[Σημείωση: Φέτος (2024), εκτός απροόπτου, θα δημοσιευτεί το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματός μου σε συνέχειες, «Η Εντολή της Κόμισσας». Μέχρι τότε, θα δημοσιευτούν μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό WeirdLiterature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRDLITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων. Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «WeirdLiterature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
***
Το κυνήγι του φονιά του Παρισιού
του Φρανσουά Λαμέρ
(Τεύχος Μαρτίου, 1891, σελ. 22-30)
Αγαπημένε μου αναγνώστη,
η ακόλουθη ιστορία είναι από τις πιο αληθινές που έχουμε δημοσιεύσει. Ταυτόχρονα, όμως, είναι μια πολύ τρομακτική ιστορία. Μας την έστειλε ο κύριος Λαμέρ από το Παρίσι, αναφέροντας ότι βασίστηκε σε έναν εφιάλτη που είχε όταν βρέθηκε ένα βράδυ να είναι μάρτυρας μιας καταδίωξης, όπου μια κοπέλα έτρεχε να ξεφύγει από κάποιον νεαρό, ο οποίος αργότερα αποδείχτηκε πως είχε μεθύσει και είχε εκνευριστεί μαζί της γιατί του ανακοίνωσε ότι δεν ήθελε να προχωρήσουν την σχέση τους. Ο νεαρός χτυπούσε όποιον έβρισκε μπροστά του, καθώς οι περισσότεροι προσπάθησαν μάταια να τον σταματήσουν. Αλλά εκείνος είχε ένα «φοβερό βλέμμα, τρελό, θα έλεγα», έτσι ανέφερε ο συγγραφέας που είχε δει τη σκηνή. Η ιστορία του κυρίου Λαμέρ, όμως, με προβλημάτισε, αγαπημένε μου αναγνώστη. Είναι πολύ ωραία γραμμένη, αφήνοντας το κοινό να αναρωτιέται ως το τέλος τι συμβαίνει, μπορεί ακόμα και να μπερδέψει το κοινό, αλλά έχει και περισσότερη ουσία απ’ όση περίμενα.
Τζον Μπάρλοου
Ένα τεράστιο γαντοφορεμένο χέρι απλώθηκε ανάμεσα στους ανθρώπους που στέκονταν ή περπατούσαν γύρω μου, για να με πιάσει, αλλά δεν τα κατάφερε, γιατί είχα δει νωρίτερα τον επιθεωρητή που με ακολουθούσε. Μπόρεσα να του ξεφύγω για άλλη μια φορά, αφού έσπρωξα άντρες και γυναίκες, ακόμα και παιδιά που βρήκα στο δρόμο μου. Τους φώναζα, «Άκρη, άκρη, γρήγορα! Κάντε στην άκρη, σας παρακαλώ!». Κάποιοι με άκουγαν, άλλοι γυρνούσαν να με δουν, εμένα… Εμένα! Ποιος θα μου το έλεγε ότι εγώ θα βρισκόμουν κυνηγημένος από την αστυνομία… Ότι θα έτρεχα να ξεφύγω από τον χειρότερο επιθεωρητή του Παρισιού, έναν άνθρωπο γνωστό για τις αμείλικτες μεθόδους του, για την αγριάδα με την οποία φερόταν σε όποιον γύρευε… Ήταν ένας τρελός με όπλο και άδεια να πυροβολεί και να βασανίζει. Αντίθετα από εμένα, εκείνος εισακουγόταν πολύ εύκολα. Φώναζε, ούρλιαζε, «Αστυνομία! Φύγετε από την μέση, π’ ανάθεμά σας!» και όλοι έσπευδαν να μεριάσουν.
Ήταν ψηλός και με φαρδύ θώρακα. Με δυσκολία θα έμπαινε στους περισσότερους χώρους, που ήταν χαμηλοτάβανοι. Φορούσε μεγάλο μαύρο, παλιομοδίτικο καπέλο και μαύρο μακρύ πανωφόρι και μαύρες μπότες και μαύρα δερμάτινα γάντια. Το πρόσωπό του το ήξερα καλά, αν και όση ώρα με κυνηγούσε, λίγο μπόρεσα να τον δω. Είχε μακρουλή, γαμψή μύτη και μάγουλα χωρίς γένια, αλλά με ουλές από νύχια θυμάτων του. Λέγεται ότι κάποια από τα άτυχα πλάσματα που έπεσαν στα χέρια του λόγω κάποιας ψεύτικης καταγγελίας ή υπόνοιας που σχημάτισε ο ίδιος, μπόρεσαν να χαράξουν το πρόσωπό του, είχαν καταφέρει να αμυνθούν, προτού χαθούν κάποιο βράδυ -σαν αυτό- σε κάποια βρομερή κατακόμβη ή στα γαλήνια νερά του Σηκουάνα. Η αστυνομία του ανέθετε τις περισσότερες υποθέσεις δολοφονιών, γιατί κατάφερνε να πιάνει τους δράστες. Να τους πιάνει και να τους σκοτώνει, όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά, όπως είχα ακούσει να λένε.
Αλλά τώρα, αυτή η μαυροντυμένη φιγούρα κυνηγούσε τον λάθος άνθρωπο. Κανέναν δεν είχα σκοτώσει. Δεν ξέρω καν πώς είχε βγει αυτή η φήμη. Ήξερα, όπως όλοι, ότι είχαν πεθάνει πολίτες στο Παρίσι. Είχαν σφαχτεί, το θηρίο που τους είχε πιάσει τους άνοιξε το στήθος και τους αφαίρεσε όποια όργανα θα ικανοποιούσαν τις ανόσιες ορέξεις του. Καρδιά, πνεύμονες, στομάχι, έντερα, συκώτι… Έλειπαν διάφορα από αυτά, και σε διάφορους συνδυασμούς. Ο κόσμος και οι εφημερίδες μιλούσαν για λίμνες αίματος και κοράκια να πετούν πάνω από τα πτώματα. Μιλούσαν για σιχαμερές μυρωδιές από τους νεκρούς και τις λάσπες από εμετό που είχαν κάνει όποιοι τυχόν είχαν βρεθεί μπροστά σε κάποιο από αυτά τα φριχτά θεάματα. Γυναίκες και παιδιά είχαν λιποθυμήσει, ενώ άντρες είχαν γίνει σχεδόν αναιμικοί μπρος στο θέαμα που είχαν την ατυχία να αντικρίσουν.
Η αστυνομία είχε εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό σε όλο το Παρίσι. Παντού έβλεπες να κυκλοφορούν πάνοπλοι ένστολοι, ενώ κλειστές άμαξες μεταφοράς κρατουμένων να περιμένουν σε γωνίες δρόμων. Επιθεωρητές και απλοί αστυνομικοί έμπαιναν σε σπίτια, χωρίς να ρωτάνε. Ανέκριναν όποιον ήθελαν, με την απειλή όπλου και αβάσταχτων βασανιστηρίων σε περίπτωση που προβαλλόταν η οποιαδήποτε αντίσταση. Είχα ακούσει να φορτώνουν ανθρώπους σέρνοντάς τους, για να τους πάνε όπου ήθελαν και να τους κάνουν ερωτήσεις αδιάκοπα, μέχρι να μάθουν ό,τι θέλουν.
Ο συγκεκριμένος επιθεωρητής, όμως, δεν έμενε μόνο σε αυτά, αλλά συχνά χτυπούσε τον κάθε ύποπτο πριν τον ρωτήσει αν είχε διαπράξει το έγκλημα. Τον άρπαζε με τα τεράστια χέρια του και τον πετούσε από την μια άκρη του δωματίου στην άλλη, έχωνε το πιστόλι του στο στόμα του φοβισμένου ανθρώπου και τον έφτυνε λέγοντάς του τι θα πάθαινε. Κάποιους τους είχε ξυλοκοπήσει με το κλομπ του ή με τις γροθιές του. Λεγόταν ότι είχε σκοτώσει τουλάχιστον πέντε άντρες, οι οποίοι ποτέ δεν ομολόγησαν και, αφού οι φόνοι συνεχίζονταν, αποδείχτηκε ότι ήταν αθώοι και άδικα πέθαναν. Κι αυτός… δεν ένιωθε τύψεις. Έτσι είχα ακούσει να λένε και συμφωνούσα, κρίνοντας από το πόσο εύκολα με κυνηγούσε, δίχως να μένει στάσιμος, χωρίς να σκέφτεται ότι ο κόσμος τον φοβόταν ή ότι μπορεί και να τον υποπτευόταν. Αυτός ήταν επικίνδυνος, τρελός. Αυτός ήταν φονιάς, όχι εγώ.
Πέρασα κι άλλους ανθρώπους, σπρώχνοντάς τους από τους ώμους ή το στήθος. Μερικοί πραγματικά δεν άκουγαν. Τους ούρλιαζα, κλαίγοντας κιόλας, κι αυτοί ούτε καν μετακινούνταν κι έπρεπε να γίνω εγώ ο «κακός», να τους αναγκάσω να μεριάσουν. Κι αυτοί τι έκαναν; Ούρλιαζαν με τη σειρά τους, όπως ούρλιαζαν κι άλλοι γύρω μας, που έσπευδαν να απομακρυνθούν από κοντά μας. Κάτι τέτοιοι άνθρωποι με είχαν υποδείξει νωρίτερα, καθώς διέσχιζα την όχθη του Σηκουάνα, αμέριμνα, απολαμβάνοντας την όμορφη βραδιά.
Ήταν τόσο ωραίος ο έναστρος ουρανός, τόσο μεγαλόπρεπο το ολόγιομο φεγγάρι. Το κρύο ήταν υποφερτό κι εγώ ήμουν ντυμένος με ένα απλό, καθαρό κοστούμι και άνετα, αν και πολυφορεμένα παπούτσια. Μύριζα την υγρασία από το ποτάμι και την μπίρα ή το κρασί ή κάποιο γλυκό που παρήγαγαν τα κοντινά εστιατόρια και τα καφέ. Άκουγα τις συνομιλίες των γύρω μου, καθώς και τις οπλές των αλόγων των αμαξών. Έβλεπα ποδηλάτες και τετράτροχα οχήματα, αυτοκινούμενα, να κυκλοφορούν. Οι φανοστάτες έδιναν αρκετό φως, για να σπάει το σκοτάδι, ειδικά όταν στεκόσουν από κάτω τους. Δεν έδινα σημασία στους αστυνομικούς, γιατί δεν είχα κάνει κάτι, κι αν με σταματούσαν, ήξερα ότι δεν είχα τίποτα να κρύψω –αλλά αυτοί συνήθως μια ματιά μου έριχναν, κι όχι πολύ διεξοδική, θα έλεγα. Κοιτούσα τους άλλους γύρω μου και χαμογελούσα σε μερικούς, αλλά δεν στρεφόμουν προς τις γυναίκες, γιατί κάτι τέτοιο μπορεί να θεωρούνταν βλάσφημο, προσβλητικό, ότι τις ατίμαζα. Ήξερα από παλιά, από τις δικές μου γυναίκες συγγενείς, ότι πρέπει να προσέχω όταν απευθύνομαι σε κυρίες, μεγάλες ή μικρές. Οπότε εγώ είχα αποφασίσει πως, μέχρι να βρω την κατάλληλη για εμένα, θα απείχα από τις περιττές συνδιαλλαγές με αυτές.
Όλα ήταν πολύ ωραία, κι εγώ είχα πολύ ευχάριστη διάθεση, για αυτό και προσπαθούσα να μεταδώσω στους άλλους τη χαρά μου. Αλλά εκείνοι, από κάποια στιγμή κι έπειτα, άρχισαν να μου φωνάζουν και να με δείχνουν και να τρέχουν εδώ κι εκεί, προκαλώντας αναταραχή και ατυχήματα. Εγώ παραξενεύτηκα, στην αρχή τουλάχιστον, αλλά, όταν κατάλαβα ότι αυτό θα συνεχιζόταν, αποφάσισα να προχωρήσω πιο γρήγορα και να μην απευθύνομαι σε κανέναν τους. Θα γυρνούσα στο διαμέρισμά μου και θα έπεφτα για ύπνο νωρίς, προσπαθώντας να ξεχάσω ότι οι άνθρωποι συχνά συμπεριφέρονται άσχημα, χωρίς λόγο, σε άλλους. Αύριο θα ήταν αλλιώς.
Αλλά τότε είδα στην απέναντι πλευρά του δρόμου τον επιθεωρητή, που άκουγε τι του έλεγαν κάποιοι που με είχαν δει, και αυτός ούτε που τους απάντησε, παρά τους έκανε στην άκρη, χωρίς να σεβαστεί ούτε καν τις κυρίες που άγγιξε, και σταμάτησε την κυκλοφορία και άρχισε να περπατάει προς το μέρος μου, χωρίς να κοιτάζει τους άλλους. Μου φώναζε, «Εσύ! Σταμάτα! Τώρα! Είμαι αστυνομικός!».
Κανονικά, θα υπάκουγα στη διαταγή ενός αστυνομικού, αλλά εκείνη τη στιγμή πανικοβλήθηκα, γιατί αναγνώρισα ποιος είναι -οι εφημερίδες είχαν μια φωτογραφία του με την λεζάντα ΘΑ ΠΙΑΣΩ ΑΥΤΟΝ ΤΟ ΦΟΝΙΑ ΠΟΥ ΚΙΝΕΙΤΑΙ ΣΤΙΣ ΣΚΙΕΣ, ΟΠΟΙΟΣ ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ. ΚΑΙ ΘΑ ΤΟΝ ΦΕΡΩ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ!¬- και είδα να ανοίγει το μακρύ πανωφόρι του. Στην ζώνη του, υπήρχε ένα κλομπ και ένα πιστόλι, και κάτω από το καπέλο του ξεπρόβαλλε ένα καταχθόνιο βλέμμα, κι εγώ σκέφτηκα ‘Ω Θεέ μου, θα με σκοτώσει. Δεν θα με ανακρίνει καν, ούτε το όνομά μου δεν θα ρωτήσει, παρά θα ρίξει δύο ή τρεις σφαίρες, ή και περισσότερες, όσες χρειαστεί για να σκοτωθώ, ή όσες θέλει εκείνος, πάντως αρκετές για να με ξεκάνει, και μετά απλά θα με σηκώσει έτσι δυνατός που είναι, θα με περάσει από την άλλη πλευρά του κιγκλιδώματος και θα με αφήσει να πέσω στα κρύα νερά του Σηκουάνα, και θα χαθώ κι εγώ στα βάθη του ποταμού, όπως τόσοι άλλοι!’.
Κι άρχισα να τρέχω. Προσπέρασα γρήγορα ένα ζευγάρι που με είχε πλησιάσει περπατώντας από την αντίθετη κατεύθυνση, ρίχνοντάς τους κάτω και ακούγοντας τις φωνές τους, και δεν κοίταξα πίσω μου, παρά μόνο όταν βρέθηκα να πρέπει να διαλέξω προς τα πού να πάω, ποια οδό να ακολουθήσω. Ήμουν, όμως, τόσο αγχωμένος που από ένα σημείο και μετά δεν σκεφτόμουν, απλά έτρεχα μπροστά, παραμερίζοντας όπως-όπως τα όποια εμπόδια έβρισκα, αν αυτό ήταν εφικτό. Δεν υπήρχε περίπτωση να περάσω κι εγώ ό,τι είχαν υποφέρει οι άλλοι αδικοχαμένοι στα χέρια αυτού του μανιακού που, επειδή του είχαν δώσει εξουσία, νόμιζε ότι έχει το ελεύθερο να κάνει ό,τι θέλει. Εμένα θα έπρεπε να μοχθήσει, αν ήθελε να με πιάσει. Κι ήμουν καλός στο τρέξιμο, είχα μάθει από μικρός πόσο σημαντικό είναι να μπορείς να ξεφύγεις από τους δυνάστες σου, ειδικά αν δεν μπορούσες να τους αντιμετωπίσεις αλλιώς. Δεν θα τον άφηνα εγώ να σπάσει όποιο κόκαλο του σώματός μου ήθελε με τα γαντοφορεμένα χέρια του. Τουλάχιστον, όχι όσο ήμουν ζωντανός. Καλύτερα να με σκότωνε. Αλλά καλώς εχόντων των πραγμάτων, ούτε αυτό θα συνέβαινε. Δεν ήθελα να πεθάνω, π’ ανάθεμά τον! Θα έτρεχα μέχρι να μην αντέχουν άλλο οι πνεύμονές μου, οπότε και θα κατέρρεαν μόνοι τους, παρασέρνοντας στον χείμαρρο του θανάτου και την καρδιά και τον εγκέφαλό μου. Κι όμως, αυτός δεν έμενε πολύ πίσω μου. Με ακολουθούσε κατά πόδας. Έτρεχε κι αυτός μαζί μου, αν και υπήρχαν φορές που γυρνούσα και τον έβλεπα να περπατάει. Αλλά αυτό ήταν αδύνατο, πώς θα μπορούσε να φτάνει τόσο κοντά μου, αφού εγώ έτρεχα μανιωδώς και εκείνος περπατούσε δήθεν ανέμελα; Δεν έβγαζε νόημα. Αλλά η ορατότητα δεν ήταν πάντα ξεκάθαρη, υπήρχε και ομίχλη στον αέρα, οπότε μπορεί εγώ να μην καταλάβαινα καλά τι έβλεπα.
Όπως και να είχε, όμως, εγώ συνέχιζα όπως είχα αρχίσει. Ακόμα και όταν έπεφτα πάνω σε μαζεμένο πλήθος, φώναζα τόσο πολύ που οι περισσότεροι τρόμαζαν και έκαναν άκρη μόνοι τους, κι όποιοι δεν έκαναν το ίδιο, τους ανάγκαζα να φύγουν από την μέση. «Ένας τρελός με κυνηγάει!» έλεγα ενίοτε. «Κάντε στην άκρη, θα με σκοτώσει!». Φαινόταν να τους πείθω, γιατί γυρνούσαν να δουν ποιος με ακολουθούσε (κι έτσι κάποιοι καθυστερούσαν να αποσυρθούν), αλλά τότε εκείνος ο άθλιος επιθεωρητής φώναζε «Είμαι αστυνομικός! Κάντε στην άκρη!» και κανείς δεν του έφερνε αντίρρηση, σαν με αυτή του τη δήλωση να τους έλυνε όλες τις απορίες που είχαν, οπότε και τον ευχαριστούσαν υπακούοντάς τον. Ουσιαστικά, μόνο εγώ γινόμουν ο «κακός» της υπόθεσης, π’ ανάθεμά τον! «Γιατί τρέχεις;» με ρώτησε κάποτε. «Κανείς δεν ξεφεύγει από τη δικαιοσύνη. Κανείς φονιάς δεν ξεφεύγει από τον θάνατό του».
Δεν του απάντησα.
Φοβόμουν πολύ.
Δύο άντρες προσπάθησαν να με σταματήσουν, καθώς έτρεχα, με κατεύθυνση προς τον τρίμετρο πύργο από σφυρήλατο σίδηρο που είχε φτιάξει αυτός ο Γουστάβος Άιφελ, και που πολλοί τον θεωρούσαν ένα άσχημο, αντιαισθητικό κατασκεύασμα. Οι άντρες ήταν γεροδεμένοι, σχεδόν όσο ο επιθεωρητής. Φορούσαν λερωμένα ρούχα, σίγουρα θα ήταν εργάτες. Μπήκαν μπροστά μου, κλείνοντάς μου το δρόμο. Κάπου πίσω μου, άκουσα τη φωνή του επιθεωρητή -«Μην ανακατεύεστε, ηλίθιοι!»-, και παραξενεύτηκα. Να με πιάσει δεν ήθελε; Γιατί εμπόδιζε αυτούς τους άνδρες από το να πέσουν πάνω μου και να με ρίξουν κάτω; Μάλλον θα ήθελε να τα καταφέρει μοναχός του, για αυτό και δεν φώναζε ενισχύσεις. Δεν ξέρω τι σκεφτόταν, αλλά είχε δίκιο που δεν ήθελε να ανακατευθούν αυτοί οι τυχαίοι άνδρες, γιατί, γεροδεμένοι ή όχι, εγώ τους κατάφερα, χτύπησα τον ένα και πέταξα από πάνω μου τον άλλο, και έτσι συνέχισα να τρέχω ακάθεκτος ουσιαστικά.
Καθώς πλησίαζα τον τεράστιο σιδερένιο πύργο, διερωτήθηκα γιατί δεν με είχε πυροβολήσει αυτός ή κάποιος άλλος αστυνομικός. Θα μπορούσαν να το κάνουν, για αυτό είχαν εξοπλιστεί με τουφέκια. Αν με θεωρούσαν ύποπτο για τόσο πολλούς φόνους, πάνω από είκοσι επιβεβαιωμένους ως τώρα, γιατί κωλύονταν να με σκοτώσουν εδώ, στη μέση του δρόμου; «Σταμάτα!» τον άκουσα να μου φωνάζει. «Δεν πρόκειται να ξεφύγεις. Κανένας φονιάς δεν ξεφεύγει!». Πήγα να του απαντήσω -Αυτό πες το στους Άγγλους, που ακόμα ψάχνουν τον Αντεροβγάλτη!-, αλλά δεν το έκανα, γιατί θα ήταν λάθος μου. Με είχαν διδάξει να μην έχω τόση αυταρέσκεια, τόσο θράσος, ώστε να προκαλώ την τύχη μου. Επίσης, χάρη στις δυσάρεστες εμπειρίες που είχα βιώσει, ήξερα ότι το τρέξιμο δεν συνοδευόταν καλά με τις φωνές. Όποιος αποφάσιζε να τρέξει, δεν έπρεπε να μιλάει, γιατί θα επιβράδυνε το ρυθμό του νωρίτερα απ’ όσο θα ήθελε, για να πάρει ανάσα. Τόσες φορές που είχα αναγκαστεί να ξεφύγω από κάποιον, συνήθως μεγαλύτερό μου, ή από πολλούς ταυτόχρονα, ήξερα ότι, όσο κι αν το ήθελα, έπρεπε να κρατήσω τις σκέψεις μου για εμένα. Ακόμα, σκέφτηκα ότι δεν θα ήταν σωστό να αναφέρω τον Αντεροβγάλτη, γιατί εκείνος ήταν φονιάς, ενώ εγώ όχι. Ένας παραλληλισμός ανάμεσά μας θα ενίσχυε την άποψη του επιθεωρητή, δίνοντάς του ακόμα μεγαλύτερο κίνητρο για να με πιάσει. Όχι ότι χρειαζόταν κι άλλο λόγο, δηλαδή. Ο άνθρωπος ήταν τρελός, έκανε ό,τι του έλεγε το μυαλουδάκι του με την μαραμένη λογική που το διακατείχε.
Έφτασα στην πλατεία, στο Σαν ντε Μαρς, όπου ο κόσμος ήταν σαφώς περισσότερος, ειδικά τα νεαρά ζευγάρια που ακόμα δεν είχαν αποκτήσει κάποιο παιδί. Είδα τα αγάλματα που υπήρχαν μπροστά από τον πύργο, αλλά και τα πάρκα με το χορτάρι και τα δέντρα που ήταν σε διάφορα σημεία. Τα καφέ είχαν ακόμα λίγους πελάτες, ενώ δυο τρεις ζωγράφοι είχαν στήσει τα καβαλέτα τους απέναντι στον πύργο και προσπαθούσαν να τον απεικονίσουν με τα πινέλα τους. Όλα αυτά τα είδα εν τάχει, καθώς αποφάσιζα να πάω και να σκαρφαλώσω στον πύργο. Είχα καταλάβει πλέον ότι ο τρελός επιθεωρητής δεν θα καλούσε βοήθεια, ούτε καν για την ανάβαση σε αυτό το κατασκεύασμα. Θα προτιμούσε να με ακολουθήσει μοναχός του. Ίσως ήθελε να πάρει ο ίδιος όλα τα εύσημα, να αποδείξει για άλλη μια φορά ότι είναι ο καλύτερος επιθεωρητής του Παρισιού. Δεν θα του έκανα το χατίρι. Θα ανέβαινα εκεί πάνω, όπως είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου το ’89 που εγκαινιάστηκε ο πύργος, και… σε κάποιον άλλο το είχα υποσχεθεί, που το όνομά του μου διέφευγε για καιρό τώρα, όπως και τα ονόματα πολλών άλλων που είχα γνωρίσει, που ήξερα πώς έμοιαζαν, πώς ήταν η εμφάνισή τους, αλλά αδυνατούσα να θυμηθώ πώς τους έλεγαν. Θα σκαρφάλωνα και θα έριχνα αυτόν τον άθλιο επιθεωρητή από την κορυφή του πύργου, για να δώσω έναν ακόμα λόγο στους κατοίκους της πόλης να διαμαρτύρονται για το σιδερένιο κατασκεύασμα.
Αλλά ένιωσα να χάνω το ρυθμό μου, γιατί ξάφνου το μυαλό μου γέμισε με εικόνες, τόσο αληθινές όσο οι φωτογραφίες. Πρόσωπα με παλιόρουχα ή με άσπρες ποδιές εμφανίζονταν μπροστά μου, κόβοντας το δρόμο μου, προκαλώντας με. Εκεί που στο Σαν ντε Μαρς δεν υπήρχαν αυτοί οι τόσο αταίριαστοι άνθρωποι (γιατροί και σκληροί άνθρωποι της υπαίθρου), ξαφνικά εμφανίζονταν, παίρνοντας την θέση άλλων ανθρώπων, πιο καλοβαλμένων, με ωραία ρούχα αντί για ιατρικές στολές.
Ποιους είχα δει πρώτα, όμως; Ποιοι ήταν όντως εκεί και ποιοι τους αντικαθιστούσαν; Και γιατί; Ήμουν σίγουρος ότι οι χωριάτες και οι γιατροί είχαν έρθει από το πουθενά, κλέβοντας τις ταυτότητες των άλλων, των αθώων που απλώς διασκέδαζαν και… και… «Ω όχι» ψέλλισα, «όχι πάλι. Όχι πάλι εσείς».
Αυτοί που με είχαν βασανίσει.
Αυτοί που με είχαν δέσει.
Αυτοί που μου είχαν υποσχεθεί μια καλύτερη ζωή, πάρα πολλές φορές στο παρελθόν.
Αυτοί ήταν εκεί.
Οι γονείς.
Οι γιατροί.
Όλοι. Ήταν εκεί.
Και με περίμεναν.
Να με σταματήσουν.
Να μου υποσχεθούν ξανά.
Να με παραδώσουν στον αδυσώπητο, τρελό επιθεωρητή…
Δεν θα τους άφηνα.
Δεν θα με έπιαναν. Ποτέ πια.
Θα τους τιμωρούσα για ακόμα μια φορά.
Ετοιμάστηκα να τους κάνω στην άκρη, να τους παραμερίσω. Να τους ξαποστείλω.
Τους πλησίαζα.
Αλλά τότε άκουσα το ουρλιαχτό ενός όπλου και ένιωσα ένα καυτό βέλος να μπήγεται στο δεξί μου πόδι. Σκόνταψα και έπεσα στο λιθόστρωτο. Χτύπησα το κεφάλι μου, εκεί που κάποτε μου έβαζαν υγρά σαπούνια, γιατί… γιατί… «Μείνετε μακριά!» φώναξε ο επιθεωρητής, καθώς έφτανε από πάνω μου και γονάτιζε δίπλα μου. Έπιασε με το ένα γαντοφορεμένο χέρι του το μαχαίρι που κρατούσα και με το άλλο χέρι του το πρόσωπό μου. Με κοίταξε με μαύρα μάτια, με νεκρά μάτια. Υπό το φως της νυχτερινής πόλης, με φόντο τον έναστρο ουρανό, ξεχώριζα το λευκό του δέρματός του, καθώς η ομίχλη μάς πλαισίωνε, μας απομόνωνε από τους άλλους. «Μην πλησιάζετε» είπε. «Αρκετούς σκότωσε και σήμερα, καθώς τον κυνηγούσα. Όποιον έβρισκε τον μαχαίρωνε, για να τον κάνει στην άκρη». Μόρφασε από αηδία. «Αλλά τώρα όλα τελείωσαν. Με ακούς;» με ρώτησε. «Δεν έχει ξανά φρενοκομείο για εσένα, ούτε άλλη οικογένεια για να σε υιοθετήσει. Μόνο ο θάνατος σε περιμένει, φονιά». Έσκυψε και ψιθύρισε στο αυτί μου «Να ’ξερες μόνο πόσο θα χαρώ που θα έχω την ευκαιρία να απαλλάξω τον κόσμο από εσένα, τρελέ!».
Προσπάθησα να του πω. Να του πω την ιστορία μου. Να του αραδιάσω όλα εκείνα τα ονόματα που είχα επιτέλους θυμηθεί. Προσπάθησα να του εξηγήσω τι συνέβαινε στο ταραχώδες μυαλό μου.
«Με ακούς;» με ρώτησε.
Δεν απάντησα.
«Δεν με νοιάζει τι έχεις να μου πεις. Είσαι ήδη νεκρός, για εμένα». Έδειξε τον φωτισμένο πύργο που έστεκε πιο πέρα. «Όπως υποσχέθηκα σε όλους, σε έβγαλα από τις σκιές».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα: Ο Φρανσουά Λαμέρ ζει και εργάζεται στο Παρίσι. Η κύρια ενασχόλησή του είναι η επιδιόρθωση υποδημάτων, αλλά έχει σπουδάσει Καλές Τέχνες στο πανεπιστήμιο. Από παιδί του άρεσε να ακούει ιστορίες και μεγαλώνοντας αποφάσισε ότι θα προσπαθήσει να γράψει και ο ίδιος μερικά διηγήματα.
Τάκης Κομνηνός
——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/
