Μια άσχημη στον κόσμο των όμορφων

Καθισμένη στην πολυθρόνα, με το τηλέφωνο στο χέρι, περιμένει.
Δεύτερη προσπάθεια εξωσωματικής. Δεύτερος επώδυνος αγώνας για την πολυπόθητη μητρότητα. Πόσος πόνος, πόση αγωνία, πόση λαχτάρα, πόσες αιματολογικές εξετάσεις… Ούτε καν οι φλέβες στο σώμα της εύκολες.

Δεν ήταν γεννημένη για τα εύκολα η Δανάη. Ο έλεγχος της οιστραδιόλης απαιτούσε πολύ συχνά αιμοληψία. Δεν υπήρχε σημείο στα χέρια που να μην ήταν τρυπημένο και μελανιασμένο. Οι ενέσεις ορμονών, άλλα τρυπήματα, σε μπράτσο και κοιλιά. Κάθε φορά που η ένεση έμπαινε στο δέρμα της, έκλεινε τα μάτια κι ευχόταν να μείνει έγκυος. Ένιωθε μια παγωμάρα στη ψυχή, μια μοναξιά, αναζητούσε την επιβεβαίωση και την αποδοχή από τον άντρα της κι ας μη την άφησε ποτέ μόνη κι ας ήταν βράχος δίπλα της κι ας έδειχνε κατανόηση για όλη αυτή τη δοκιμασία που υπέβαλλε η Δανάη στο σώμα και στην ψυχή της.

Είχε υπομονή ο Κωστής. Έβλεπε τις ξαφνικές αλλαγές στη διάθεσή της, στα συναισθήματά της. Πολλές οι φορές που τον αδίκησε, που του κρατούσε μούτρα, που δεν ήθελε καν να την αγγίξει. Ήξερε πως όλο αυτό το ορμονικό παιχνίδι, κλέβει ώρες ώρες, την γυναίκα που λατρεύει έξι χρόνια τώρα. Αλλά μαζί το αποφάσισαν και μαζί θα το περνούσαν. Εκείνη πέρα από την ψυχή της και στο σώμα της, που χιλιοτρυπιόταν καθημερινά, οπότε δεν θα την εγκατέλειπε.

Αυτή η αγωνία της αναμονής του αποτελέσματος, χειρότερη κι από όλη την ορμονοθεραπεία και την διαδικασία της εμβρυομεταφοράς. Να ξεροσταλιάζεις μέρες για να μάθεις αν το σώμα σου παραμένει ένα άδειο φορτίο ή αν μέσα σου φώλιασε η ζωή.

Την πρώτη φορά, ο γυναικολόγος με χαμηλωμένη φωνή της είπε “Δανάη μου λυπάμαι, δεν τα καταφέραμε…”. Και ο κόσμος της κατέρρευσε. Ο Κωστής ήταν εκεί, να την χωρέσει στην αγκαλιά του, να την αφήσει να κλάψει, να την φιλάει στα δακρυσμένα μάγουλα και να την διαβεβαιώνει πως αν κι εκείνη το ήθελε, μαζί θα τα κατάφερναν την δεύτερη φορά. Και να τη πάλι, δεύτερη φορά που μετέτρεψε το σώμα της σε φαρμακαποθήκη και περιμένει. Χαϊδεύει την κοιλιά της και παρακαλάει την Παναγιά. Το τηλέφωνο χτυπάει κι εκείνη πετάγεται, ενώ το περίμενε τόσο. “Δανάη μου, τα καταφέραμε! Είσαι έγκυος! Συγχαρητήρια!”.

Κόντρα σε όλους που την πίκραναν, που ο καθένας έλεγε τα δικά του, για το πόσο λάθος κάνει και κακώς παλεύει να κάνει παιδί στα σαράντα πέντε της. “Είναι επικίνδυνο”, έλεγαν κάποιοι. “Μαμά του ή γιαγιά του, θα είσαι”; έλεγαν οι άλλοι.

