότε θυμήθηκα τι μου είχε πει ο πατέρας μου για όσους είχαν κάνει το θανάσιμο αμάρτημα να έρθουν στο κάστρο. Πήγαν σε αυτό και πέθαναν, μικρέ. Πέθαναν από τα καταραμένα όπλα του, τα όργανα του θανάτου που τρέφουν τον δαίμονα που ζει μέσα του.

Έτσι, γύρισα και πλησίασα τα παρατημένα όπλα. Κι εκεί διαπίστωσα ότι δεν ήμουν το μόνο πλάσμα που περπατούσε. Με τρόμο, είδα τους ανθρώπινους σκελετούς να έχουν σηκωθεί, με σπαθιά ή βαλλίστρες ανά χείρας, και να κοιτάνε τη Ρίκε και εμένα, ενώ κάποιοι από αυτούς είχαν καβαλήσει τους σκελετούς των αλόγων και μας πλεύριζαν, έχοντας κι αυτοί από κάποιο όπλο. Κάποιοι από τους σκελετούς πήγαν στην πύλη, ενώ άλλοι κάλυψαν από μία εσωτερική πόρτα. Οι καβαλάρηδες έμειναν σε μία γραμμή, για να μας εμποδίσουν να πάμε ως την άλλη άκρη του κάστρου. Τέλος, οι σκελετοί που κρατούσαν από μία βαλλίστρα με περασμένο βέλος ο καθένας στήθηκαν σε μια σειρά και μας σημάδεψαν.

Κοίταξα για μια τελευταία φορά τη Ρίκε. Τη φίλησα στο μέτωπο και μετά περίμενα να πεθάνω και εγώ.

Τα μόνα που αντιλήφθηκα ήταν μερικοί ήχοι σαν σφυρίγματα και στιγμιαίοι πόνοι στο στήθος και το κεφάλι.

Τώρα, κάθομαι εδώ, σε ένα δωμάτιο του κάστρου, όπου κάποτε οι άρχοντές του, οι αιμοδιψείς Χίλντεμπραντ, και οι στρατηγοί τους έπαιρναν τις αποφάσεις τους για τις μάχες που θα έκαναν και για τους στρατιώτες που θα έσφαζαν ή που θα έφερναν στο κάστρο για να τους βασανίσουν. Γράφω όσα έζησα, ούτως ώστε να πω στον κόσμο ότι εδώ θα βρει την λύτρωση που αποζητά όταν τίποτα άλλο δεν μπορεί να τον βοηθήσει. Εδώ μπορεί να έρθει και να ζήσει για πάντα. Ξανά και ξανά. Αλλά δεν μπορεί να φύγει μακριά, γιατί το κάστρο χρειάζεται το αίμα του ζωντανού, ώστε να κατοικείται από ανθρώπους με δέρμα και εσωτερικά όργανα και όχι να στοιχειώνεται από σκελετούς.

Όμως, θα πρέπει να διακόψω την αφήγησή μου. Η καλή μου η Ρίκε, ζωντανή σαν να μην είχε πάθει ποτέ κάτι, άνοιξε την πόρτα και με καλεί να κατέβω στην αίθουσα χορού. Υπάρχουν πολλές αίθουσες για χορό, για φαγητό ή για περισυλλογή, και πολλές κλίνες που δεν χρησιμοποιούνται. Όποιος εισέρχεται σε αυτό το κάστρο θα έχει το μεγαλύτερο δώρο, την αιώνια ζωή.

Αντίο, άγνωστε φίλε μου. Ελπίζω να σε δω σύντομα. Ως τότε, όμως, να ξέρεις ότι δεν είμαι μόνος μου εδώ, οπότε έχεις χρόνο για να σκεφτείς αν θέλεις να γίνεις αθάνατος σαν τον μυθικό Χίλντεμπραντ ή αν πεθάνεις τελικά σαν ένας κοινός θνητός.
Με τιμή,
Μαξιμίλιαν Χίλντεμπραντ

Η παραπάνω καταγραφή ανήκει πράγματι στον Μαξιμίλιαν Χίλντεμπραντ. Η περγαμηνή βρέθηκε σε ένα άδειο γυάλινο μπουκάλι, που ξεθάφτηκε από χωρικούς του Γκέρινγκντορφ, οι οποίοι αναζήτησαν τον Μαξιμίλιαν και την αποθανούσα σύζυγό του, Ρίκε, χωρίς όμως να καταφέρουν να τους βρουν. Την έδωσαν στον γιατρό που είχε έρθει από την πόλη για την ασθενή του, αλλά τον παρακάλεσαν να μην πάει στο κάστρο, γιατί τον περίμενε μεγάλη δυστυχία.
Εκείνος δε συμμορφώθηκε στα λεγόμενά τους. Πήγε στο κάστρο και έκτοτε αγνοείται κι αυτός.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Κλαρκ Μέιχεμ γεννήθηκε το 1845. Σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, όπου και γνώρισε την μέλλουσα σύζυγό του, την Μάρτζερι. Μαζί έχουν αποκτήσει τρία παιδιά. Ο Κλαρκ έχει εργαστεί σε εφημερίδες της πόλης, με τα άρθρα του να έχουν ως κύρια θεματική την Λογοτεχνία. Ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, αλλά όποτε μπορεί ταξιδεύει με την σύζυγό του στο εξωτερικό.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading