Δεν ήταν εύκολο να βρίσκονται. Σε κάθε του έξοδο ο Μάνος, έτρεχε να την δει, μα εκείνη δεν τα κατάφερνε πάντα. Ακόμη και τις φορές που στεκόταν αδύνατο, ο Μάνος πήγαινε στο μαγαζί, τα έλεγε με τον Μπόρα κι ήλπιζε πως θα του δινόταν η ευκαιρία να αντικρίσει τα μάτια της έστω για δυο λεπτά κι ας μην έλεγαν λέξη.
Κι ο καιρός περνούσε… Κι ο έρωτάς τους φούντωνε… Και σύντομα κατάλαβαν κι οι δυο πως δεν μπορούν χώρια. ‘Ούτε χώρια, ούτε μαζί γίνεται!’ του είπε κάποια στιγμή που είχαν βρεθεί στο γνωστό σημείο, στο απόμερο άλσος. ‘Κανείς δεν πρόκειται να μας δεχτεί Μάνο! Μα κι εγώ δεν μπορώ να δεχτώ μια ζωή χωρίς εσένα!’ συνέχισε. Ο Μάνος ήξερε πως είχε δίκιο, μα πλέον στο σημείο που είχε φτάσει αυτή η ιστορία μέσα του, δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει πίσω.
– Σε ένα μήνα απολύομαι Ιφέτ. Θα έρθω να σε ζητήσω απ’ τον πατέρα σου. της είπε αποφασιστικά
– Μάνο τι λες; Δεν υπάρχει περίπτωση ο πατέρας μου να δεχτεί να παντρευτώ έναν Χριστιανό! Θα με σκοτώσει αν μάθει πως σε συναντάω εδώ!
– Με συμπαθεί Ιφέτ, αν του πω πώς νιώθω για σένα, αν του πω πώς νιώθεις για μένα… Θα σε πάρω μαζί μου στη Θεσσαλονίκη. Θα παντρευτούμε και…
– Δεν γίνεται αυτό! Δεν… δεν μπορώ να τον αφήσω! Δεν μπορώ να τον αφήσω μόνο! Κι ο Ασλάν; Έχει ακόμη ανάγκη τη φροντίδα μου! Πώς…;
– Τι άλλο μπορεί να γίνει; Στη Θεσσαλονίκη θα δουλέψω, θα μπορούμε να ζήσουμε μαζί!
– Δεν καταλαβαίνεις Μάνο!
– Το μόνο που καταλαβαίνω είναι πως σε ένα μήνα φεύγω από εδώ. Και θέλω να φύγουμε μαζί!
Έκλαψε για ώρα μέσα στα χέρια του. Κι εκείνος προσπάθησε πολύ να μην κλάψει, έπρεπε να μείνει δυνατός, βράχος για να μπορεί να ξεσπάσει εκείνη. Ήξερε πολύ καλά ότι ήταν πολύ δύσκολο αυτό που της ζητούσε. Ήξερε καλά πως δεν μπορούσε να αφήσει ελαφρά τη καρδία τον τόπο της, το σπίτι της, τον πατέρα της, τον αδερφό της, τη ζωή της… Ήξερε πολύ καλά πως της ζητούσε να θυσιάσει τα πάντα της, ένιωθε όμως μέσα του έτοιμος για να παλέψει να της ανταποδώσει τις θυσίες, ένιωθε έτοιμος να σταθεί στο πλάι της και να την κάνει ευτυχισμένη.
Μια βδομάδα ήταν η άδεια απολύσεως και δεν κατέβηκε καθόλου στη Θεσσαλονίκη. Φλόμωσε με δικαιολογίες και ψέματα τη μάνα του και μόνο στους κολλητούς του μίλησε για την Ιφέτ και τις σκέψεις του. Αν το δεχόταν εκείνη, θα επέστρεφαν μαζί στη Θεσσαλονίκη. Οι κολλητοί του έπεσαν απ’ τα σύννεφα, μιας και μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν ιδέα για την ύπαρξη αυτής της κοπέλας στη ζωή του φίλου τους. Του φώναξαν, τον μάλωσαν, τον έβρισαν, μα στο τέλος κατάλαβαν πως ο Μάνος δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει πίσω. Τον παρέθεσαν όλα τα προβλήματα, όλα τα κολλήματα, όλες τις δυσκολίες σ’ αυτό που ήθελε να κάνει, μα εντέλει αντιλήφθηκαν πως τζάμπα μιλούσαν, ο Μάνος είχε πάρει τις αποφάσεις του. ‘Ό,τι αποφασίσεις αδερφέ, εμείς είμαστε μαζί σου!’ του είπαν τελικά.
Στη μάνα του δεν είπε λέξη. Ήξερε πως στο τέλος θα αποδεχόταν και θα αγκάλιαζε την Ιφέτ. Το μεγάλο πρόβλημα ήταν πώς θα μιλούσε στον Μπόρα, πώς θα τον έκανε να καταλάβει ότι αγαπούσε στ’ αλήθεια την κόρη του και ότι θα έβρισκε τρόπο να ξεπεράσει κάθε τους διαφορά κι αντίθεση.
Εκείνη την εβδομάδα, λίγο πριν απολυθεί, μίλησε πολύ με την Ιφέτ. Σκέφτηκαν την κατάσταση απ’ όλες τις πλευρές και κατέληξαν πως η ιστορία ήταν αδιέξοδη. Ο Μπόρα δεν υπήρχε περίπτωση να δεχτεί αυτή τη σχέση. Η Ιφέτ έτρεμε στη σκέψη να τ’ αφήσει όλα πίσω και να ακολουθήσει απλά την καρδιά της. Ο Μάνος έπρεπε να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη, να ξεκινήσει να χτίζει τη ζωή του όπως την είχε σχεδιάσει. Και στο μέσο ένας μεγάλος έρωτας, η συνέχιση του οποίου κρεμόταν από μια λεπτή κλωστή. Κι ο καιρός περνούσε, ο κλοιός στένευε, απέμεναν μόλις λίγες μέρες πριν τελειώσουν όλα ή πριν γεννηθεί μια καινούρια αρχή…
– Μωρό μου, πρέπει να καταλάβεις ότι δεν υπάρχει άλλος χρόνος! Τον έχουμε εξαντλήσει! Έχουμε φτάσει στο τέρμα! Είναι “ή τώρα ή ποτέ”! Πρέπει να ξέρω την τελική σου απόφαση!
– Μάνο σ’ αγαπάω και μακριά σου θα είμαι δυστυχισμένη, μα… δεν ξέρω αν μπορώ να τ’ αφήσω όλα πίσω…
– Πρέπει να μάθεις όμως Ιφέτ! Το μισώ που σε πιέζω, αλλά αύριο παίρνω το χαρτί και πρέπει να φύγω!
– Δεν νιώθω έτοιμη ακόμη να πάρω μια τόσο σοβαρή απόφαση!
– Αν μου πεις ότι θα αποφασίσεις σε τρεις μέρες, θα κοιμηθώ έξω στο δρόμο μέχρι να λάβω την τελική σου απόφαση, μα… θα αλλάξει κάτι σε τρεις μέρες μάτια μου;
Η Ιφέτ τον κοίταξε και χαμήλωσε το βλέμμα. Ο Μάνος είχε δίκιο, έπρεπε να του δώσει μια οριστική απάντηση, οι αναβολές δεν θα οδηγούσαν πουθενά και ήταν άδικο και για τους δυο να παρατείνεται το μαρτύριο.
– Μάνο… δεν μπορώ… λυπάμαι… του είπε και ξέσπασε σε λυγμούς
Ο Μάνος έμεινε αμίλητος και την κοιτούσε, μη θέλοντας να πιστέψει αυτό που άκουσε. Ήξερε πως αυτό που της ζητούσε ήταν πάρα πολύ δύσκολο, είχε όμως την κρυφή ελπίδα πως τα συναισθήματά της θα ήταν πιο δυνατά απ’ τη λογική της. Ήλπιζε πως αυτή η ιστορία θα είχε happy end, πως θα τον ακολουθούσε και πως κι ο Μπόρα με τον καιρό θα κατάφερνε να τους συγχωρέσει και να τους δεχτεί. Ήλπιζε πως με τον καιρό όλα θα διορθώνονταν κι οι δυο τους θα είχαν την ευκαιρία ν’ αγγίξουν την ευτυχία. Οι μήνες που πέρασαν μαζί, είχαν αποδείξει και σ’ εκείνον και σ’ εκείνη πως ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. Εκείνη το έλεγε κισμέτ, εκείνος το έλεγε έρωτα… όπως και αν λεγόταν στ’ αλήθεια αυτό που συνέβαινε όμως, τους έκανε ευτυχισμένους κι αν δεν είναι αυτό το σημαντικό, τότε ποιο είναι;
Πήρε μια βαθιά ανάσα και την έκλεισε στην αγκαλιά του. Της χάιδευε και της φιλούσε τα μαλλιά και προσπαθούσε να την ηρεμήσει, ήταν φανερό πόσο υπέφερε και δεν άντεχε να την βλέπει έτσι.
– Ιφέτ… καρδιά μου… σε παρακαλώ! Εγώ μωρό μου, εγώ θα μείνω εδώ! Θα γυρίσω στη Θεσσαλονίκη, θα πάρω το μερίδιό μου για το μαγαζί που έχω αφήσει στον Πέτρο, θα πάρω και την κυρά Χαρίκλεια… θα έρθουμε εμείς εδώ αγάπη μου! Δεν μπορώ… δεν αντέχω να σε χάσω! Θα κάνω ό,τι χρειαστεί! της είπε και ξέσπασε κι εκείνος σε λυγμούς
Η Ιφέτ σκούπισε με νευρικές κινήσεις τα μάτια της και τον κοίταξε. Το βλέμμα της ήταν σκοτεινό, διαλυμένο.
– Μάνο ο πατέρας μου δεν… δεν θα το δεχτεί… ποτέ δεν θα…
– Θα του μιλήσω εγώ! Θα του εξηγήσω! Θα πέσω στα πόδια του! Ξέρω πόσο τον αγαπάς και πόσο τον σέβεσαι, θα κάνω το αδύνατο δυνατό για να τον πείσω! Μπορώ να…
– Μάνο, είσαι χριστιανός! Δεν θα σου ζητούσα ποτέ να… Ο πατέρας μου δεν πρόκειται να…
– Ιφέτ δεν είμαστε ούτε οι πρώτοι ούτε οι τελευταίοι! Θα βρούμε μια λύση! Αύριο παίρνω το απολυτήριο και θα…
– Αύριο θα έρθει στο σπίτι να με ζητήσει εκείνος που ο πατέρας μου αποφάσισε για μένα.
Ο Μάνος έμεινε αμίλητος προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει αυτό που μόλις είχε ακούσει. Κούνησε το κεφάλι του νευρικά δεξιά κι αριστερά, αδυνατώντας να δεχτεί αυτό που μόλις είχε ξεστομίσει η Ιφέτ.
– Πότε το έμαθες αυτό; την ρώτησε χωρίς ανάσα
– Πριν ένα μήνα περίπου… του είπε και χαμήλωσε το βλέμμα
– Ένα μήνα;;; Και δεν μου είπες λέξη;;; Πώς μπόρεσες να το κρατήσεις κρυφό;;;
– Δεν ήξερα πώς να στο πω! είπε και ξέσπασε ξανά σε κλάματα
– Ιφέτ! Θα μπορούσαμε να είχαμε βρει μια λύση! Θα είχαμε χρόνο! Πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό;
– Δεν υπάρχει λύση Μάνο! Αυτή είναι η μοίρα μου, να ζήσω εδώ, να σταθώ δίπλα στην οικογένειά μου, να…
– Κόφ’ το πια! Σταμάτα! Μοίρες και αηδίες! Εμείς τη φτιάχνουμε τη μοίρα μας Ιφέτ! Στο χέρι μας είναι η μοίρα μας! Εμείς τη χτίζουμε με τις αποφάσεις μας! Κι εσύ δείλιασες Ιφέτ! Παραδόθηκες! Με πούλησες!
– Μάνο…
– Δεν θέλω να ακούσω τίποτα άλλο Ιφέτ! Φύγε σε παρακαλώ και… βίο ανθόσπαρτο! έφτυσε σχεδόν τις λέξεις και την κοίταξε με θυμό
Η Ιφέτ έσφιξε τη ζακέτα της πάνω της, κατέβασε το βλέμμα και χωρίς να πει άλλη λέξη γύρισε την πλάτη της κι έφυγε. Ήξερε πως όλα είχαν τελειώσει. Ήξερε πως δεν υπήρχε τρόπος. Ήξερε πως αυτή ήταν η τελευταία φορά που αντίκριζε τα μάτια του.
Την έβλεπε να περπατάει μακριά του και κάθε βήμα της έκλεβε κι ένα χτύπο της καρδιάς του. Με το που χάθηκε απ’ το οπτικό του πεδίο, έπεσε με τα γόνατα στο χώμα και ξέσπασε σ’ ένα δυνατό κλάμα, σχεδόν χωρίς ανάσα. Το άλσος, αυτό το άλσος που τόσους μήνες κρατούσε μυστικό τον έρωτά τους, σκοτείνιασε κι άλλο θαρρείς ξαφνικά, τόσο, που άρχισε να το νιώθει φυλακή. Σηκώθηκε κι άρχισε να τρέχει σαν τρελός, του ήταν αδύνατον να δεχτεί αυτά που είχε ακούσει απ’ την Ιφέτ.
Όταν ένιωσε την ανάσα του να κόβεται απ’ το τρέξιμο, σταμάτησε, έβαλε τα χέρια του στο κεφάλι κι έκανε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να μην ουρλιάξει. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες και άφησε το βλέμμα του να χαθεί στο σκοτεινό ουρανό. Αυτή ήταν η τελευταία νύχτα που θα αντίκριζαν το ίδιο τοπίο… ένιωσε την καρδιά του να ραγίζει μ’ αυτή τη σκέψη. Με χέρια που έτρεμαν έβγαλε το κινητό του απ’ την τσέπη του.
– Έλα αδερφέ! Πώς είσαι; Έτοιμος για τη μεγάλη έξοδο; Έτοιμος να…
– Αργύρη σε χρειάζομαι! η φωνή του φανέρωνε ότι ήταν διαλυμένος
– Μάνο τι έπαθες; Τι συμβαίνει;
– Θέλω να σου ζητήσω κάτι, αλλά δεν θα ρωτήσεις πώς και γιατί…
– Ό,τι ζητήσεις φίλε!
– Θέλω να έρθεις εδώ. Με το αυτοκίνητο. Μπορείς να είσαι εδώ μέχρι αύριο το μεσημέρι;
– Μπορώ να είμαι πριν καν χαράξει! Ξεκινάω τώρα! Να πάρω και τον Πέτρο;
– Δεν χρειάζεται να ξεκινήσεις τώρα. Μίλα με τον Πέτρο κι αν μπορεί, ας έρθει κι εκείνος. Χρειάζομαι απλά να είσαι εδώ αύριο μέχρι τις 2 το μεσημέρι.
– Θα είμαι. Θα είμαστε φίλε! Μόνο πες μου… είσαι καλά στην υγεία σου; Δεν έχει συμβεί κάτι, έτσι;
– Δεν είναι θέμα υγείας. Ελάτε και θα σας πω από κοντά.
Κλείνοντας το τηλέφωνο, πήρε μια βαθιά ανάσα. Αυτό ήταν το τελευταίο του χαρτί, θα τα έπαιζε όλα για όλα.
Γύρισε στο στρατόπεδο με βαριά καρδιά. Ήξερε πως θα του ήταν αδύνατον να κλείσει μάτι με όλα όσα είχαν συμβεί. Η επόμενη μέρα θα καθόριζε τη συνέχεια της ζωής του. Αν η Ιφέτ έστω και την τελευταία στιγμή άλλαζε γνώμη, αυτό θα σήμαινε πως θα γύριζε μαζί του στη Θεσσαλονίκη και θα έχτιζαν μαζί το μέλλον τους. Αν η Ιφέτ δεν τολμούσε να κάνει αυτό το βήμα ούτε και τώρα, τότε θα ήξερε πως θα άφηνε εκεί, “τέρμα Θεού, αρχές Αλλάχ”, ένα κομμάτι της καρδιάς του.
– Μάτι δεν μπορώ να κλείσω ρε σειρά! Αύριο την κάνουμε επιτέλους! του ψιθύρισε ο Κοσμάς όταν ξάπλωσαν στο κρεβάτι το ίδιο βράδυ
– Ρε φίλε… με είχες ρωτήσει πριν λίγο καιρό αν έκανα καμιά κουταμάρα…
– Μη μου πεις… Τι έκανες ρε φίλε; τον ρώτησε ο Κοσμάς με φανερή την ταραχή στη φωνή του κι ανασηκώθηκε απ’ το κρεβάτι
– Σσσσς! Δεν θέλω να μας ακούσει κανείς! Την αγάπησα ρε Κοσμά! Την έχω ερωτευτεί!
– Τι;;;
– Άσε με να σου πω… αύριο φεύγουμε και δεν την παλεύω με τη σκέψη πως θα την αφήσω εδώ. Της είπα να πάω να τη ζητήσω απ’ τον πατέρα της, να την πάρω μαζί μου στη Θεσσαλονίκη!
– Και δέχτηκε;
– Όχι! Μου είπε πως δεν πρόκειται ποτέ να δεχτεί ο Μπόρα κάτι τέτοιο. Της είπα να φύγουμε κρυφά. Αρνήθηκε. Μου είπε πως αύριο θα της πάει προξενιό στο σπίτι, κάποιος που ο πατέρας τη διάλεξε για εκείνη! Θα τρελαθώ! Καταλαβαίνεις;
– Μανίκι ρε φίλε… Πώς τα κατάφερες έτσι;
– Πες μου, τι πιστεύεις, υπάρχει περίπτωση αν πάω να μιλήσω στο Μπόρα, να δεχτεί να μ’ ακούσει;
– Μάνο… στο είχα πει και τότε, τα πράγματα εδώ δεν είναι απλά. Λυπάμαι, αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχει περίπτωση να βγάλεις κάτι αν μιλήσεις μαζί του. Κι απ’ τη στιγμή που κι εκείνη δεν δέχτηκε να σ’ ακολουθήσει, δεν πιστεύω πως υπάρχει κάτι άλλο που μπορείς να κάνεις. Εδώ είναι άλλος Θεός φίλε… Προσπάθησε να καταλάβεις πως όλα μέσα σου μεγεθύνονται λόγω της ψυχολογίας σου, του εγκλεισμού, όταν επιστρέψεις στην πόλη σου, θα δεις αλλιώς τα πράγματα. Θα ξεχάσεις αδερφέ! Θα ξεχάσεις και σε λίγο καιρό θα γελάς μ’ αυτές τις σκέψεις που κάνεις τώρα.
Την επόμενη μέρα, την ώρα που έβγαινε με το απολυτήριο του στρατού στο χέρι, είδε μπροστά στο στρατόπεδο το αυτοκίνητο του Αργύρη. Οι δυο κολλητοί του είχαν έρθει, ακριβώς όπως τους το είχε ζητήσει. Αγκαλιάστηκαν και πριν πουν πολλά λόγια, ο Μάνος τους ζήτησε να πάνε κάπου ήσυχα να τους μιλήσει. Όσο πιο περιληπτικά μπορούσε, τους εξήγησε την κατάσταση.
– Όλα θα πάνε καλά φίλε! Δεν είσαι μόνος! Θα τη βρούμε όλοι μαζί την άκρη. Θα γυρίσουμε στη Θεσσαλονίκη, θα φτιάξουμε το μαγαζάκι μας, θα…
– Πέτρο δεν σας ζήτησα να έρθετε για να με πάρετε να φύγουμε. Θα κάνω μια τελευταία προσπάθεια να την πείσω να έρθει μαζί μου. Αν δεχτεί, θα φύγουμε όλοι μαζί. Αν δεν δεχτεί… αυτό δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι…
– Αφού σου εξήγησε ότι δεν…
– Αργύρη… ο λόγος που ζήτησα τη βοήθειά σας, είναι γιατί αν τελικά δεχτεί, θα χάσουμε πολύ χρόνο στο σταθμό να περιμένουμε το τρένο κι απ’ τη μία θα αγχωθεί πάρα πολύ, απ’ την άλλη υπάρχει κίνδυνος να πάρει κάποιος χαμπάρι τι γίνεται και να έρθουν από εκεί οι δικοί της. Δύο ώρες. Αυτό μόνο σας ζητάω. Δύο ώρες και μετά θα φύγουμε. Είτε οι τρεις μας, είτε οι τέσσερίς μας…
Έπιασε το κινητό του κι έγραψε ένα μήνυμα στην Ιφέτ. ‘Είμαι με αυτοκίνητο στο πάρκο κοντά στο σπίτι σου. Θα περιμένω μέχρι τις 4 σ’ αυτό το σημείο. Αν αποφασίσεις να έρθεις, πάρε δυο ρούχα κι έλα να φύγουμε. Αν αποφασίσεις να μείνεις… αντίο. Σ’ αγαπάω!’. Πάτησε αποστολή και κοίταξε τους φίλους του μ’ ένα βλέμμα γεμάτο αγωνία.
– Είμαστε μαζί σου αδερφέ! του είπε ο Αργύρης
– Ό,τι κι αν γίνει! συμπλήρωσε ο Πέτρος.
Ο Μάνος κοίταξε το ρολόι του. Η ώρα ήταν δύο ακριβώς…
Κική Γιοβανοπούλου
Συνεχίζεται…

3 responses to “Τέρμα Θεού, αρχές Αλλάχ – 4”
Πω πω συγκλονιστική εξέλιξη…ανυπομονώ για τη συνέχεια💖😍
Στο καλύτερο μας Έκοψες ανυπομονώ για την συνέχεια
[…] Προηγούμενο […]