Και ξαφνικά όλα παίρνουν χρώμα. Όλα φωτίζουν. Ξεχνάς την μιζέρια του κόσμου, τα πικρόχολα σχόλια, την αμφισβήτηση με την οποία πότιζαν τόσο καιρό την ψυχή σου και απλά, απολαμβάνεις αυτό το μαγικό “είσαι έγκυος!”. Αυτό λαχταρούσες, γι ‘αυτό σακάτεψες το σώμα σου και δεν θα δώσεις λογαριασμό σε κανέναν. Δάκρυα χαράς, ευτυχίας, ευγνωμοσύνης, ανακούφισης σε κατακλύζουν και μόνο χαρούμενα συναισθήματα έχουν θέση στη καρδιά σου.

Ο καιρός κυλούσε και η Δανάη απολάμβανε την εγκυμοσύνη της. Δύο καρδιές, έπαιρναν χτύπο από την δική της καρδιά. Δύο πλάσματα ζούσαν από την ανάσα της. Πρόσεχε πολύ, προσεύχονταν πολύ.

Γιατί πρέπει, όλα τα καλά, να μη κρατάνε για πάντα; Στην αρχή του όγδοου μήνα, στον υπέρηχο, ο γιατρός της, δεν φαινόταν το ίδιο ενθουσιασμένος με τις προηγούμενες φορές. Το ένα έμβρυο δεν ακουγόταν. Και ήταν και η στιγμή που έσβησε για πάντα η απόλυτη ευτυχία. Όλα έγιναν αστραπιαία. Βρέθηκε στο χειρουργείο για καισαρική. Το ένα κοριτσάκι γεννήθηκε νεκρό. Και το άλλο δεν μπορούσε με σιγουριά να πει ο γιατρός, μα σίγουρα με κάποια θέματα που θα τα διαπίστωναν αργότερα, καθώς το παιδί θα μεγάλωνε. Ένα “γιατί” παγιδεύτηκε στα σωθικά της και της τα κατασπάραζε.

Ο Κωστής την παρακάλεσε να μη δει το νεκρό έμβρυο. Εκείνη όμως ήθελε να το πάρει στην αγκαλιά της, να αντικρίσει το μωρό που μεγάλωνε οχτώ μήνες μέσα της. Έκλαιγε και του μιλούσε. “Συγχώρεσέ με! Δεν ήμουν αρκετή και σε έχασα! Συγχώρεσέ με που δεν ήμουν άξια να σε κρατήσω ζωντανή μέσα μου, ψυχή μου!”. Έσφιγγε την νεκρή κόρη της και σπάραζε στο κλάμα, την ζέσταινε με το χνώτο της σα να προσπαθούσε να της μεταγγίσει ζωή. Όταν πια είχε στα χέρια της το ζωντανό μωρό της, δεν μπορούσε να χαρεί όπως μια μάνα που κρατάει για πρώτη φορά το μωρό της. Ένα κομμάτι της καρδιάς της είχε πετάξει μαζί με το νεκρό βρέφος, να το συντροφεύει, να το προστατεύει, εκεί ψηλά, αφού δεν μπόρεσε εδώ.

Η Θάλεια, ήταν ένα παιδί, πάντα πιο πίσω από άλλα της ηλικίας της, σε ανάπτυξη, σε λόγο, σε μάθηση, σε κίνηση. Άργησε πολύ να περπατήσει και να μιλήσει. Την έτρεχαν καθημερινά σε φυσιοθεραπευτές, λογοθεραπευτές, παιδοψυχολόγους, εργοθεραπευτές. Αφιέρωσαν όλο το χρόνο τους, παρά πολλά χρήματα, την καθημερινότητά τους, την ζωή τους όλη, για να κάνουν την Θάλεια ένα λειτουργικό παιδί, να μην νιώσει ποτέ μειονεκτικά μπροστά σε κανέναν.
Τα κατάφεραν σε ένα μεγάλο βαθμό.

Η Θάλεια, έχανε μια χρονιά. Την στείλανε, μια χρονιά μετά σχολείο και ήταν πάντα ένα χρόνο μεγαλύτερη από τους συμμαθητές της. Ήταν ένα κορίτσι πιο κοντό, πιο αδύνατο, με γυαλιά μυωπίας που έκρυβαν τα κατάμαυρα μάτια της, με μακριά, γυαλιστερά, μαύρα μαλλιά και σκουρόχρωμη επιδερμίδα. Δεν ήταν αυτό που λέμε, ένα πανέμορφο κοριτσάκι. Το αντίθετο. Δεν κέρδιζε με το παρουσιαστικό της. Μα δεν ήταν μόνο αυτό. Πολύ συχνά μπουρδουκλωνόταν κι έπεφτε, έτρεμε, δεν είχε καλή ισορροπία, κουραζόταν πολύ εύκολα, μετά από τρέξιμο ή έντονο παιχνίδι ή από το ποδήλατο και γενικά είχε τους δικούς της ρυθμούς. Δυστυχώς για ‘κείνη, συχνά, σχεδόν καθημερινά, γινόταν πόλος έλξης πειραγμάτων από τα άλλα παιδιά.

“Ασχημόπαπο”, “μαυριδερή”, “κουασιμόδος” , “αργόστροφη”, “καθυστερημένη”, ήταν μόνο κάποια από τα παρατσούκλια που της είχαν βγάλει. Κάθε φορά που σηκωνόταν στον πίνακα, γινόταν ο περίγελος της τάξης. “Ε! Φτάνεις να σβήσεις τον πίνακα;”, “Ωχ, θα σχολάσουμε μέχρι να λύσει την άσκηση αυτή!” ήταν γνωστές πλάκες που έκαναν τα παιδιά. Οι δάσκαλοι τα μάλωναν, μα τίποτα δεν άλλαζε. Ούτε καν τα κορίτσια, οι συμμαθήτριές της, δεν βρέθηκε ποτέ καμία να σταθεί δίπλα της. Όλα γελούσαν με τις “πλάκες” των άλλων παιδιών και συνωμοτούσαν στην ουσία στην λεκτική επίθεση εναντίον της Δανάης. Ήταν άλλα χρόνια, με έννοιες όπως το σημερινό “μπούλινγκ” ή την “ενσυναίσθηση” να μην υπάρχουν ούτε καν σαν λέξεις, πόσο μάλλον σαν δίδαγμα.

Η Θάλεια πληγωνόταν με τα κοροϊδευτικά σχόλια εναντίον της, μα δεν κρατούσε κακία σε κανέναν. Η Δανάη, κάθε μέρα την ρωτούσε αν την πείραξαν στο σχολείο, αν την στεναχώρησε κανείς κι εκείνη πάντα, χαμογελαστή, την καθησύχαζε πως κανείς δεν την ενόχλησε. Δεν ήθελε να της λέει την αλήθεια. Πρώτον γιατί ντρεπόταν να λέει όλα όσα απροκάλυπτα έλεγαν σε ‘κείνη τα άλλα παιδιά και δεύτερον για να μη την πικραίνει. Έβλεπε στο βλέμμα και στην συμπεριφορά της μαμάς της, την αγωνία και την στεναχώρια της.

Υπερπροστατευτική η μανούλα της. Ένιωθε τόση ασφάλεια κοντά της, σα να μη μπορούσε τίποτα να την αγγίξει όσο ήταν εκείνη δίπλα της. Από μωρό, την θυμάται με εκείνο το γεμάτο λατρεία βλέμμα, την ζεστή αγκαλιά, τον γλυκό λογο. Και από την άλλη ο μπαμπάκας της, ο βράχος της. Πόσες φορές την κουβάλησε αγκαλιά, όταν κουραζόταν πολύ εύκολα με το ποδήλατο. Από το ένα χέρι την Θάλεια, από την άλλη το ποδήλατο. Ο γίγαντάς της, ο γλυκός και τρυφερός μπαμπάς της, που στην αγκαλιά του χωρούσε και τις δύο γυναίκες της ζωής του με τόση αγάπη και νοιάξιμο. Πάντα τους θυμάται αγκαλιασμένους. Δεν έχει μνήμες από τσακωμούς, φωνές, απειλές. Θαρρείς και ό,τι κι αν συνέβαινε, υπήρχε άγραφος νόμος, να μη μπαίνει ανάμεσά τους. Να μην επηρεάζει την οικογενειακή γαλήνη. Ήταν πολύ περήφανη και για τους δυο, δε θα μπορούσε να σκεφτεί να είναι άλλοι στη θέση τους. Μακάρι ο κόσμος γύρω της να ήταν σα τους γονείς της. Δυστυχώς όμως δεν ήταν.

Έβλεπε τους γονείς των συμμαθητών της, πώς την κοιτούσαν. Πώς κρυφοσχολίαζαν, “α το καημένο”, “γιατί το έβαλαν στο σχολείο μας και όχι σε ειδικό σχολείο;”, “το έτρεξαν παντού το δύστυχο, μα κοίτα το!”, “να τι γίνεται όταν η μάνα κάνει παιδί σε τέτοια ηλικία”, “εμ, παιδί στα σαράντα πέντε ήθελε, καλά να πάθει!”.

Όσα συναισθηματικά εφόδια κι αν σου έχουν δώσει οι γονείς σου από πολύ μικρή ηλικία, όσο κι αν δούλεψαν μαζί σου, την πανοπλία που θα σε προστατεύει από κάθε κακία, από κάθε τοξικότητα, από κάθε αρνητισμό, πάντα κάτι τρυπώνει και σε πετυχαίνει, κατευθείαν στην καρδιά. Αναρωτιέσαι, γιατί το να διαφέρεις από τα τέλεια πρότυπα του κόσμου, της ομορφιάς, της εξυπνάδας, της μόρφωσης, αποτελεί λόγο για αφορισμό; Στο πυρ το εξώτερο οι άσχημοι, αυτοί με κινητικά προβλήματα, αυτοί που χρειάζονται χρόνο να δομήσουν την σκέψη τους και να την εκφράσουν.

Σε όλους αυτούς, γονείς, παιδιά, μικρότερους ή μεγαλύτερους, τους επικριτές, που χλεύαζαν ή έσταζαν χολή και δηλητήριο, η Θάλεια απαντούσε με χαμόγελο και καλοσύνη. Πλην εκείνων των στιγμών που έχανε έδαφος και επέτρεπε να την επηρεάσουν, ευτυχώς, παροδικά, η Θάλεια με το πιο χαμηλό δείκτη νοημοσύνης από τους άλλους, δίδασκε ανωτερότητα, ήθος και δυναμισμό. Με αυτή τη βαριά κληρονομιά την προίκισαν οι γονείς της.

Στο γυμνάσιο, στο πίσω θρανίο καθόταν ο Πασχάλης. Ένα πολύ όμορφο, κατάξανθο αγόρι, με μπουκλάκια, με γκριζοπράσινα μάτια και ένα υπέροχο χαμόγελο. Σε αντίθεση με τα άλλα παιδιά, εκείνος δεν την κορόιδεψε ποτέ. Ούτε γελούσε με τα αστεία εις βάρος της. Οι εκφράσεις του, ο τρόπος που την κοιτούσε, της θύμιζε κάτι από τον μπαμπά της και την έκανε να νιώθει σιγουριά. Στα διαλείμματα, δειλά δειλά, την πλησίαζε, την ρωτούσε δήθεν κάτι για το μάθημα της επόμενης ώρας ή κάτι για την επόμενη μέρα. Σιγά σιγά λοιπόν, έγιναν αχώριστοι. Τους συμμαθητές τους, τους τροφοδότησαν κι αλλο. “Μα καλά, χαζός είναι ο Πασχάλης; Τι κάνει μαζί της”; “Ο πεντάμορφος και το τέρας”, “η ασχημομούρα, βρήκε φίλο”…

Τους άφηναν στον δικό τους πραγματικά άσχημο κόσμο. Αυτόν που οι μεγάλοι περίτεχνα τους έφτιαξαν και τους έκαναν συμπρωταγωνιστές και οι δύο τους, πήραν τα χρώματα των γονιών τους και ζωγράφισαν τον δικό τους κόσμο. Εκείνον που οι άνθρωποι δεν διακρίνονται σε κατηγορίες. Οι άσχημοι και οι όμορφοι, οι κοντοί και οι ψηλοί, οι χοντροί και οι αδύνατοι, οι έξυπνοι και οι καθυστερημένοι. Όχι, δεν υπήρχαν αυτές οι διακρίσεις. Στον κόσμο τους, ήταν όλοι απλά άνθρωποι.

Ήταν αχώριστοι, στο σχολείο, στις γειτονιές τους, ο ένας στο σπίτι του άλλου. Η Δανάη και ο Κωστής καμάρωναν τόσο πολύ την κόρη τους. Άνοιξε τα φτερά της και πια μπορούσε να πετάει μόνη. Είχαν μεγαλώσει ένα δυνατό κορίτσι, που εξελισσόταν σε μια δυναμική νεαρή γυναίκα. Τον Πασχάλη τον είχαν σαν παιδί τους. Σαν τον γιο που θα ήθελαν να έχουν. Το ίδιο και οι γονείς του Πασχάλη. Την λάτρευαν την Θάλεια. Ήταν πολύ περήφανοι για τον γιο τους που διάλεξε για φίλη του ένα τόσο καλόκαρδο, καλοσυνάτο, ευγενικό, φωτεινό πλάσμα. Δεν είδαν ποτέ στο παρουσιαστικό της ό,τι έβλεπαν όλοι οι άλλοι. Τα μάτια της ψυχής άλλωστε βλέπουν την ουσία.

Στο λύκειο, χώρισαν οι δρόμοι τους. Ο Πασχάλης πήγε σε γενικό, η Θάλεια σε πολυκλαδικό. Ο Πασχάλης είχε βλέψεις από μικρός να γίνει δικηγόρος, να υπερασπίζεται όλους όσους έχουν ανάγκη. Η Θάλεια ήθελε να γίνει αισθητικός. Να περιποιείται τις γυναίκες, να φροντίζει τα πρόσωπά τους, να τις βάφει. Να τις κάνει να δείχνουν όμορφες. Να μη νιώσει καμία ό,τι έζησε αυτή τόσα χρόνια που δεν της συγχώρεσε ο κόσμος την ασχήμια της.

Έχασε τον προστάτη, τον σύμμαχο, τον φίλο, στις σχολικές τάξεις και αυλές. Τα καυστικά, κακόβουλα σχόλια πολλά, καθημερινά. Τα γελάκια, οι “πλάκες” με στόχο πάντα την ίδια. Θαρρείς και η τελειότητα όλων δεν μπορούσε να συνυπάρξει με την δική της μετριότητα. Μόνο που τώρα πια, στην μέχρι τότε καλοσύνη με την οποία δεχόταν τα πάντα κι ας την πονούσαν, προστέθηκε η ωριμότητα, ο αυτοσαρκασμός, το χιούμορ. Πρώτη αυτή σχολίαζε τον εαυτό της κι έτσι δεν άφηνε περιθώρια στους άλλους. Τους προλάβαινε. Γελούσε η ίδια με τον εαυτό της, έκανε πλάκα για την εμφάνισή της, τον τρόπο ομιλίας της, με ένα ιδιαίτερο χιούμορ που άφηνε τους συμμαθητές της με το στόμα ανοιχτό. Κάποιες φορές, κάποιους, ελάχιστους, αυτούς με το όποιο φιλότιμο και ανθρωπιά, ξεχασμένα μέσα τους, τους έφερνε και σε δύσκολη θέση και μετάνιωναν για όλα όσα της έλεγαν τόσο καιρό. Τους άλλους, τους πολλούς, δεν τους άγγιζε τίποτα, συνέχιζαν, μα πια, η Θάλεια, είχε μάθει να προστατεύει τον εαυτό της, την ψυχή της. Είχε μάθει με τον σκληρό τρόπο, από μικρή, ότι τα στόματα δεν είναι τσουβάλια να τα ράψεις. Ότι πάντα θα ανοίγουν να κρίνουν, να σχολιάσουν, να πληγώσουν. Έτσι οι άνθρωποι ξεχνούν τα δικά τους προβλήματα, ασχολούμενοι με τους άλλους. Έτσι οι άνθρωποι κρύβουν τα κόμπλεξ και τις αδυναμίες τους, φανερώνοντας τα μειονεκτήματα των άλλων. Πάντα το να ασχολείσαι με τους άλλους είναι πιο εύκολο, πιο ανώδυνο. Δεν πονάει τους ίδιους, δεν ξεμπροστιάζει τις άδειες ζωές τους. Έτσι νομίζουν.

Μπορεί τα σχολεία να τους χώρισαν, μα η ζωή δεν μπόρεσε. Συναντιόντουσαν καθημερινά, όσο περισσότερο μπορούσαν χρονικά. Γιατί θέληση υπήρχε. Δεν μπορούσε κανείς από τους δύο να φανταστεί πως θα περνούσε μια μέρα χωρίς να δει ο ένας τον άλλον έστω και για μισή ώρα. Το είχαν ανάγκη. Ο Πασχάλης το είχε καταλάβει ότι είναι η γυναίκα της ζωής του.

Η Θάλεια το ήθελε, μα δεν μπορούσε να αφήσει το μυαλό και την καρδιά της ούτε καν να το ονειρευτούν. Ήξερε ποια είναι. Ο Πασχάλης ήταν ο καλύτερος φίλος που θα μπορούσε να έχει δίπλα της, μα μέχρι εκεί. Ερωτικά, δεν θα μπορούσε ποτέ να την δει. Θα μπορούσε να έχει όποια κοπέλα ήθελε. Και ‘κει έξω κυκλοφορούσαν απίστευτα όμορφα κορίτσια.

Τα κατάφεραν και οι δύο. Ο Πασχάλης πέρασε στο πανεπιστήμιο νομικής στην Θεσσαλονίκη με άριστους βαθμούς. Η Θάλεια, σε ΤΕΙ αισθητικής στην ίδια πόλη. Κόντρα σε όλους, που δεν την είχαν ικανή, εκείνη κατάφερε να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα.

Η περηφάνια των γονιών των δύο παιδιών, απερίγραπτη. Καμάρωναν, όχι μόνο το δικό τους παιδί, αλλά και το άλλο. Όλοι μαζί είχαν αναπτύξει μια βαθιά φιλία όλα αυτά τα χρόνια. Οι γονείς της Θάλειας, τους ευγνωμονούσαν για τις αρχές που έδωσαν στο αγόρι τους, που στέκονταν φρουρός της κόρης τους. Τους ευγνωμονούσαν γιατί ποτέ δεν είδαν την κόρη τους σαν μίασμα, σαν ένα υποδεέστερο πλάσμα, που δεν άρμοζε να κάνει παρέα με τον γιο τους, που αντικειμενικά ήταν ένα πανέμορφο, πανέξυπνο, άξιο αγόρι με μεγάλες προοπτικές.
Οι γονείς του Πασχάλη τους εκτιμούσαν για τον αγώνα που έδωσαν, όχι μόνο να μη θαφτεί ένα διαφορετικό παιδί όπως τόσα και τόσα που οι γονείς ντρέπονταν για αυτά και τα έκρυβαν στα σπίτια τους, αλλά και για το ότι έγινε ένα ισότιμο άτομο με πολύ πόνο ψυχής σε μια κοινωνία που δεν τους πρόσφερε καμία βοήθεια.

Η συγκατοίκηση για τα δύο παιδιά, ήταν μονόδρομος. Δεν μπορούσαν να φανταστούν καλύτερη εξέλιξη. Όλα έγιναν σε κλίμα χαράς, συγκίνησης, αγάπης. Ο ένας γονιός συμπλήρωνε τον άλλον και τα δύο νεαρά παιδιά σε απόλυτη αρμονία, διακοσμούσαν τον χώρο τους. Το δικό τους σπίτι.
Αγκαλιές, φιλιά, συμβουλές, ευχές, δάκρυα και οι μεγάλοι πήραν το δρόμο του γυρισμού στο μικρό χωριουδάκι τους.

Έμειναν στην πόρτα οι δύο μελλοντικοί φοιτητές. Κοιτάχτηκαν, χαμογελούσαν τα μάτια τους. Και αγκαλιάστηκαν. Όχι όπως τόσα χρόνια. Αυτή η αγκαλιά, μετάγγιζε στο δέρμα και στα ακροδάκτυλά τους όλα όσα έκρυβε η καρδιά τους. Εκρήξεις επανωτές στα σώματα και των δύο. Παρέμεναν έτσι αγκαλιασμένοι μη ξέροντας πως να το διαχειριστούν. Τα σώματά τους μιλούσαν. Ο Πασχάλης έδωσε τη λύση, όπως έκανε όλα αυτά τα χρόνια που ήταν δίπλα της. Με τα χέρια του, τρυφερά, έπιασε το πρόσωπό της και το κόλλησε στο δικό του.
Η Θάλεια σε κατάσταση λιποθυμίας, μα δεν πήρε το βλέμμα της από τα μάτια του.
Κοιτάζονταν και τα μάτια τους έσταζαν νεανικό πάθος και μια υποσχόμενη αιώνια αγάπη.

– Χρόνια τώρα, φοβάμαι να σου πω πώς νιώθω. Θέλω να συνεχίσω να είμαι ο καλύτερος σου φίλος, μα κολασμένα, θέλω να μπορώ να φιλάω τα χείλη σου, να σε αγκαλιάζω, να κοιμάμαι και να ξυπνάω μαζί σου. Σε θέλω δική μου Θάλεια. Είμαι ερωτευμένος μαζί σου!
Με μια ανάσα της τα είπε και με την καρδιά του να χτυπάει δυνατά.

Η Θάλεια που έλιωνε μέσα στα χέρια του, με τρεμάμενη φωνή, ανταπέδωσε την ερωτική εξομολόγηση.
– Πάντα ήμουν δική σου Πασχάλη. Από την πρώτη στιγμή. Ήσουν για μένα ο κόσμος όλος. Νόμιζα πως ήταν επειδή ένιωθα ασφάλεια κοντά σου, επειδή πάντα με προστάτευες. Μα στο πέρασμα των χρόνων, γιατί δεν μπορούσα να αναπνέω μακριά σου. Δίπλα σου μόνο νιώθω ολόκληρη. Είμαι τρελά ερωτευμένη μαζί σου, όλη μου τη ζωή!

Τόσα χρόνια, έχτισαν μια φιλία δυνατή.
Εκείνος, είχε γίνει ο ιππότης που δεν άφηνε κανέναν να της φερθεί άσχημα. Που μάλωνε τους συμμαθητές τους, που της γιάτρευε τις πληγές όσων έφταναν στην ψυχή της.
Εκείνη, είχε γίνει η πριγκίπισσα που τον μάγεψε, σίγουρα όχι με την εμφάνισή της, αλλά με την καλοσύνη της, τον τρόπο που χειριζόταν τα δύσκολα, τον τρόπο που αγαπούσε, που δινόταν, που συγχωρούσε, που μετέτρεπε την λύπη της σε θετική ενέργεια.

Στο πρώτο τους φιλί, εκεί, με ανοιχτή ακόμα την πόρτα του σπιτιού τους, είπαν όσα μόνο οι ψυχές μπορούν να πουν.
Όταν οι άνθρωποι αγαπούν, όλα γίνονται τόσο όμορφα…

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading